Τώρα που όλοι εσείς διακοπεύετε ήδη, ενώ εμείς είμαστε ακόμα στα γραφεία και τις δουλειές μας -χωρίς να εργαζόμαστε και πολύ σκληρά, η αλήθεια είναι, προ-αύγουστος γαρ-, οι βόλτες στο μικρό μας Βρυξελλοχώρι  έγιναν κάπως μελαγχολικές, ειδικά που επέστρεψαν και οι συννεφιές και το φθινόπωρο πλησιάζει γοργά. Η καλύτερη εποχή για να αφήσεις το Βρυξελλοχώρι είναι μάλλον αρχές Αυγούστου, γιατί τότε αδειάζει εντελώς και γιατί έτσι παρατείνεις το καλοκαίρι και καθυστερείς το φθινόπωρο.

Η απουσία όλων εσας που την έχετε ήδη κάνει στις παραλίες, τα καλοκαιρινά ταβερνίδια και τα -σιχαμένα- μπιτσόμπαρα είναι πολύ αισθητή, το διαδίκτυο μοιάζει με ερηπωμένο και λεηλατημένο χωριό. Κάτι μουσικές έχουν απομείνει, λίγα νέα, μερικά ποστ, αλλά όλα σε πορεία φθίνουσα.

Εμείς που μείναμε πίσω και φυλάμε Θερμοπύλες βίτσουαλ, σας σκεφτόμαστε εσάς εκεί στις αμμουδιές, αλλά δεν σας ζηλεύουμε. Οι δικές μας διακοπές θα αρχίσουν αργότερα, αλλά οι δικές σας θα τελειώσουν νωρίτερα.

Κόβοντας βόλτες στο μικρό Βρυξελλοχώρι που πολύ το έχω αγαπήσει τα τελευταία δυο χρόνια ειδικά, βλέπω αυτή την ερημιά και τη γενικότερη απουσία που πλανάται στον αέρα, στα κλειστά μαγαζιά, στις ξαφνικά άφθονες διαθέσιμες θέσεις πάρκινγκ, στα άδεια τραπεζάκια των καφενείων. Όσο το ημερολόγιο δείχνει ακόμα Ιούλιο, αυτή η ερημιά δεν είναι εντελώς καταθλιπτική, κι ας μυρίζει μοναξιά.

Το μικρό Βρυξελλοχώρι μου αλλάζει κι αυτό. Είμαι εδώ ήδη τόσο καιρό που πιάνω πια τις αλλαγές -και κάποια μέρη που άλλαξαν, στέκια που έκλεισαν, μαγαζιά που κατέβασαν ρολά μου λείπουν. Τα καινούρια μυρίζουν μοντερνίλα μερικές φορές, και αυτό μπορεί και να είναι ενοχλητικό. Στη γειτονιά μου, που δεν είναι και πολύ σπουδαία, δλδ δεν είναι και από τις πιο όμορφες, αλλά είναι βολική, πρακτική και συμπαθητική (παρά τους πολλούς απόστρατους που την κατοικούν, ώστε να είναι σχεδόν η περιοχή Παπάγου του Βρυξελλοχωριού) -στη γειτονιά μου, λοιπόν, υπάρχει ένα μικρό εμπορικό κέντρο. Τότε που φτιάχτηκε (κάπου στα αντιαισθητικά 70s μάλλον), θα πρέπει να ήταν η σούπερ μοντέρνα καινοτομία, αλλά τώρα τα εμφανή μπετά του και το γκρι του μυρίζουν άσυλο ή ίδρυμα. Μπλιαχ. Μέσα σε αυτό το εμπορικό κέντρο υπάρχουν καμιά δεκαπενταριά μαγαζιά, τα δύο είναι μεγάλες αλυσίδες, δυο-τρία άλλα μικρότερες επίσης αλυσίδες. Τα υπόλοιπα συνήθως είναι προς ενοικίαση, με μικρά διαλείμματα των μερικών μηνών. Κρίμα. Κρίμα, αλλά στη μικρή εσωτερική αυλή/πάρκινγκ (δλδ εντελώς παρακμή) έχει ένα καφενείο κλασικό με παππούδες που πίνουν Μας και Ντούβελ από τις 9 το πρωί -και εύκολα πετυχαίνεις άγνωστους που σου πιάνουν την κουβέντα και σου λένε να πάς για μια μπύρα μαζί τους. Κι αυτό είναι πολύ σούπερ -μέχρι που σου μοιάζει όμορφο αυτό το μπετονένιο κουτί χωρίς κανένα χρώμα.

Ξεκίνησα να γράφω αυτό το ποστ, γιατί ήθελα να μιλήσω κυρίως γι’αυτά τα προς ενοικίαση μαγαζάκια, και για το αντιπαθητικό μας σούπερ-μάρκετ που έγινε κι αυτό Καρφούρ προσφάτως (άρα ακόμα πιο αντιπαθητικό), εξού και πλέον δεν βρίσκουμε ένα σωρό πράματα που βρίσκαμε παλιά και που αντικαταστάθηκαν από καρφούρ-μπράντεντ προϊόντα. Αυτό το πράγμα με ενοχλεί, και ήθελα να γκρινιάξω, κλασικά αντισυστημικά, αλλά τελικά η πανίσχυρη θερινή ραστώνη έστω και υπό σκιάν, νίκησε. Βαρέθηκα και να γκρινιάξω, πάω να πάρω μια πορτοκαλάδα καλύτερα, για να συνοδέψω το ciggie-break μου. Έχω ακόμα να μετρήσω δυο βδομάδες ανάποδα σε πολλά τέτοια ciggie-breaks.

Θέλω διακοπές.

Advertisements