Όταν πήγαινα στο Λύκειο, είχα μια καθηγήτρια (κάποιο θετικό μάθημα μάς έκανε, θα σας γελάσω ποιο), η οποία, όποτε ήθελε να μας επαναφέρει στην τάξη μας αποκαλούσε «παιδάκια της αφθονίας και του καταναλωτισμού» ή κάτι παρεμφερές και οπωσδήποτε αρκούντως προσβλητικό. Μας ενοχλούσε πολύ τότε και γενικά αυτή η καθηγήτρια δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής: βοηθούσε και το γεγονός ότι έβαζε με περισσή ευκολία δύσκολα διαγωνίσματα και μονοψήφιους βαθμούς, υποθέτω. Γενικά, νομίζω πως η γενιά μου έχει βαρεθεί να ακούει πόσο οι γενιές των γονιών και των παππούδων της βασανίστηκαν, έζησαν φτωχικά και αγωνιώντας για την επιβίωση της επόμενης μέρας και πόσο η ίδια είναι τυχερή επειδή «δεν της έλειψε τίποτα».

Αν το «τίποτα» αφορά στα υλικά αγαθά, πιστεύω πως ο ισχυρισμός, όσο ενοχλητικός κι αν ακούγεται, έχει μια βάση. Προσωπικά, μου έλειψε στα παιδικά μου χρόνια η Μπάρμπι που οι γονείς μου αρνούνταν πεισματικά να μου αγοράσουν, για ιδεολογικούς και όχι οικονομικούς λόγους, αλλά ντάξει δεν υποφέρω και από κανένα φοβερό ψυχικό τραύμα από αυτό το γεγονός. Μεγάλωσα και το ξεπέρασα. Αν από την άλλη, θελήσουμε να πάμε την κουβέντα στον «πλούτο» των πνευματικών αγαθών, των ψυχικών απολαύσεων και των ανθρωπίνων σχέσεων και δεσμών, μπορούμε να συζητήσουμε το αν βιώσαμε αφθονία τέτοιων (και ποιάς ποιότητας), αλλά αυτή είναι μάλλον μια άλλη κουβέντα. Πλην όμως, αναφέρω πως πολλά από τα παιδιά της γενιάς μου (κι ακόμα περισσότερο της επόμενης από τη δική μας) δεν στερήθηκαν μεν υλικά αγαθά, στερήθηκαν όμως την ουσιαστική επαφή με τους γονείς τους, αντικαθιστώντας την με περίσσεια επαφών με την τηλεόραση ή/και το κομπιούτερ.

Αναπολώντας το κατηγορώ της καθηγήτριάς μου, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αυτό το κατηγορώ εκτοξευόταν εναντίον μας. Ήταν στο χέρι μας να είμαστε ή να μην είμαστε «παιδιά της αφθονίας»; Μήπως το επιλέξαμε; Μήπως το απαιτήσαμε; Δε νομίζω. Ένα παιδί παίρνει ό,τι του δίνουν οι γονείς και οι δάσκαλοί του. Αν του δίνουν αγάπη, επικοινωνία και στοργή, αυτά παίρνει και με αυτά τα εργαλεία μαθαίνει να χτίζει σχέσεις. Αν πάλι του δίνουν ρούχα, παιχνίδια, κινητά τηλέφωνα και PS3, με αυτά θα πορευτεί στη ζωή του. Υποθέτω πως, έχοντας ζήσει στερημένα νιάτα, οι γονείς μας θέλησαν να μας απαλλάξουν από ένα τέτοιο κακό, στο μέτρο και το βαθμό που είχαν αυτή τη δυνατότητα -και που, εδώ που τα λέμε η δεκαετία των παχιών αγελάδων στην οποία μεγαλώσαμε, τα 80s, τους το επέτρεπε. Αν έκαναν over-react και τελικά το παράκαναν, είναι ένα άλλο καπέλο, που γενικώς φορέσαμε χαλαρά κι εμείς. Δεν ξέρω αν είναι θεμιτό να τους το προσάψω, σίγουρα πάντως είναι αθέμιτο να το προσάπτουν σε μας.

Με την παραίνεση του Δύτη, διάβασα αυτό και σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Μάλλον είμαστε από τη φύση μας άπληστα και αχόρταγα όντα. Κάποιοι το έπιασαν το νόημα και το εκμεταλλεύονται, κι εμείς δεν δίνουμε 3 λεπτά στον εαυτό μας να σκεφτεί αν αυτή η υπερσυσσώρευση υλικών (έστω και με το περίβλημα της πνευματικής τροφής ή της τέχνης) αγαθών, μας βοηθάει σε κάτι, κάνει τη ζωή μας καλύτερη, ή τέλοσπάντων πόσο χειρότερη αυτή θα ήταν με λιγότερα τέτοια αγαθά. Προσοχή, δεν ψάχνω θύτες και θύματα, το νόμισμα έχει πάντα δυο όψεις. Απλά, περιγράφω την κατάσταση. Ένα μυρμήγκι, χάρη τη σοφία της φύσης, δεν θα μαζέψει ποτέ περισσότερη τροφή από όση του χρειάζεται για να ξεχειμωνιάσει και από όση χωράει στη φωλιά του. Ένα ανθρώπινο ον, όταν τιγκάρει η «φωλιά» του, θα αγοράσει μια μεγαλύτερη -ακόμα και χωρίς τα προσχήματα του Τσέρνομπυλ και άλλων τέτοιων επικείμενων καταστροφών.

Με αφορμή το πρόσφατο έργο που παίζεται στο σινεμά της ζωής μας και ακούει στο όνομα «ΔΝΤ, αγάπη μου», διάβασα ένα σωρό απόψεις και κείμενα που συχνά εγκωμιάζουν τα καλά της «φτώχειας», καλούν τον κόσμο να μάθει να ζει με λιγότερα, υπερθεματίζουν του ρητού «πενία τέχνας κατεργάζεται» και επιδίδονται σε αναλύσεις σχετικά με το γεγονός ότι δεν χρειαζόμαστε όλα αυτά τα αγαθά τελικά για να ζούμε καλά και μπορούμε μια χαρά να ζούμε και με λιγότερα.

Σωστά. Δεν είμαι όμως και τόσο σίγουρη πού ακριβώς τοποθετείται το όριο του «λιγότερα». Και πάνω από όλα, ποιος ακριβώς τραβάει τη γραμμή; Πράγματι, το νόμισμα έχει δύο όψεις. Εδώ και δυο αιώνες, με την αγαθή επίδραση των σοσιαλιστικών κινημάτων, που τελικά προέκυψαν ακριβώς από την άμετρη άνοδο της αστικής τάξης και την κυριαρχία του κεφαλαίου, οι «πολλοί» κατέκτησαν την δυνατότητα να βάζουν οι ίδιοι τη γραμμή, βάσει των αναγκών και των συμφερόντων τους. Για 80 χρόνια, χάρη στο αντίπαλο δέος, ο καπιταλισμός της δύσης εξαναγκαζόταν να υποχωρεί στις απαιτήσεις των πολλών, για να συντηρείται η ισορροπία (και τελικά να μην διακυβευτούν τα κέρδη του, δεν το έκανε από χριστιανική αγάπη και αυταπάρνηση). Επειδή σήμερα το αντίπαλο δέος έχει χάσει γενικώς (και οι υπερασπιστές του έχουν χάσει τα αυγά και τα πασχάλια ειδικώς), ο καπιταλισμός δεν βρίσκεται πια μόνο στη δύση, βρίσκεται παντού, τραβάει μόνος του γραμμές, δεν υποχωρεί (ίσα ίσα), δε μασάει και γενικώς αδιαφορεί για τις ισορροπίες, αφού παίζει μπάλα μόνος του.

Σε αυτό το τοπίο, το να λες «θα ζήσω και με λιγότερα, μπορώ να το κάνω», είναι απλά ήττα. Αν είναι δική σου απόφαση να γίνεις Συμεών Στυλίτης, μπράβο, με γεια σου με χαρά σου. Εν προκειμένω όμως, δεν είναι δική σου απόφαση, έχεις εξαναγκαστεί από τις περιστάσεις κι όχι επειδή ξαφνικά ανακάλυψες τα κακά του καταναλωτισμού. Εξού και δεν ορίζεις τα λιγότερα: λιγότερα υλικά αγαθά; λιγότερο μισθό; λιγότερα εργασιακά δικαιώματα; λιγότερες κοινωνικές κατακτήσεις; τελικά, λιγότερη ποιότητα ζωής;

Αλλά και εκτός τοπίου και συγκυρίας, ήττα είναι το να απαρνιέσαι τα κεκτημένα και κατακτημένα από τους προηγούμενούς σου και μιζέρια να λες «θα ζήσω με λιγότερα». Όχι, το θέμα δεν είναι να επιβιώσεις μέσα σε μια μικρή ζωούλα. Το θέμα είναι να καταφέρεις να έχουν όλοι τη δυνατότητα να ζουν καλά –ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του, για να παραφράσω το Βλαδίμηρο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προφανώς και πρέπει να χτυπηθεί ο καταναλωτισμός -που όλοι καταλαβαίνουμε ποιον και τι τελικά εξυπηρετεί. Αυτό όμως δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Και για να προλάβω τυχόν σχόλια, αυτό δεν γίνεται (είναι λάθος να γίνει) κατόπιν επεμβάσεως του ΔΝΤ.

Η ουσία τελικά είναι η όπερα, το θέατρο, το καλό φαγητό, η συναυλία, το σινεμά, η εκδρομή, το βιβλίο, η βόλτα να μην είναι πολυτέλειες χωρίς τις οποίες (προφανώς και) επιβιώνεις. Όλα αυτά είναι απαραίτητα για να ζεις καλά. Και πρέπει να είναι προσβάσιμα από όλους. Αλλιώς, καλώς ήρθατε στην κόλαση -η οποία δεν είναι οι άλλοι.

Advertisements