O Louis Calaferte, ένας μάλλον παραγνωρισμένος και αδικημένος Γάλλος συγγραφέας επανέρχεται στην θεατρική επικαιρότητα 15 χρόνια μετά τον θάνατό του. Γεννήθηκε στο Τορίνο το 1927 και έζησε στο Παρίσι, τη Λυών και τη Ντιζόν. Έγραψε ποίηση, πρόζα και θέατρο, έκανε ραδιόφωνο και σκανδάλισε την ηθικολογική μεταπολεμική γαλλική κοινωνία με το έργο του Septentrion: αυτό θεωρήθηκε πορνογράφημα και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας είχε ήδη διακριθεί στα θέατρα του Παρισιού και της Angers. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα χωριό κοντά στη Ντιζόν παρέα με την οικογένεια και τους φίλους του.

Το έργο του γενικά χαρακτηρίζεται από αισθησιασμό, πρωτοτυπία, καινοτομία και μια γλυκόπικρα μελαγχολική διάθεση με ψίγματα από ρετρό. Του αρέσει να ανακατεύει φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία με βασικό στόχο το αποτέλεσμα να προκαλεί αισθητική απόλαυση.

Εμείς είδαμε το Je veux qu’on me parle στο Public και σχηματίσαμε την κάλλιστη δυνατή εντύπωση για τον συγγραφέα. Επί μιάμιση ώρα παρακολουθούμε μικρά (το πολύ τρίλεπτα) αυτοτελή επεισόδια, βγαλμένα από μια τρελή, αληθινή, σκληρή και παράλογη καθημερινότητα. Κυριαρχεί ο σαρκασμός και ο κυνισμός, με επαρκείς δόσεις χιούμορ και ειρωνικής διάθεσης. Και όλα αυτά μέσα από μια μελαγχολία, σαν αυτή που προκαλεί συνήθως το χαμόγελο του κλόουν. Όχι τυχαία αυτό, καθώς η παράσταση είναι δομημένη με βάση τις συνταγές του καμπαρέ και του τσίρκο. Δυνατή μουσική παιγμένη σαν από λατέρνα, έντονα χρώματα σαν από παιδική χαρά, ακροβατικά, χορός, γκροτέσκα κινησιολογία, χειρονομίες και μια διάχυτη έξαλλη διάθεση. Η υπερβολή στα άκρα της -αν είναι δόκιμη η έκφραση, αλλά κι αν δεν είναι, μάλλον αποδίδει το νόημα.

Ποιο είναι το θέμα; Η ίδια η ζωή. Ποια είναι η ουσία; Η καθημερινότητα, οι διπλανοί μας άνθρωποι. Ποιος είναι ο στόχος; Το γέλιο. Αλλά όχι μόνο, το γέλιο και το δάκρυ: οι τραγικότερες όψεις την ανθρώπινης φύσης παρουσιασμένες με διάθεση σκωπτικότητας και γελοιοποίησης -ακριβώς αυτό που κάνει ο κλόουν. Και βγαίνοντας από την άιθουσα, ο θεατής έχει χορτάσει γέλιο -εκτός κι αν αναγνώρισε τον εαυτό του στη σκηνή.

Τα πιο χαρούμενα σκηνικά υπογραμμίζουν ακριβώς τη θλίψη, όσο και η μουσική που θυμίζει λούνα παρκ. Πανέμορφα είναι και τα κοστούμια, ενώ η σκηνοθεσία είναι σφιχτή και δεμένη, αξιοποιεί την λογική του βίντεο κλιπ μαζί με ιδέες από το καμπαρέ και το τσίρκο. Πολλά εύσημα στους ηθοποιούς -ακόμα περισσότερο γιατί παίζουν καμιά σαρανταριά ρόλους ο καθένας, και μάλιστα ρόλους απαιτητικούς και δύσκολους: όχι μόνο λόγω κειμένου, αλλά κυρίως επειδή το κείμενο θα ήταν εντελώς αναποτελεσματικό και λειψό χωρίς την κίνηση, τον χορό, το τραγούδι και τα βλέμματα.

Η παράσταση ξεκίνησε από την Αβινιόν, έκανε ένα πέρασμα από το φεστιβάλ της ίδιας πόλης (σπουδαία υπόθεση!), μάλλον κυκλοφόρησε και σε άλλα γαλλικά στέκια, και τώρα (ως τις 13 του Φλεβάρη) φιλοξενείται στο Βρυξελλοχωριό μας. Να πάτε.

[εδώ το πρόγραμμα από το θέατρο Halles της Αβινιόν]

Advertisements