Όλος αυτός ο κόσμος που ξεχύθηκε στους δρόμους το βράδυ της Κυριακής πανηγυρίζοντας, προφανώς είχε μεθύσει από το ίδιο σοσιαληστ(ρ)ικό κρασί που μέθυσε και ο Γιώργος τον ήλιο -σίγουρα ναι; Ανάμεσά τους σοσιαλίστριες ξανθιές με σαντρέ ανταύγειες, γαλλικό μανικιούρ και την αισθητική Εύας Καϊλή, σοσιαληστές με τζην και κοιλουμπόνι, κυρούλες σαν εκείνες που μαίνονταν κοσκωτόπληκτες, υπερασπιζόμενες τα πάμπερς στα τηλέφωνα του Γαργαλάκου πριν από 20 ακριβώς χρόνια, αλλά και μετανάστες που ελπίζουν, γιατί αυτοί δεν έχουν να θυμούνται τις «ακόμα καλύτερες μέρες».

Ελπίζουν όλοι αυτοί σε καλύτερες μέρες; Σε εξυγίανση της δημόσιας ζωής και ανάκαμψης της οικονομίας; Στο καινούριο, το νέο και το διαφορετικό; Δύο τινά μπορούν να ισχύουν: Υπάρχει η περίπτωση της συλλογικής αμνησίας (ή μέθης από το ίδιο κρασί που μέθυσε κι ο ήλιος  -τα’παμε αυτά) για τους παλαιότερους και η πλήρης άγνοια για τους νεώτερους. Όλοι αυτοί βρίσκονταν σε χρονοκάψουλα εδώ και αρκετά χρόνια, και βγήκαν ξαφνικά αλαλάζοντες «Σήκω Αντρέα για να δεις το παιδί της αλλαγής» (ποιας Αλλαγής; Της Μαργαρίτας δεν είναι;). Η δεύτερη περίπτωση εναρμονίζεται πλήρως με την λογική της παροιμίας «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται». Πιθανό βρίσκω το δεύτερο σενάριο μεν, αλλά τόσος ενθουασιασμός, ρίγος, δέος και παράκρουση πριν καλά καλά η σωτηρία να αποδειχθεί -έστω και κατ’ελάχιστον- ρεαλιστική;

Κάνοντας μια από τις (αγαπημένες και συνήθεις) παρεκβάσεις, ας σημειώσουμε ότι το μεγάλο ατού του Γιώργου είναι το επίθετό του. Η καταγωγή του από το μπαμπά και από τον παππού του. Ο ίδιος (και οι αμερικανοτραφείς ίματζ μέηκέρς του) δοκίμασε να μας πείσει ότι κομίζει το νέο, το διαφορετικό, το φρέσκο. Ως προς το πρώτο, μπορεί κανείς να θυμηθεί τα love-to-hate-them-80s: τις ρεμούλες, τους πράσινους διορισμούς, τα πράσινα καφενεία, την Αυριανή, το Γιαννόπουλο, το κωλόσπιτο, τα ζεϊμπέκικα, τη Ρίτα, τη Μιμή, τον ξάδερφο της Μιμής, τον αείμνηστο Μένιο, το «ανθρωποειδές ΕΣΥ», τον αείμνηστο Τρίτση (που είχε γράψει θρησκευτικά) -αλλά κυρίως και πάνω από όλα αυτή την τρομακτική προπέτεια, την αηδιαστική αλαζονεία, που χαρακτήριζε τους πράσινους γενίτσαρους. Κι έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα να αναιρούνται οι υποσχέσεις του Γιώργου, ή έστω να υπονομεύονται αισθητά.

Ο Γιώργος μας λέει πως αυτά είναι «η παιδική ασθένεια του κινήματος», που τώρα μεγάλωσε, εμβολιάστηκε και την ξεπέρασε. Α, ναι; Και τότε, Γιώργο μου, τι δουλειά έχουν ο Πάγκαλος κι ο Μπένυ στην Κυβέρνηση; Προφανώς, ούτε καν ο Γιώργος που τόσο κόπτεται για την ρήξη με το παρελθόν, την οποίας φορέας εμφανίζεται πως είναι, δεν κατάφερε να τα βάλει με το καθεστώς, το βαθύ κόμμα, το μηχανισμό. Ούτε καν αυτός: ο γιος του μπαμπά του (που, ντάξει, αν μη τι άλλο, είχε τσαμπουκά).

Επανερχόμενη στα πιο πάνω δύο τινά, τολμώ να θέσω κι ένα τρίτο: αυτοί ελπίζουν να τη βολέψουν. Με κάποιο τρόπο, όποιος κι αν είναι αυτός -πιθανά όχι τόσο καινοτόμος και «φρέσκος» όσο οι ονομασίες των καινούριων Υπουργείων. Αυτό το σενάριο μοιάζει ρεαλιστικότερο, πιο προσιδιάζον στους φορείς του δικομματισμού, και δη στην πράσινη (οψίμως κυπαρισσί) εκδοχή του.

Έχει πλάκα πάντως αυτό το λούστρο με το οποίο προσπαθεί να επιχρίσει το «Κίνημα» ο Γιώργος και οι ίματζ μέηκερς. Αυτό το μακιγιάζ ανανέωσης, τεχνοκρατισμού, LSE, MIT και λοιπών σπουδαίων πανεπιστημιακών τίτλων, αυτός ο αέρας χαλαροδεμένης γραβάτας, λάπτοπ και χαρτοφύλακα, έρχεται να δέσει γλυκά με την πλαστική σημαία και τις πλαστικές ιδέες που διαπερνούν τα συνθήματα με κεντρική αναφορά στο μπαμπά του γιου του. Τα χίλια πρόσωπα του ενωμένου και δυνατού Πασόκ, που, με τον αέρα των δέκα πόντων και των 160 ουσάρων του, έχει το θράσσος να μετονομάζει το Υπουργείο του φον Μαρκογιαννάκη σε «Προστασίας του Πολίτη» (!) (λες και θα τα ξεχάσουμε τα ΜΑΤ του Σημίτη), να αναθέτει στην φορέα πολιτισμού/σύζυγο νυχτόβιου βαρύμαγκα το Υπουργείο Τουρισμού (άλλωστε μια προϋπηρεσία σε γυμνές φωτογραφίσεις είναι απαραίτητη για να διαφημιστούν καλύτερα οι πανέμορφες παραλίες μας). Ο θρίαμβος της πλαστικής σημαίας, της πλαστικής σακούλας, της πλαστικής εικόνας, του σουπερφίσιαλ και του εντυπωσιασμού του τίποτα (που έλεγε και ο Πάγκαλος, θυμάστε;).

Αναρωτιέμαι, ειδικά οι μετανάστες που πανηγύριζαν με τις πλαστικές πράσινες σημαίες, δεν έχουν ακούσει ποτέ για τις υποσχέσεις χωρίς αντίκρυσμα; Είναι πιθανό η νέα κυβέρνηση να δοκιμάσει να επανορθώσει, για παράδειγμα, την καταφανή αδικία που συμβαίνει εις βάρος των παιδιών των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή να ψιλοδιορθώσει την απαράδεκτη πολιτική περί των αιτήσεων ασύλου -κατά πάσα πιθανότητα, με τον γνωστό, συνήθη τρόπο που αντιμετωπίζει και τους γηγενείς υπηκόους της: με απίστευτη γραφειοκρατεία, με το σταγονόμετρο, με δεκάδες προϋποθέσεις, χαρτούρα, χιλιάδες υποσχέσεις, έτσι ώστε και αυτοί να είναι δέσμιοι, μονίμως θύματα εκβιασμού, αλλά γεμάτοι ελπίδα. Ως και ημείς υμείς (?).

Η ιστορία επαναλαμβάνεται με θλιβερό και γελοίο τρόπο. Ζούμε στιγμές 1981. Παρακαλώ, ξυπνήστε με, μετά την επόμενη κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Advertisements