Ετικέτες

, , , , ,

Ξεφυλλίζοντας ένα οποιοδήποτε ημερήσιο ή περιοδικό έντυπο, μάλλον δεν συνειδητοποιείς ότι οι περισσότερες δεξιές σελίδες καλύπτονται από διαφημίσεις, ενώ η θεματολογία του εντύπου περιορίζεται κατά κανόνα στις αριστερές σελίδες (που είναι πιο «άβολες» για τον αναγνώστη). Σε αυτή την απλή διαπίστωση οδηγήθηκα προσφάτως, διαβάζοντας το δεύτερο τεύχος του post media. Κι αυτό, γιατί στο post media διάβασα και τις δεξιές σελίδες (τις οποίες συνήθως δεν κοιτάζω καν, αφού έχουν διαφημίσεις): στο post media, ΔΕΝ υπάρχουν διαφημίσεις. Αυτό είναι το πρώτο statement του περιοδικού, διατυπωμένο ήδη από το εξώφυλλό του. Αυτό ήταν και το πρώτο στοιχείο που μου έκανε κλικ, για να το αγοράσω.

Το δεύτερο κίνητρο ήταν το γεγονός ότι ανάμεσα στους αρθρογράφους του, φιγουράρουν δύο πρόσωπα που γνώρισα από τα βλογζ και που εκτιμώ πολύ: η Niemandsrose και ο Old Boy.

Όπερ με οδηγεί σε μια άλλη διαπίστωση: κάθε έντυπο, για να προσεγγίσει τους αναγνώστες του, χρειάζεται με κάποιον τρόπο να καταστεί γνωστή η κυκλοφορία του. Αυτό είναι το πρώτο βήμα, στο οποίο το post media προέβη κατά κύριο λόγο, μέσω του διαδικτύο και της μεθόδου «bouche à l’oreille» (από στόμα σε στόμα). Το δεύτερο βήμα είναι το έντυπο να καταστεί ελκυστικό, και αυτό συνήθως επιτυγχάνεται με κάποιους «κράχτες». Οι κράχτες, για μένα, εν προκειμένω, ήταν η Niemandsrose και ο Old Boy. Οι δυο τους -και η απουσία διαφημίσεων- λειτούργησαν για μένα σαν… διαφήμιση. Πλην όμως, επρόκειτο για διαφήμιση ουσίας:

  • η απουσία διαφημίσεων είναι ένα αισθητικό και κοινωνικό statement που ταιριάζει απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία και τις αντιλήψεις μου.
  • οι αρθρογράφοι/διαφημιστικό σποτ είναι δύο άνθρωποι τα κείμενα των οποίων απολαμβάνω, ακόμα και όταν δεν συμφωνώ με τις απόψεις που εκφράζουν.

Η «διαφήμιση» του post media δεν με εξαπάτησε: με ενημέρωσε για την ιδεολογία και το περιεχόμενο του εντύπου, με έπεισε να το προμηθευτώ. Γιατί, η διαφήμιση είναι μέσον, και όπως όλα τα μέσα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εποικοδομητικά και να είναι χρήσιμη. Το γεγονός ότι έχει καταντήσει εμετικά ενοχλητική οφείλεται στον τρόπο χρήσης της, στην χαμηλή της αισθητικής, στις δόλιες μεθόδους που μετέρχονται και τους δόλιους στόχους που εξυπηρετούν οι δημιουργοί της.

Η τρίτη διαπίστωση που έκανα, αφού διάβασα το έντυπο είναι η εξής: μετά από πάρα πολλά χρόνια, διάβασα ένα περιοδικό ολόκληρο (από την αρχή μέχρι το τέλος) και μάλιστα σε μόλις δύο μέρες. Το έντυπο με κέρδισε, ευχαριστήθηκα καλά ελληνικά και ενδιαφέρουσες απόψεις, ενώ παράλληλα ενημερώθηκα για θέματα που με αφορούν, και για πτυχές τους τις οποίες αγνοούσα.

Χρησιμοποίησα τον όρο «με αφορούν» και όχι «με ενδιαφέρουν» -σκόπιμα: τα θέματα για τα οποία έμαθα πράγματα που αγνοούσα είναι ζητήματα που αφορούν την ζωή μου, επηρρεάζουν την ελληνική καθημερινότητα (όχι άμεσα λοιπόν, την δική μου καθημερινότητα, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Δεν πρόκειται για θεματολογία που απλά με ενδιαφέρει, όπως ο κινηματογράφος ή το θέατρο. Διαβάζοντας το post media δεν πέρασα απλά την ώρα μου, χαλαρώνοντας -όχι ότι υπάρχει κάτι το μεμπτό στο να περνάς της ώρα σου, χαλαρώνοντας, αλλά υπάρχουν χιλιάδες έντυπα που κάνουν καλά αυτή τη δουλειά (σκανδαλιστικά περισσότερα από όσα χρειάζεται κιόλας).

Το post media, τέλος, είναι ένα ακριβό έντυπο. Για να μιλήσουμε με όρους αγοράς: 80 σελίδες ανά δίμηνο προς 9 ευρώ -όχι ιδιαίτερα συμφέρουσα οικονομικά επένδυση. Όμως, το στοιχείο που λησμονάται από την αγορά είναι η σχέση τιμής/ποιότητας προσφερόμενου προϊόντος.  Αν δούμε το θέμα συγκριτικά, πιο πολύ συμφέρει οικονομικά να προμηθευτείς ένα freezine: δεν πληρώνεις τίποτα, ακόμα κι αν διαβάσεις μόνο ένα μονόστηλο, κέρδος έχεις -άσε που μπορείς να χρησιμοποιήσεις το χαρτί για να μαζέψεις αποφάγια ή έστω να το ανακυκλώσεις. Μόνο που ο πρωταρχικός στόχος ενός εντύπου δεν είναι το τύλιγμα των αποφαγιών ούτε η ανακύκλωση. Εν προκειμένω λοιπόν, αν ο στόχος είναι η ουσία και η ποιότητα, το post media πουλάει αυτό που πουλάει στη σωστή τιμή (το freezine θα έπρεπε να δίνει δώρο και ένα dvd).

Αν δε, θεωρήσουμε δεδομένο το γεγονός ότι κάθε έντυπο, εκκόν άκον εξυπηρετεί τα συμφέροντα του χρηματοδότη του, ένα freezine εξυπηρετεί τους διαφημιζόμενους (ενίοτε ακόμα και χονδροειδώς), όπως μια εφημερίδα εξυπηρετεί τους φίλους/συνεργάτες/κολλητούς του εκδότη της.

Το post media δεν έχει πάρε-δώσε με διαφημίσεις. Αν έχει κολλητούς (που πολύ αμφιβάλλω), θα φανεί. Προς το παρόν, δημοσιεύει εμπεριστατωμένα στοιχεία για το μοίρασμα της πίττας «κρατική διαφήμιση» ή για το «ήξεις αφίξεις» καθεστώς των billboards, ασκεί κριτική στο facebook, στον «γιο του ταχυδρόμου» και στο Σαρκοζύ, και φιλοξενεί όμορφα κείμενα που μένουν στην μνήμη του αναγνώστη και αφού κλείσει το περιοδικό.

Άλλη μια ωραία συλλογικότητα, από αυτές που ευνοεί η παρούσα συγκυρία.

UPDATE:
Ο Μανώλης Ανδριωτάκης, με αφορμή την συζήτηση που έγινε σε αυτό το ποστ, έγραψε
αυτό.

Advertisements