Ένα ωραίο πρωινό του Μάρτη, πολύ πριν να χτυπήσει το ξυπνητήρι, που με βάρβαρο τρόπο μας υπενθυμίζει κάθε πρωί, ότι πρέπει να σηκωθούμε για να πάμε να κερδίσουμε το τίμιο ψωμί μας, μας ξύπνησαν κάτι αλλόκοτα «γουτ γουτ γουτ», προερχόμενα από το μπαλκόνι μας. Θεωρήσαμε πως το υποσυνείδητό μας μάς έπαιζε περίεργα παιχνίδια, προσφέροντάς μας όνειρα με έντονα ηχητικά εφφέ και αγνοήσαμε τον θόρυβο. Έλα όμως, που το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και το επόμενο και το μεθεπόμενο πρωί, την ίδια ακριβώς ώρα: οκτώ παρά δέκα. Παραξενεμένοι -και προβληματισμένοι για το κατά πόσον στεκόμαστε καλά στα λογικά μας- αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε το μυστηριώδες «γουτ γουτ γουτ», για να ανακαλύψουμε πως το μπαλκόνι μας είχε μετατραπεί σε ξενοδοχείο «διατίθεται με την ώρα» για φτερωτούς πελάτες. Τουτέστιν, ένα ζεύγος τρελά ερωτευμένα περιστέρια επιδίδονταν σε ακόλαστες πράξεις πρωί πρωί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας και συγκεκριμένα, ανάμεσα στη σεφλέρα και την ελιά.

Για την ακρίβεια, δεν επιδίδονταν: ο περιστέρος επιδίδετο σε στενό και πιεστικότατο μαρκάρισμα, ενώ η περιστέρα επιδίδετο στο να κάνει την χαμηλοβλεπούσα παρθένα. Το σκηνικό είχε ως εξής: η περιστέρα χωμένη μέσα στην γλάστρα της σεφλέρας κάνει πως κοιτάει αλλού, ενώ ο περιστέρος, βρισκόμενος ένα επίπεδο πιο κάτω (είναι ψηλή η γλάστρα), την κοίταζε στα μάτια, σκούπιζε το πάτωμα με την ουρά, φούσκωνε σαν διάνος και ούρλιαζε την φάλτσα καντάδα του, επαναλαμβάνοντας ακατάπαυστα «γουτ γουτ γουτ». Η περιστέρα τον αγνοούσε, σε κάποια φάση έδινε μια και ανέβαινε σε ένα κλαδί της ελιάς, από κει στο κάγκελο του μπαλκονιού, τον κοίταζε για λίγο αφ’υψηλού και, με ύφος τριακοσίων καρδιναλίων, την έκανε. Τότε την έκανε και ο περιστέρος, τρέχοντας πίσω της σαν το σκυλάκι -και υποθέτουμε, πως το σκηνικό συνεχιζόταν κάπου αλλού.

p4041716

Το στενό πρέσινγκ κράτησε κανένα δεκαήμερο. Κάθε πρωί, πιστά στο ραντεβού τους, οκτώ παρά δέκα με οκτώ και τέταρτο, τα πιτσουνάκια επαναλάμβαναν με θρησκευτική ευλάβεια όλα τα βήματα του σεναρίου. Προσωπικά, ήμουν βέβαιη πως η περιστέρα έβρισκε άθλιο το φάλτσο «γουτ γουτ γουτ», και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να του κάτσει. Αν είχε δυο δράμια μυαλό, θα τον έφτυνε κατάμουτρα και θα έβρισκε άλλον, με αρτιότερα φωνητικά χαρίσματα.

Εν τω μεταξύ, αναγνωρίζοντας τους κόπους του περιστέρου και τις ακάματες προσπάθειές του, που -ήμασταν βέβαιοι πως τον είχαν εξουθενώσει σωματικά και ψυχικά- αρχίσαμε να βάζουμε στο μπαλκόνι ένα πιατάκι με ψίχουλα και σουσάμια. Μετά από τόση προσπάθεια και τέτοιο κόρτε -σκεφτήκαμε-, θα πείναγε ο δόλιος ο ερωτοχτυπημένος: ας έβρισκε λοιπόν ένα πιάτο φαΐ, αφού ανταπόκριση στα ειλικρινή του αισθήματα, αποκλείεται να έβρισκε.

Αμ δε! Ένα Σάββατο πρωί -γύρω στις έντεκα-, το γνωστό τροπάριο «γουτ γουτ γουτ» ακούστηκε ξανά. Δεν δώσαμε σημασία, μέχρι που εντελώς ξαφνικά και ανεξήγητα, το μονότονο ερωτικό κάλεσμα σταμάτησε. Υποθέσαμε πως ο περιστέρος κατάλαβε τι σκύλα ήταν η περιστέρα, βαρέθηκε και το βούλωσε. Ακόμα καλύτερα, ίσως και να την παράτησε στα κρύα του λουτρού τη φαντασμένη. Προσεχτικά και νυχοπατώντας, πλησιάσαμε την μπαλκονόπορτα και… μείναμε κάγκελο από την έκπληξη: μπροστά στα μάτια μας γινόταν «η πράξις» κανονικότατα και όπως η φύση προστάζει! Ο περιστέρος είχε κουτουπώσει την περιστέρα και η σεφλέρα σειόταν δεξιά αριστερά, σαν είχε αμορτισέρ! Αν δεν ήταν τόσο νωρίς το πρωί, θα είχαμε ανοίξει σαμπάνιες, για να γιορτάσουμε την αίσια κατάληξη του ρομάντζου, θα κλείναμε συνομωτικά το μάτι και θα λέγαμε «την κατάφερε τη μικρούλα». Αλλά, δεν πίνουμε ποτέ με άδειο στομάχι, κι έτσι περιοριστήκαμε σε επιφωνήματα χαράς, συγχαρήκια προς τον ευτυχή γαμπρό και ευχές για καλούς απογόνους.

p4041717

Μετά από αυτό το συμβάν, οι πελάτες μας εξαφανίστηκαν, κι εμείς αποχωρήσαμε για την πατρίδα, με στόχο να γιορτάσουμε το «Πάσχα των Ελλήνων, Πάσχα» κατά τα ειωθότα. Και ξεχάσαμε τους ερωτευμένους, σκεπτόμενοι πως ίσως να τους ξαναδούμε του χρόνου τέτοια εποχή.
Πλην όμως, λογαριάσαμε χωρίς… τους πελάτες.

Καθώς ο καλός μου επέστρεψε λίγες μέρες νωρίτερα από μένα, βγήκε στο μπαλκόνι να ποτίσει τα λουλούδια, άμα τη επιστροφή του, και με έκπληξη βρήκε στο χώμα της γνωστής «σεφλέρας -διατιθέμενης με την ώρα», δύο μικροσκοπικά αυγά! Εννοείται πως με ειδοποίησε πάραυτα και περάσαμε κανένα μισάωρο στο τηλέφωνο, συγκινημένοι που θα είχαμε γεννητούρια και ανταλλάσσοντας απόψεις για το πώς να τα ονομάσουμε, τι ζιπουνάκια να τους ψωνίσουμε και τα συναφή χαζομαμαδίστικα. Το πιατάκι με τα σουσάμια ξαναβγήκε στο μπαλκόνι και ο καλός μου μού διηγιόταν ανελλιπώς πώς έπαιρνε μάτι στα κρυφά την περιστέρα να κλωσσάει τα κοτόπουλά της (ή όπως αλλιώς λέγονται τα μωρά των πιτσουνιών).

Εγώ πάλι, αναζήτησα επιστημονική διαφώτιση στο διαδίκτυο, σχετικά με την αναπαραγωγή, την επώαση και την εκκόλαψη των περιστεριών, και ανακάλυψα πως τα αυγά κλωσσάνε εναλλάξ μαμά και μπαμπάς (έτσι μπράβο, ισότητα, όχι μλκίες!) επί δέκα επτά μέρες, πως όταν γεννηθούν τα μικρά είναι τυφλά και σχεδόν φαλακρά, πως στις τρεις μέρες έχουν τριπλασιάσει το βάρος τους (μα, τι τρώνε!), στις δέκα μέρες αρχίζουν να μαθαίνουν να πετάνε και στις είκοσι μέρες το πολύ είναι ετοιμοπαράδοτα και ξεκινάνε για νέες περιπέτειες στους αιθέρες.

p4041718

Αναλογιζόμενη με χαρά τα «τσιρ-τσιρ-τσιρ» που θα έδιναν την θέση τους στο «γουτ γουτ γουτ» του πρωινού ξυπνήματος, πήρα το δρόμο της επιστροφής. Αλλά, ως γνωστόν, «άλλα δε θεός κελεύει»: με το που πάτησα το πόδι μου στο (παραδόξως) ηλιόλουστο Βρυξελλοχώρι, πληροφορήθηκα από τον καλό μου, ότι το ίδιο πρωί της άφιξής μου, πουλιά και αυγά είχαν κάνει φτερά! Σκοτεινές σκέψεις κατασκήνωσαν στο μυαλό μας, σκέψεις που περιλάμβαναν σαρκοβόρα κοράκια και άλλα όρνεα που κατασπαράσσουν μικρά και ανυπεράσπιστα εκκολαπτόμενα πιτσούνια. Κάτι όμως δεν κόλλαγε, και μας παρηγορούσε, αφού στον τόπο του εγκλήματος δεν βρέθηκαν πειστήρια που να δικαιολογούν τέτοια αιματηρά σενάρια (σπασμένα τσόφλια, υπολείμματα κρόκου, ένα τηγάνι ή ένα πηρούνι έστω!).

Το μόνο που υποθέτουμε είναι πως οι σοφοί γονείς θεώρησαν ότι το μέρος που είχαν επιλέξει για να στεγάσουν τον παράνομο δεσμό τους, δεν ήταν ενδεδειγμένο για την γέννηση και καλή ανατροφή μικρών και αθώων νεοσσών -εξού και μάζεψαν αυγά, ζιπούνια και πορτ-μπεμπέ, προς άγραν άλλου, ηθικότερου καταλύματος. Ας ελπίσουμε, τουλάχιστον, πως τα αυγά είναι σώα και αβλαβή…

_________________________
Η ιστορία είναι απολύτως αληθής, αλλά δεν δύναμαι να την στηρίξω με αποδεικτικά στοιχεία*, καθώς, κάθε φορά που τολμούσα να αγγίξω την φωτογραφική μηχανή, το ερωτευμένο ζεύγος έκανε -κυριολεκτικώς- φτερά και εξαφανιζόταν σε dt. Κλαψ!

*Το φωτογραφικό υλικό είναι μια ευγενική προσφορά του Μπαλονιού, που προφανώς έχει τα ίδια βίτσια με μένα!

Advertisements