Μαθαίνουμε από μικροί να θεωρούμε τους εαυτούς μας μοναδικούς, λόγω της εθνικότητας και της καταγωγής μας. Μαθαίνουμε να θεωρούμε πως βρισκόμαστε στο κέντρο του κόσμου και πως το σύμπαν περιστρέφεται γύρω από μας. Φυσικά, δεν είμαστε οι μόνοι: τα ίδια μαθαίνουν και πολλοί άλλοι. Από την στιγμή που συνειδητοποιήσουμε αυτές τις δύο πραγματικότητες, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα προς την γνωριμία μας με τον κόσμο, αλλά και προς την διαδικασία «επανασυστάσεων» με τον εαυτό μας και την «εθνική μας υπόσταση».

 

Από την άλλη, ένα καλό βιβλίο μπορεί να είναι μια πολύ καλή αφορμή για να κινηθεί το ενδιαφέρον μας προς ένα λαό και μια χώρα για την οποία γνωρίζουμε πολύ λίγα -ως και τίποτα. Η Φινλανδία είναι μια τέτοια χώρα.

 

Το ιστορικό πλαίσιο*

 

Είναι για την ακρίβεια ένα κράτος που δεν υπήρχε σχηματισμένο στο χάρτη μέχρι το 1919. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν οι Φινλανδοί: οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες στην φινλανδική γλώσσα ανάγονται στο 12ο αιώνα. Οι γνώσεις μας όμως για τις προηγούμενες εποχές είναι πολύ περιορισμένες. Σε κάθε περίπτωση, από τον 13ο ως τις αρχές του 19ου αιώνα, η περιοχή που σήμερα ορίζεται ως Φινλανδικό κράτος (για την ακρίβεια, μια μεγαλύτερη περιοχή από αυτήν: όπου υπήρχαν Φινλανδοί) και μιλιόταν η φινλανδική γλώσσα) βρισκόταν υπό σουηδικό καθεστώς. Από τις αρχές του 19ου, η περιοχή αυτή περιήλθε στην Ρωσική Αυτοκρατορία. Στα 1906, υπό το φως των αναταραχών και της πρώτης επανάστασης στην Ρωσία, οι Φινλανδοί πέτυχαν να απολαύσουν μια σχετική αυτονομία, υπό το καθεστώς του «Μεγάλου Δουκάτου της Φινλανδίας», του οποίου ο επικεφαλής ήταν φυσικά Ρώσος και διορισμένος από τον Τσάρο. Ήδη από τα μέσα του 19ου, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα κίνημα αφύπνισης της Φινλανδικής εθνικής συνείδησης, εξαιτίας και του πνεύματος της εποχής, αλλά και της σκληρότητας της ρωσικής κατοχής. Μια σημαντική πτυχή είναι και το γλωσσικό ζήτημα (καθώς, μέχρι εκείνη την εποχή, τα σουηδικά ήταν η επίσημη γλώσσα των κρατικών υπηρεσιών, ενώ τα φινλανδικά η γλώσσα του λαού).

 

Σε κάθε περίπτωση, μέχρι το 1918, η φύση της φινλανδικής κοινωνίας και οικονομίας βρίσκεται σε «προκαπιταλιστικό επίπεδο», είναι καθαρά αγροτική και οργανωμένη κατά το φεουδαρχικό μοντέλο. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες είναι μεν Φινλανδοί, αλλά κοινωνικά είναι κατώτεροι από τους εναπομείναντες Σουηδούς. Ο λαός είναι στην πλειοψηφία του δουλοπάροικοι, που στην καλύτερη περίπτωση έχουν δικαίωμα να εκμεταλλεύονται ένα κομμάτι γης (το οποίο ανήκει στον γαιοκτήμονα και για το οποίο πληρώνουν ενοίκιο), ενώ στην χειρότερη εξασφαλίζουν τα στοιχειώδη προς το ζην, δουλεύοντας στη γη του γαιοκτήμονα από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου (χρονικό διάστημα που το χειμώνα περιορίζεται σε 3-4 ώρες, ενώ το καλοκαίρι φτάνει και τις 20).

 

Ο απόηχος της επανάστασης του 1905 επηρεάζει την Φινλανδία περισσότερο με τη μορφή της επιδίωξης εθνικής ανεξαρτησίας. Παρ’όλα αυτά, οργανώνεται ένα υποτυπώδες κοινοβούλιο, ενώ αρχίζουν να ακούγονται και οι πρώτες σοσιαλιστικές, ή ακόμα και κομμουνιστικές φωνές. Οι δουλοπάροικοι αρχίζουν να αφυπνίζονται, αν και νιώθουν ακόμα πολύ αδύναμοι. Μεγάλη συζήτηση γίνεται για το θέμα της καθολικής ψήφου. Το νεοσύστατο Κοινοβούλιο εξασφαλίζει το δικαίωμα σε όσους νοικιάζουν γη, να αποκτήσουν την κυριότητά της για μερικά χρόνια (ως το 1915, οπότε και επρόκειτο να επανεξεταστεί το θέμα). Η αριστοκρατία και οι γαιοκτήμονες αρχίζουν να νιώθουν το έδαφος να κινείται κάτω από την βαθιά ριζωμένη κυριαρχία τους.

 

Αυτό που είναι μάλλον άγνωστο είναι το εξής: υπό το φως της Οκτωβριανής επανάστασης και κατόπιν της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, την στιγμή ακριβώς που οι εθνικιστές ετοιμάζονται να γιορτάσουν την ανεξαρτησία της χώρας, τα εργατικά συνδικάτα παίρνουν τα όπλα, για να διεκδικήσουν την απελευθέρωση των δουλοπάροικων. Στο εσωτερικό του κινήματος υπάρχουν πολλές αντιφάσεις: κομμουνιστές που αποσκοπούν στην διαμόρφωση ενός σοβιετικού τύπου καθεστώτος, όπως στην Ρωσία∙ σοσιαλδημοκράτες που διαφωνούν με την ένοπλη σύρραξη και απέχουν∙ ενοικιαστές γης που στοχεύουν απλά στην απόκτηση τίτλων ιδιοκτησίας για την γη που δουλεύουν∙ εργάτες των πόλεων∙ απλοί εργάτες της αγροτικής Φινλανδίας που, με ένα θολό τρόπο, επιδιώκουν το τέλος της μιζέριας και της φτώχειας τους∙ αλλά και αρκετοί που ενώθηκαν με το κίνημα εξαιτίας μιας ασαφούς αίσθησης αδικίας.

 

Ο εμφύλιος πόλεμος κράτησε λίγο περισσότερο από 4 μήνες. Υπολογίζεται ότι Κόκκινοι και Λευκοί είχαν περίπου τον ίδιο αριθμό έμψυχου δυναμικού (περί τις 90 χιλιάδες). Οι Λευκοί βέβαια υποστηρίχτηκαν από την Γερμανία και την Σουηδία (με περίπου 14000 στρατού, αλλά κυρίως με υλική υποδομή, όπλα και εφόδια). Οι Κόκκινοι δέχτηκαν επίσης ρωσική βοήθεια, αλλά πολύ κατώτερη εξαιτίας ακριβώς των ελλείψεων που και οι Μπολσεβίκοι είχαν, καθώς ο δικός τους πόλεμος ήταν ακόμα σε εξέλιξη και τα δικά τους εφόδια ήταν πολύ πιο πενιχρά. Στην κορύφωση του εμφυλίου, οι Κόκκινοι κατείχαν όλη τη νότια Φινλανδία, δηλαδή τις μεγαλύτερες πόλεις (Ελσίνκι, Τάμπερε, Τούρκου). Οι Λευκοί ανασυντάχτηκαν στην Βάασα της Ανατολικής Βοτνίας, την οποία ανακύρηξαν και πρωτεύουσα. Με την βοήθεια των Γερμανών, η αντεπίθεσή τους τούς χάρισε και την τελική νίκη.

 

Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές υπολογίζεται σε περίπου 37000 -οι 30000 από την πλευρά των Κόκκινων. Πέρα από τους νεκρούς στα πεδίο της μάχης, δέκα χιλιάδες καταδικάστηκαν σε θάνατο μετά την ήττα και περίπου 13000 πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Η ίδια μεταχείριση επιφυλάχτηκε και στους σοσιαλδημοκράτες, παρά το γεγονός ότι αυτοί απείχαν από τη σύρραξη. Παρ’όλα αυτά, η επανάσταση σήμανε το τέλος της φεουδαρχίας: οι ενοικιαστές γης μπόρεσαν να αγοράσουν τη γη τους και έτσι απελευθερώθηκαν. Μολονότι το κομμουνιστικό κίνημα δέχτηκε πολύ σοβαρό πλήγμα (και αργότερα απαγορεύτηκε το κομμουνιστικό κόμμα), η επανάσταση ανέδειξε τους σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι, αν οι πρώτες εκλογές ήταν αδιάβλητες, θα είχαν κατακτήσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

 

Όλα αυτά οδήγησαν στην τρομοκρατία του Μεσοπολέμου: κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες δέχονται φοβερές διώξεις, καθώς η αριστοκρατία νιώθει μεγάλη ανασφάλεια πλέον. Σε συνδυασμό με την άνοδο του φασισμού στην υπόλοιπη Ευρώπη (και κυρίως στην Γερμανία με την οποία οι Λευκοί διατηρούσαν πολύ στενούς δεσμούς), το αποκορύφωμα της τρομοκρατίας μετουσιώνεται στο κίνημα της Λάπουα, που ξεκινά στα 1929: δολοφονίες, απαγωγές, ξυλοδαρμοί, τρομοκράτιση των οικογενειών των αριστερών, επιθέσεις και πλιάτσικο στα γραφεία των συνδικάτων και των αριστερών εφημερίδων. Το κίνημα ηττάται κατόπιν της σθεναρής παρέμβασης της δεξιάς κυβέρνησης, όταν οι κινηματίες επιχείρησαν πραξικόπημα, θεωρώντας πως ο Πρόεδρος υποθάλπει τους σοσιαλδημοκράτες. Το πραξικόπημα αποτυγχάνει κυρίως επειδή δεν χαίρει υποστήριξης ούτε καν από το μεγαλύτερο μέρος της Πολιτοφυλακής.

 

Τα πάθη και οι ακρότητες υποχωρούν και τελικά επιτυγχάνεται μια μορφή συμφιλίωσης με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη φάση του πολέμου (1939 – 1940), η Φινλανδία δέχεται επίθεση από την Σοβιετική Ένωση. Παρά την Σοβιετική υπεροχή, οι 105 μέρες του «Πολέμου του Χειμώνα» λήγουν με την Συνθήκη της Μόσχας, σύμφωνα με την οποία η Φινλανδία χάνει 9% του εδάφους της, ενώ η Σοβιετική Ένωση έχει υποστεί σημαντικές στρατιωτικές απώλειες.

Τον Δεκέμβριο του 1941, κατόπιν κήρυξης πολέμου από την Βρετανία στην Φινλανδία, ξεκινά η δεύτερη φάση του πολέμου, κατά την οποία οι Φινλανδοί συνεργάζονται με την Γερμανία στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Το τέλος του πολέμου βρίσκει την Φινλανδία στην πλευρά των ηττημένων. Πέραν αυτού, η περιοχή της Καρέλια, την οποία διεκδικούσαν έχει χαθεί οριστικά.

 

Το βιβλίο

 

Το βιβλίο του Väino LinnaUnder the North Star” (clic) παρουσιάζει την ιστορία της Φινλανδίας από το 1880 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50, μέσα από την ιστορία ενός χωριού, που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χώρας. Μέσα στην τριλογία, εξιστορούνται όλα τα σημαντικά γεγονότα αυτής της περιόδου, υπό το πρίσμα των απλών ανθρώπων που τα βίωσαν. Η επιτυχία του συγγραφέα είναι πως δεν κρίνει και δεν δικάζει, αλλά καταφέρνει να παρουσιάσει τις πράξεις και τα κίνητρα των χαρακτήρων σαν εξωτερικός παρατηρητής. Ο αναγνώστης διαισθάνεται πως ο συγγραφέας τοποθετείται απέναντι στην αριστοκρατία (και το δεξί της χέρι, την εκκλησία), χωρίς όμως να χαϊδεύει την άλλη πλευρά. Παράλληλα, ο συγγραφέας χτίζει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και έχει το ταλέντο να αποδίδει όλα τα στοιχεία της προσωπικότητάς τους, τόσο από τα εκφραστικά τους μέσα, όσο και από τις επιλογές και τις πράξεις τους.

 

Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκονται δύο οικογένειες, οι Κόσκελα και οι Κίβιβουόρι. Ο Γιούσι Κόσκελα είναι ένας απλός αγροτικός εργάτης που καταφέρνει να νοικιάσει ένα κομμάτι από τη γη που ανήκει στην Εκκλησία. Ο γιος του, Άξελι θα κατορθώσει να μετατρέψει τη γη αυτή σε ιδιοκτησία του και να την αυξήσει, με στόχο να εξασφαλίσει τα πέντε παιδιά του. Όμως, βρίσκει μπροστά του τις αμείλικτες προθέσεις της ιστορίας. Όπως ο Γιούσι θα χάσει τα δύο από τα τρία του παιδιά στον εμφύλιο, ο Άξελι θα χάσει 3 γιους στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Πατέρας και γιος καταλήγουν εν τέλει με τον ίδιο τρόπο. Στην Τρίτη γενιά πλέον, η αριστοκρατία έχει χάσει όλα της τα προνόμια, και οι Κόσκελα είναι μέρος αυτών που στελεχώνουν την αναδυόμενη μέση τάξη. Καθόλου τυχαία, ο δεύτερος τόμος του βιβλίου, στον οποίο εξιστορούνται τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου, ονομάζεται «Εξέγερση», ενώ ο τρίτος «Συμφιλίωση».

 

Η ουσία του βιβλίου συμπυκνώνεται στην φράση του Άξελι, την στιγμή της επιστράτευσης, όταν φεύγουν τα παιδιά του για το μέτωπο: «Δεν ησυχάζουν ποτέ… Δεν σ’αφήνουν σε ησυχία… Πάνω που έχεις καταφέρει να φτιάξεις τη ζωή σου…». Γιατί ο Linna αντιμετωπίζει την ιστορία από την πλευρά των απλών καθημερινών ανθρώπων, χωρίς να ενδιαφέρεται για τους ήρωες.

 

Πέρα από αυτά, ο συγγραφέας ψυχογραφεί και έναν ολόκληρο λαό: οι Φινλανδοί δεν είναι ούτε Σκανδιναβοί, ούτε Σλάβοι. Οι χαρακτήρες του Linna νιώθουν πολλά, αλλά δεν εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Όμως τα συναισθήματα είναι παρόντα, με έναν υπόγειο όσο και εύγλωττο τρόπο, αλλά χωρίς εξάρσεις.

 

Ο απόηχος του βιβλίου στην Φινλανδία ήταν πολύ σημαντικός. Ήταν η πρώτη φορά που θιγόταν δημόσια το θέμα του εμφυλίου, όχι από την πλευρά των Λευκών νικητών, και άρα ήταν η πρώτη φορά που δημόσια κάποιος αντιμετώπισε με θετικό τρόπο τους Κόκκινους. Η έκδοση του βιβλίου στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην διαδικασία της εθνικής συμφιλίωσης.

 

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, ένα πολύ καλογραμμένο μυθιστόρημα που συμπυκνώνει μια πλευρά της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, όπως αυτή εκδηλώθηκε στην συγκεκριμένη χώρα –αφήνοντας όμως περιθώρια για σκέψη και συγκρίσεις με άλλες περιοχές της ευρωπαϊκής ηπείρου. Κατά αυτή την έννοια, το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε όσους ενδιαφέρονται για την Φινλανδία.

 

Αξίζει ακόμα να σημειωθεί η πολύ καλή μετάφραση στα αγγλικά από τον Richard Impola. Χωρίς να γνωρίζω το πρωτότυπο, η γλώσσα την απόδοσης είναι πάρα πολύ καλά δουλεμένη. Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από το amazon. 

 

_____________________________________

*Οι πληροφορίες προέρχονται από το ίδιο το βιβλίο και τα εξαιρετικά εισαγωγικά του σημειώματα, αλλά και από τα προτεινόμενα λινκς.

Advertisements