Το Σουδάν είναι η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα στην Αφρική. Ο βορράς κατοικείται κυρίως από Άραβες, ενώ ο νότος κυρίως από αφρικανούς. Η χώρα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας πέρισυ, όταν ξέσπασαν οι ταραχές στο Νταρφούρ, την δυτική της περιοχή. Όμως, είχαν προηγηθεί δύο περίπου εικοσαετείς εμφύλιοι πόλεμοι, ο δεύτερος εκ των οποίων έληξε (;) πριν από τρία χρόνια. Στην χώρα αυτή, η προεξάρχουσα θρησκεία είναι ο μουσουλμανισμός -ενώ υπάρχουν αρκετοί χριστιανοί, αλλά και αφρικάνοι που εξακολουθούν να ανήκουν στις ντόπιες θρησκείες.

Όλα αυτά μοιάζουν πολύ με δημοσιογραφικά δελτία τύπου ή αποσπάσματα από βιβλία ιστορίας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι μάλλον πιο σκληρή και λιγότερη ψυχρή. Έχουμε συνηθίσει να ακούμε τις λέξεις «πόλεμος», «ταραχές», «νεκροί», «πρόσφυγες», χωρίς να μας προκαλούν καμία εντύπωση πια.

Αν όμως δοκιμάσουμε να σκεφτούμε ότι πίσω από αυτές τις λέξεις υπάρχουν άνθρωποι και θύματα, το πράγμα παίρνει μάλλον άλλες διαστάσεις. Μια από τις όψεις αυτής της πραγματικότητας, περιλαμβάνει ομάδες αράβων ανταρτών, οπλισμένων με σύγχρονα όπλα (από ποιον αλήθεια;), που εισβάλλουν νύχτα σε χωριά αφρικάνων του νοτίου Σουδάν, καίνε τις αχυρένιες καλύβες, σκοτώνουν, βιάζουν και συλλαμβάνουν ομήρους. Οι όμηροι αυτοί είναι συνήθως γυναίκες και παιδιά. Οδηγούνται σε κρατικά στρατόπεδα και πουλιούνται: τα παιδιά ως σκλάβοι, οι γυναίκες για να καταλήξουν στην πορνεία.

Η δουλεία έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Η χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ την απαγορεύει εδώ και πάνω από μια πεντηκονταετία. Αλήθεια; Η πραγματικότητα που ζουν σήμερα πολλά παιδιά από το νότιο Σουδάν (και προφανώς και από άλλα σημεία του πλανήτη) είναι αρκετά διαφορετική. Τα παιδιά αυτά, σε ηλικίες 7, 8, 12 χρονών γίνονται σκλάβοι σε σπίτια πλουσίων (ενίοτε και κυβερνητικών υπαλλήλων, διπλωματών ή άλλων «εκπροσώπων του κράτους»): δουλεύουν όλη την ημέρα, επτά μέρες την εβδομάδα, τρώνε ξύλο, τραυματίζονται, αρρωσταίνουν χωρίς να δεχτούν ιατρική περίθαλψη και δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα. Αν είναι κορίτσια, η μοίρα τους περιλαμβάνει και σεξουαλικές υπηρεσίες στα αφεντικά από την στιγμή που θα μπουν στην εφηβεία (ίσως και νωρίτερα). Προσοχή: δεν πρόκειται για παιδική εργασία. Πρόκειται για κανονικότατη δουλεία, ο αφέντης έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου (η αλήθεια βέβαια είναι πως αν ο σκλάβος πεθάνει από υπαιτιότητα του αφεντικού, το πράγμα γίνεται λίγο δύσκολο, αλλά όλα επιδέχονται διόρθωσης εν τέλει).

Η Μέντε Νάζερ εγκατέλειψε την παιδική της ηλικία στα 12 χρόνια της: γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 συνελήφθη ως όμηρος από Άραβες επιδρομείς. Ήταν σκλάβα για επτά χρόνια, πρώτα στο Χαρτούμ και μετά στο Λονδίνο! Όταν δραπέτευσε, η Βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε αρχικά (!) να της παραχωρήσει άσυλο. Όταν δραπέτευσε δεν ήξερε πώς να χειριστεί χρήματα, δεν ένιωθε άνετα όταν της δινόταν η δυνατότητα να καθίσει στο τραπέζι με άλλους, δεν διανοούνταν πως μπορούσε να πάει όπου θέλει, όποτε θέλει: δεν ήξερε τι να κάνει με την ελευθερία της.

O Damien Lewis την βοήθησε να γράψει ένα βιβλίο για τα χαμένα παιδικά της χρόνια και τα βασανιστήρια που υπέστη από τα 12 μέχρι τα 20 της χρόνια. Το βιβλίο φέρνει στο φως την αλήθεια του πολέμου -που χαρακτηρίζεται εμφύλιος, αλλά πρόκειται ουσιαστικά για έναν πόλεμο μεταξύ μουσουλμάνων αράβων μουτζαχεντίν και μουσουλμάνων αφρικανών: για την ακρίβεια πρόκειται για επιδρομές των αράβων σε χωριά αφρικανών, με την σιωπηρή συγκατάθεση της κυβέρνησης του Σουδάν. Φέρνει ακόμα στο φως το γεγονός ότι η μαύρη Αφρική ζει ακόμα σε συνθήκες προαποικιακής εποχής, η επιβίωσή της εξαρτάται από την συχνότητα των βροχοπτώσεων. Η Μέντε μιλά για τα ευτυχισμένα της παιδικά χρόνια σε μια καλύβα στο νότιο Σουδάν. Αυτά τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια περιλάμβαναν το γεγονός ότι ο μέλλων άντρας της την είχε διαλέξει από την στιγμή που γεννήθηκε. Ότι στα εφτά της χρόνια έζησε την φρίκη της κλειτεριδεκτομής. Ότι αν δεν είχε αρπαγεί από τους Άραβες επιδρομείς, θα παντρευόταν στα 14 έναν άντρα 20 χρόνια μεγαλύτερό της. Και ότι, λόγω της κλειτεριδεκτομής, κινδύνευε να πεθάνει στον τοκετό ή να γεννήσει το παιδί της νεκρό.

Γιατί τα προβλήματα σε αυτές τις χώρες, που τόσο αυτάρεσκα ονομάζουμε Τρίτο Κόσμο ή αναπτυσσόμενα κράτη, δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις ξηρασίες, τους πολέμους, τις επιδημίες και την έλλειχη φαρμάκων και γιατρών. Έχουν να κάνουν και με τα «πολιτιστικά χαρακτηριστικά» και τις «παραδόσεις» που παραμένουν ισχυρές και ριζωμένες στους λαούς αυτούς. Και που κάποιους βολεύει να μην αλλάξουν.

Διαβάζοντας το βιβλίο, είχα την εντύπωση πως αναφερόταν σε μια εποχή πέντε αιώνες πριν. Και όμως: όλα αυτά συνέβησαν στην προηγούμενη δεκαετία -και εξακολουθούν να συμβαίνουν και σήμερα.

Περισσότερα εδώ, εδώ και εδώ.

Επί τη ευκαιρία, σας προτείνω να δείτε και αυτό.

Advertisements