Τις προάλλες παρακολούθησα ένα σεμινάριο. Συνήθως τα σεμινάρια είναι βαρετοί μονόλογοι, εικογραφημένοι με παρουσιάσεις ppp (powerpoint presentation για τους μη σεμιναριασμένους). Για πρώτη φορά είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο εντελώς διαφορετικό, διαδραστικό, οργανωμένο για μικρή ομάδα (9 άτομα εν προκειμένω), της οποίας όλα τα μέλη συμμετείχαν και μάλιστα επί ίσοις όροις με την παρουσιάστρια.

Και τελικά, είχα άλλη μια απόδειξη πως η αλληλοδιδακτική μέθοδος είναι η ορθότερη εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτό που μας κέρδισε στην παρουσιάστρια ήταν πως από την πρώτη στιγμή κατέστησε σαφή δύο πράγματα: ότι κατέχει μεν το θέμα της και είναι βέβαιη για όσα θα μας έλεγε -αλλά παράλληλα πως δεν γνωρίζει τα πάντα και πως θα ήθελε, στο τέλος του μαθήματος, να έχει μάθει κι εκείνη κάτι από μας.

Το να βρεθείς στην έδρα, δεν σημαίνει πως είσαι παντογνώστης. Βρέθηκες εκεί, επειδή ενδεχομένως γνωρίζεις καλά το θέμα σου, αλλά είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν κάποιες πτυχές του που ακόμα δεν είχες την ευκαιρία να ανακαλύψεις. Και σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν πολλά άλλα θέματα, λιγότερο ή περισσότερο συναφή, στα οποία οι γνώσεις σου παραμένουν ελλιπείς. Είναι λοιπόν έξυπνο, από μέρους σου, να αξιοποιήσεις την ευκαιρία να μάθεις κι εσύ από τους μαθητές σου.

Έχοντας περάσει 18 χρόνια από την εκπαιδευτική διαδικασία είχα την ευκαιρία μόνο δυο φορές να συναντήσω τέτοιους δασκάλους: η πρώτη περίπτωση ήταν ένας υποδειγματικός καθηγητής στο γυμνάσιο. Η δεύτερη ήταν αυτή στην οποία αναφέρομαι εδώ. Εντοπίζω ένα πολύ βασικό πρόβλημα της εκπαίδευσης ακριβώς στην παραδοχή του διδάσκοντος ως απόλυτης αυθεντίας. Έχω μάλιστα βρεθεί αντιμέτωπη με περιπτώσεις διδασκόντων, εμφανώς άσχετων με ορισμένα θέματα, οι οποίοι όμως επ’ουδενί τω λόγω δεν θα παραδέχονταν όχι λάθος, μα ούτε καν έλλειψη. Προφανώς είναι θέμα αρχής, κύρους και εγωισμού. Υπάρχει όμως και μια παράμετρος, σύμφυτη με την μορφή και τους στόχους της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην κοινωνία μας. Ο σαφής καθορισμός ρόλων (ειδήμoνος/μαθητή, ανώτερου/κατώτερου, προϊσταμένου/υφισταμένου), οι οποίοι εξυπηρετούν ακριβώς την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, μέσω μιας απαράβατης αρχής: της πειθαρχίας και την υποτέλειας. Καθώς παίρνεις θέση σε ένα θρανίο, αποδέχεσαι de facto ότι είσαι κατώτερος από εκείνον που κάθεται στην έδρα. Άρα, αποδέχεσαι πως θα υπακούσεις σε αυτόν και θα αποδεχτείς όσα αυτός διδάξει ως σωστά. Έτσι, μαθαίνεις εκτός από το περιεχόμενο της παράδοσης και τον μετέπειτα κοινωνικό σου ρόλο: όσο δεν κατέχεις θέση εξουσίας, οφείλεις να είσαι πειθήνιος προς εκείνους που κατέχουν τέτοιες θέσεις. Αλλιώς είσαι απροσάρμοστος και τίθεσαι εκτός συνόλου.

Στην βάση της, η θεωρία πάσχει: αν, όταν ήσασταν στο σχολείο, δοκιμάζατε να θέσετε στον φιλόλογό σας ένα ερώτημα σε σχέση με τις διαφορικές εξισώσεις, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα παίρνατε καμία πειστική απάντηση. Αυτομάτως, θα ερχόταν στο φως το προφανές: κανείς δεν είναι αυθεντία, κανείς δεν γνωρίζει τα πάντα και κανείς -κατ’επέκτασιν- δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Θα μου πείτε, ο φιλόλογος ήταν εκεί για να διδάξει αρχαία, όχι άλγεβρα: σωστό. Το ακραίο αυτό παράδειγμα, απλώς καταδεικνύει το προφανές: κανείς δεν κατέχει το σύνολο της γνώσης. Άρα, όλοι μας έχουμε να μάθουμε κάτι από όλους τους άλλους.

Αν όμως αυτή η πραγματικότητα τεθεί στο κέντρο της λογικής της κοινωνικής οργάνωσης, αυτομάτως καταρρέει ένα από τα θεμέλιά της: η αλυσίδα της πειθαρχίας. Φανταστείτε ένα σχολείο, ας πούμε ένα δημοτικό, όπου οι δάσκαλοι διδάσκουν μεν στα παιδιά γραφή και ανάγνωση, αλλά παράλληλα είναι ανοιχτοί στο να μάθουν από αυτά πώς παίζουν, πώς ζωγραφίζουν ή πώς σκέφτονται. Ακόμα καλύτερα: φανταστείτε μια πανεπιστημιακή αίθουσα, στην οποία ο ρόλος του καθηγητή εναλλάσσεται μεταξύ των φοιτητών και όπου η έδρα δεν βρίσκεται σε ψηλό βάθρο στο κέντρο.

Πρόκειται για μια οπτικοποίηση της ισότητας. Η οποία αποτελεί ένα σαφές έλλειμμα για την κοινωνία μας.

Advertisements