Αυτός υποθέτω πως θα ήταν ο τίτλος αν το «Λίγο από το αίμα σου» μεταφραζόταν στα αγγλικά (και κάλλιστα θα μπορούσε). Είναι λίγο άβολο για μένα να γράψω γι’αυτό το βιβλίο, γιατί η Σώτη Τριανταφύλλου είναι από τις αγαπημένες μου συγγραφείς, γιατί αυτή την φορά με απογοήτευσε λίγο και γιατί ενοχλήθηκα όταν είδα πως το βιβλίο διαφημίζεται από την τηλεόραση.

Ας ξεκινήσω ανάποδα. Μελαγχολώ όταν βλέπω διαφημίσεις για βιβλία στην τηλεόραση. Πιστεύω πως το βιβλίο δεν είναι «προϊόν προς κατανάλωση» -και τέτοια είναι αυτά που διαφημίζονται συνήθως από την τηλεόραση. Με ενοχλεί, γιατί έτσι μπαίνει και το βιβλίο στο ίδιο τσουβάλι με την καινούρια hybrid Lexus, με μια σερβιέττα ή ένα ελαιόλαδο, που πιθανόν να διαφημίζονται πριν ή μετά. Τα περισσότερα βιβλία που διαφημίζονται μάλιστα είναι δεύτερης κατηγορίας, βιβλία της τάξης «ελαφρύ ανάγνωσμα για την παραλία».

Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, μελαγχόλησα λίγο παραπάνω, επειδή πρόκειται για συγγραφέα που αποκρυσταλλώνει συνήθως το νόημα των δύο συστατικών της λέξης «λογοτεχνία» (λόγος και τέχνη), και επειδή, κατά μία σατανική σύμπτωση, τούτο ήταν ίσως το λιγότερο καλό της βιβλίο -κατά την άποψη κάποιου που τα έχει διαβάσει σχεδόν όλα.

Με τι καταπιάνεται η συγγραφέας σε αυτό το βιβλίο; Με την Βρετανική αριστοκρατία, καταρχάς, λίγο πριν αυτή φτάσει στο ναδίρ της. Με την Βρετανική αποικιοκρατία, μέρος της οποίας είναι συνδεδεμένη με την αριστοκρατία, και δη την ελαφρώς ξεπεσμένη. Με την Αφρική κυρίως, την μαύρη και βασανισμένη Αφρική, την αθώα και άγρια, λίγο πριν της αφύπνισή της. Με τη νεανική αθωότητα, τις βόλτες με κάμπριο αυτοκίνητα στην εποχή που μεσουρανεί η τζαζ. Με την προσωπική αναζήτηση ανθρώπων που προέρχονται από τα παραπάνω backgrounds. Για την ακρίβεια, με την προσωπική αναζήτηση αυτών που έχουν την πολυτέλεια και τον χρόνο να αναζητούν, δηλαδή εκπροσώπων όλων αυτών των backgrounds, πλην του αφρικανικού.

Οι αφρικάνοι δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια, γιατί δεν τους μένει χρόνος: πρέπει να σιδερώνουν, να μαγειρεύουν και να υπηρετούν τους Βρετανούς νυχθημερόν. Δεν έχουν καν αυτή την ανάγκη, γιατί για τους ανθρώπους αυτούς, δεν υπάρχει κάτι να αναζητήσουν: η φύση μέσα στην οποία ζουν δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις σε όλα, και όταν δεν τα καταφέρνει, υπάρχουν τα πνεύματα και τα άυλα όντα που λειτουργούν επικουρικά.

Οι άλλοι, που έχουν την ανάγκη και τον χρόνο να αναζητούν, ακροβατούν σε ερωτήματα-τεντωμένα σχοινιά και ψάχνουν να βρουν τον προσωπικό τους καθορισμό, την ύπαρξη και την ουσία τους, μέσα σε έναν κυκεώνα δεδομένων, καθορισμένων από την θρησκεία, την εκπαίδευση, τους οξφορδιανούς κύκλους και τον καθωσπρεπισμό. Οι Βρετανοί ήρωες είναι φυλακισμένοι, μοιάζουν με τα μικρά έντομα, που μπλέχτηκαν σε έναν ιστό αράχνης και αδυνατούν να απελευθερωθούν. Οι Βρετανοί ήρωες κάνουν κύκλους γύρω από το προφανές που δεν τολμούν να αγγίξουν. Κομβικά γεγονότα, όπως ο πόλεμος και ο θάνατος τους προσγειώνουν και τους αναγκάζουν να κοιτάξουν την αλήθεια κατά πρόσωπο, αλλά αυτοί αποστρέφουν το βλέμμα. Ως χαρακτήρες μένουν -σκόπιμα- ανολοκλήρωτοι και κυρίως εκκρεμείς και απορημένοι μέσα στη δίνη ενός κόσμου που αλλάζει με ραγδαία ταχύτητα. Όπως αναφέρεται και από την ίδια την συγγραφέα «Σε αυτό το βιβλίο όλα είναι αληθινά, τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο«.

Μέσα από το μυθιστόρημα αναδύονται άσχημες μυρωδιές πολέμου, θανάτου και αυτοκαταστροφής. Αλλά και μυρωδιές απανθρωπιάς, που μολύνουν την αγνή crystal clear φύση. Η δυστυχία και η εγκατάλειψη υφέρπουν από τις πρώτες γραμμές. Όπως και ο κυνισμός. Και είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι η αφήγηση γίνεται από την σκοπιά ενός τυχοδιώκτη Βρετανού αποικιοκράτη, που δεν ανήκει στην αριστοκρατία. Η οπτική γωνία είναι πολύ εύστοχη.

Όλα τα βιβλία της Τριανταφύλλου για μένα είναι συναρπαστικά και διαβάζονται απνευστί. Αυτό διαβάζεται μεν απνευστί επίσης, αλλά δεν ήταν συναρπαστικό. Αυτό που βρίσκω αξιοθαύμαστο στην Τριανταφύλλου είναι το γεγονός ότι αναμειγνύει πολύ επιτυχημένα την ιστορία και την πολιτική με την λογοτεχνία. Το δεύτερο πρωτότυπο χαρακτηριστικό της είναι η δυνατότητα που έχει να αλλάζει ύφος και στυλ γραφής σε κάθε καινούριο της βιβλίο. Στο «Λίγο από το αίμα σου«, η ιστορία και η πολιτική είναι σε δεύτερο πλάνο, ενώ το ύφος μοιάζει να επαναλαμβάνει τον «Εργοστάσιο των Μολυβιών» και το «Άλμπατρος«. Είχε ήδη αρχίσει να χάνει ελαφρώς το χάρισμα αυτής της πρωτοτυπίας από τα «Κινέζικα κουτιά» (και μια κριτική εδώ), εκεί όμως αυτό δεν ήταν τόσο εμφανές, γιατί τα «Κινέζικα κουτιά» θύμιζαν λιγάκι το «Σάββατο βράδυ, στην άκρη της πόλης«, αλλά το εντελώς καινούριο και διαφορετικό θέμα κάλυπτε αυτή την έλλειψη. Στο τελευταίο της βιβλίο, είναι εμφανής μια αμηχανία, μια δυστοκία και μια έλλειψη φρεσκάδας. Η ιστορία θα είχε την δυνατότητα να αποτελέσει ένα καινούριο «Εργοστάσιο των Μολυβιών«, αλλά δεν το καταφέρνει.

Νομίζω πως αν αυτό είναι το πρώτο βιβλίο της Τριανταφύλλου που θα διαβάσετε, είναι πιθανό να το αγαπήσετε. Αν όμως έχετε διαβάσει και τα προηγούμενα, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα βιώσετε στο τέλος την ίδια απογοήτευση και το ίδιο κενό που θα έχετε πιθανότατα νιώσει, διαβάζοντας τα τελευταία (πολύ χειρότερα είναι η αλήθεια) βιβλία της Ιζαμπέλ Αλλιέντε.

Ελπίζω το επόμενο βιβλίο της Τριανταφύλλου να αργήσει να εκδοθεί, ώστε να έχει η συγγραφέας το χρόνο να ξαναβρει τον παλιό καλό της εαυτό.

_____________________________
Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Πολύ ενδιαφέρουσα και η κριτική του Δημήτρη Αθηνάκη.
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε απόσπασμα που δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση.
Και δύο συνεντεύξεις της συγγραφέως εδώ και εδώ.

Advertisements