Μια σειρά από πρίσματα που διαθλούν την εικόνα εμποδίζουν την γνώση του άλλου ανθρώπου. […]

Πρώτα είναι το φράγμα που χωρίζει την εικόνα από τη γλώσσα. Το μυαλό σκέφτεται με εικόνες, αλλά, για να επικοινωνήσει με κάποιον άλλο, πρέπει να μετατρέψει την εικόνα σε σκέψη κι έπειτα τη σκέψη σε γλώσσα. Αυτή η πορεία, από εικόνα σε σκέψη σε γλώσσα, είναι απατηλή. Στη διάρκειά της συμβαίνουν διάφορα ατυχήματα: η πλούσια, τρισδιάστατη υφή της εικόνας, η εξαιρετική της πλαστικότητα και ευελιξία, οι ιδιωτικές νοσταλγικές συγκινησιακές της αποχρώσεις –όλα αυτά χάνονται, όταν η εικόνα στριμώχνεται στη γλώσσα.

[…]

Ένας άλλος λόγος που δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε πλήρως τον άλλο είναι ότι είμαστε επιλεκτικοί ως προς το τι αποκαλύπτουμε.

[…]

Ένα τρίτο φράγμα για την πλήρη γνώση του άλλου εντοπίζεται όχι μέσα σε κείνον που αποκαλύπτει, αλλά μέσα στον άλλον, στον γνώστη, ο οποίος πρέπει να αντιστρέψει τη σειρά που ακολούθησε ο πρώτος, και να μεταφέρει πάλι τη γλώσσα σε εικόνα -στο κείμενο που μπορεί να διαβάσει το μυαλό μας. Είναι εξαιρετικά απίθανο η εικόνα του δέκτη να ταυτίζεται με την πρωτότυπη νοητική εικόνα του πομπού.

Το μεταφραστικό λάθος επιβαρύνεται και από το συστηματικό σφάλμα της προκατάληψης. Διαστρεβλώνουμε την εικόνα των άλλων, επιβάλλοντάς της τις δικές μας προτιμήσεις, ιδέες και gestalt, μια διαδικασία που την περιγράφει πολύ όμορφα ο Προυστ:

Περιτυλίγουμε το φυσιογνωμικό περίβλημα του πλάσματος που βλέπουμε με όλες τις ιδέες που έχουμε ήδη σχηματίσει για κείνο, και στην πλήρη εικόνα του που συνθέτουμε μέσα στο μυαλό μας, οι ιδέες αυτές έχουν σίγουρα την κυρίαρχη θέση. Στο τέλος, γεμίζουν τόσο ολοκληρωτικά την καμπύλη του μάγουλου, ακολουθούν με τέτοια ακρίβεια τη γραμμή της μύτης, αναμειγνύονται τόσο αρμονικά με στον ήχο της φωνής του, ώστε μοιάζουν πια να μην είναι παρά ένα διάφανο κάλυμμα, έτσι ώστε κάθε φορά που βλέπουμε το πρόσωπο ή ακούμε τη φωνή του, τις δικές μας ιδέες γι’αυτόν αναγνωρίζουμε και αυτές παρακολουθούμε.

[…] Ο Νίτσε γράφει κάπου ότι, όταν πρωτογνωρίζεις κάποιον, ξέρεις τα πάντα γι’αυτόν. […] ίσως σε μια πρώτη συνάντηση να είμαστε πιο ανοιχτοί. Ίσως να μην έχουμε αποφασίσει ποια περσόνα να φορέσουμε. Ίσως οι πρώτες εντυπώσεις να είναι πιο ακριβείς από τις δεύτερες και τις τρίτες.

Irvin Yalom, Ο Δήμιος του Έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας.

Χρωστάω πολλά στα βιβλία του Yalom. Τώρα πια του χρωστάω και ακόμα ένα: ότι χάρη σε αυτόν διάβασα για πρώτη φορά Προυστ. Αντιπαθούσα τον Προυστ -κι ακόμα δηλαδή τον αντιπαθώ-, θεωρώντας τον ένα δυστυχισμένο μισότρελο μισάνθρωπο. Μέσα όμως στην παραφροσύνη του, μάλλον έγραψε και μερικά μικρά διαμαντάκια, όπως το παραπάνω.

Περνάμε όλη μας την ζωή συσσωρεύοντας γνώσεις και πληροφορίες, χτίζοντας έτσι μια σειρά από στερεότυπα , τα οποία προκαθορίζουν την κρίση μας. Την στιγμή ίσως που θεωρούμε ότι η γνώση μας απελευθερώνει πλήρως, εκείνη την ίδια στιγμή πιθανώς να είμαστε απόλυτα κλεισμένοι στο χρυσό κλουβί της προκατάληψης που μόνοι μας έχουμε κατασκευάσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της άποψής μας για κάποιον έχει δημιουργηθεί στο κεφάλι μας, μέσα στα τρία πρώτα δευτερόλεπτα της γνωριμίας μας μαζί του -ίσως πριν καν αυτός μιλήσει. Η συσσωρευμένη γνώση έχει ήδη διαμορφώσει, όχι απλά μια εντύπωση, αλλά μια άποψη.

Και είναι πολύ δύσκολο να απεκδυθούμε όλο το corpus γνώσεων και πληροφοριών μας, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε όσα μας περιβάλλουν χωρίς τις προκάτ προϋποθέσεις που αυτό το corpus δημιουργεί με τρόπο αυτοματισμένο.

Πόσο συχνά μπορεί κανείς να αποδεχθεί τα λεγόμενα κάποιου άλλου, χωρίς να χρωματίσει όσα ακούει από τις γνώσεις που έχει ήδη κατακτημένες σε σχέση και με τον φορέα του λόγου, αλλά και με το θέμα; Το ενδιαφέρον δε είναι πως η πλειονότητα αυτών των προκαταλείψεων ανάγεται χρονικά στις μικρές ηλικίες, τότε που αφιλτράριστα σχεδόν δεχόμαστε όλα τα ερεθίσματα που μας χαρίζει το περιβάλλον μας. Κάποτε, αυτά λέγονται και «παιδικά τραύματα» -γεμάτος ο κόσμος από τέτοια άλλωστε.

Για το λόγο αυτό, είναι αδύνατο για έναν ενήλικο να ζωγραφίσει όπως ένα παιδί.

(Η ζωγραφιά είναι από εδώ).

Advertisements