Από την Πέμπτη το βράδυ έχουμε έναν φιλοξενούμενο. Είναι μικρούλης, δεν πιάνει πολύ χώρο, δεν έχει πολλές απαιτήσεις (λίγο φαγητό -είναι λιγόφαγος ο φτωχός- και μερικές βόλτες την ημέρα). Μετά τη βόλτα όμως πρέπει απαραιτήτως να παίξουμε με το κουρέλι του -εναλλακτικά και με τα μανίκια της Κροτ. Ε, τι να κάνουμε, θα θυσιάσουμε μερικά μανίκια.

Το πρωί σηκώνεται μόνο ‘οταν νιώσει πως έχουμε ξυπνήσει κι εμείς (κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο!) και ζητά διακριτικά να βγει έξω (σωματικές ανάγκες, γαρ!). Την πρώτη φορά που χρειάστηκε να φύγουμε (εμ, πρέπει και να δουλέψουμε!), έβαλε τα κλάματα ο δόλιος! Εμ, τον παρατήσαν οι δικοί του σε μας, τώρα να τον παρατάμε κι εμείς στο σπίτι μόνο του, πολύ δεν πάει; Δίκιο έχει, δε λέω, αλλά πώς θα αγοραστούν οι κροκέτες οι επιούσιες; Ε;

Περιμένοντας το ζαμπόν.

«Πάλι θα με παρατήσετε μόνο μου; Αφήστε τουλάχιστον λίγο ζαμπονάκι!»

«Χμμμ, ωραίος καναπές. Να ανέβω ή θα τα πάρουν άραγε;»

Όπως καταλαβαίνετε, είμαστε πολύ απασχολημένοι αυτό το σαββατοκύριακο, πρέπει να διασκεδάσουμε τον φιλοξενούμενό μας: βόλτες, πάρκα, έξοδοι, παιχνίδια με το κουρέλι, ζαμπονάκια κλπ!

Είμαι απόλυτα βέβαιη, πως θα μου λείψει πολύ, όταν φύγει. 🙂

Advertisements