Το κείμενο που ακολουθεί το έλαβα ηλεκτρονικά και προέρχεται από αφιέρωμα του «Ε» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Δεν είμαι σε θέση να ελέγξω την εγκυρότητά του, αλλά ακόμα και αν τα μισά από όσα αναφέρει, δεν ανήκουν στην σφαίρα της φαντασίας, εμένα μου αρκεί. Φυσικά και όλοι γνωρίζουμε πως αυτά συμβαίνουν. Κι άλλα χειρότερα. Αλλά είναι καλό να τα ξαναθυμόμαστε, κάθε φορά που ψωνίζουμε στην λαϊκή μας, χαιρόμαστε με τα καταπληκτικά νούμερα της οικονομίας μας και περηφανευόμαστε αυτάρεσκα για την «πρόοδο» της χώρας. Κάποιοι άλλοι έχουν φτύσει αίμα γι’αυτήν (αν δεχτούμε ότι αυτή η ευημερία όντως ισχύει -αλλά δεν είναι αυτό το θέμα εδώ), κι εμείς δεν καταδεχόμαστε καν να τους θεωρούμε συμπολίτες μας.

Το κείμενο είναι λίγο μεγάλο, αλλά θεώρησα καλό να μην το κόψω. Στο τέλος, υπάρχει ένα λινκ, όπου θα βρείτε φωτογραφίες. Ρίξτε μια ματιά, κακό δεν θα σας κάνει.

Έρευνα: Ντίνα Δασκαλοπούλου, Μάκης Νοδάρος
Ενώ σ’ όλη την Ελλάδα η αγροτική οικονομία μαραζώνει, στην Ηλεία τα τελευταία τρία χρόνια συντελείται ένα μικρό οικονομικό θαύμα. Με πρωτοποριακές καλλιέργειες, καλύτερες ποικιλίες φρούτων και ευρωπαϊκή αντίληψη στη διακίνηση κι οργάνωση, οι αγρότες ανοίγουν νέες αγορές, διπλασιάζοντας τα εισοδήματά τους. Δίκαια, λοιπόν, αποκαλούν τη φράουλα «κόκκινο χρυσό». Κι εμείς αυτόν αναζητούσαμε όταν κατεβήκαμε πριν λίγες μέρες στη Νέα Μανωλάδα. Το χρυσαφι ήταν όντως κόκκινο αλλά όχι τόσο από τη φράουλας, όσο από το αίμα.

Η Νέα Μανωλάδα είναι η «πατρίδα της φράουλας». Βγάζει το 90% της εθνικής παραγωγής. Ένα πραγματικό αρχοντοχώρι, με φαρδείς δρόμους και καλοκαμωμένα σπίτια και δυο πλατείες για την απογευματινή βόλτα. Το χωριό είναι μικρό: 2.000 κάτοικοι, 3.500 με τους μετανάστες. Το καλοκαίρι άλλοι 1.500 ξένοι εργάτες συρρέουν εδώ από όλη την Πελοπόννησο για την συγκομιδή του καρπουζιού. Το χωριό έχει 30 μικράκια στο νηπιαγωγείο κι ένα δημοτικό σχολειό με 100 περίπου παιδιά. Για γυμνάσιο και λύκειο πηγαίνουν σε άλλα, μεγαλύτερα χωριά. «Αλλά δεν έχουν αγωνία, δεν έχουν άγχος τα δικά μας τα παιδιά. Το μέλλον τους το εξασφαλίζει η γη». Το χωριό έχει κάποια εμπορικά, μερικές καφετέριες και κάποια ταβερνεία. Αυτή είναι όλη κι όλη η ζωή του. Απλή, λιτή, συμμαζεμένη. Νοικοκυρεμένη. Επιτέλους και μια ιστορία επιτυχίας. Επιτέλους και κάποιοι έλληνες δουλευταράδες, ανοιχτόμυαλοι, ριζοσπαστικοί και πετυχημένοι. Οι αγρότες σε άλλες περιοχές της χώρας συζητούν «το φαινόμενο του κόκκινου χρυσού» ενώ τα πιο έγκυρα εξειδικευμένα έντυπα εξαίρουν «την αλλαγή νοοτροπίας, το πνεύμα συνεργασίας και εξωστρέφειας των παραγωγών». Ενθουσιασμένοι οι ευρωπαίοι διακινητές, ξετρελαμένοι οι ευρωπαίοι καταναλωτές. Πως το καταφέρνουν; Τι διαθέτουν ετούτοι οι Πελοποννήσιοι που σε όλους τους άλλους διαφεύγει; Οι άνθρωποι εδώ είναι ανοιχτόκαρδοι. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει ξένος στον καφενέ και να μην τον κεράσουν λίγο από το εξαιρετικό κόκκινο κρασί τους ή έναν μεζέ από τη σούβλα τους. «Η ζωή μας άλλαξε το 2005 με την συμμετοχή μας στην Fruit Logistica» δηλώνουν οι πρωτοπόροι αυτοί αγρότες. Οπου «Fruit Logistica» η μεγαλύτερη έκθεση φρούτων και λαχανικών που γίνεται κάθε χρόνο παγκοσμίως! Κι έχουν κάθε λόγο να είναι χαρούμενοι: αν συνεχιστεί η καλή πορεία του προϊόντος και τα επόμενα δυο χρόνια, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις στην περιοχή θα φτάσουν τα 10.000 στρέμματα!Μόνο μια μικρούλα λεπτομέρεια αμαυρώνει αυτήν τη χρυσή επιχειρηματική εικόνα. «Αντιμετωπίζουμε οξύ στεγαστικό πρόβλημα με τους εργάτες» δηλώνουν οι παραγωγοί στα ευρωπαϊκά φόρα. Οπότε, σχεδιάζοντας ένα διήμερο στην ιστορία της ελληνικής επιτυχίας, λέω να ξεκινήσω από τα πιο σκούρα για να τελειώσω με τα καλύτερα. Αρχίζω λοιπόν με το «οξύ στεγαστικό πρόβλημα». Γύρω από το χωριό απλώνονται τέσσερις παραγκουπόλεις. Μια σε κάθε σημείο του ορίζοντα. Οδηγώ μέσα στο σκοτάδι που γίνεται ολοένα και πιο πυκνό. Στρίβω αριστερά και μπαίνω σε έναν καρόδρομο της συμφοράς. Δεν βλέπω τίποτα.

Σβήνω τη μηχανή κι αφήνω τα μάτια μου να συνηθίσουν το μαύρο. Πρώτα διακρίνεις τα αστέρια. Και μετά το περίγραμμα των δέντρων. Κι ύστερα κάτι ακαθόριστους όγκους. Καλύβια, παράγκες, παραπήγματα. Κι ύστερα προβάλλουν οι σκιές. Δεν βλέπω πρόσωπα, δεν βλέπω μάτια. Μόνο σφίγγω χέρια, κάποιος με χτυπάει στην πλάτη, μια γυναίκα γαντζώνει το μπράτσο μου. «Δενπειράζει που δεν έχουμε φως, που δεν έχουμε νερό. Μεροκάματο δεν έχουμε». Μιλάει σπαστά ελληνικά, παρόλο που ζει ήδη 5 χρόνια στην Ελλάδα. Η ίδια δηλώνει τσιγγανοβουλγάρα από το Ρούσεν. Είναι κι άλλοι δικοί σου εδώ; «Πολλοί. Εδώ στη δικιά μας γειτονιά είναι Βούλγαροι, Τσιγγανοβούλγαροι και Ρουμάνοι. Παραπέρα, είναι από άλλες χώρες. Να φύγεις τώρα γιατί άμα σε δει το αφεντικό, δεν θα με πάρει ούτε αύριο στη δουλειά». Συνήθως οι παραγκουπόλεις χτίζονται στις παρυφές του αστικού ιστού, αυθόρμητα και άναρχα. Εδώ το επιχειρηματικό δαιμόνιο ορισμένων ντόπιων πήγε ένα βήμα παραπέρα: νοικιάζουν τα χωράφια τους στους μετανάστες για να στήσουν την παράγκα. «Κάποιος ξερίζωσε μέχρι και το αμπέλι του για να στήσει τις ρουμς-του-λετ τενεκεδουπόλεις» λέει ένας κάτοικος που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του. «100-150 ευρώ το μήνα πληρώνουν για να στήσουν το παράπηγμα που συνήθως παίρνει νερό και ηλεκτρικό – παρανόμως εννοείται – από κάποιο καλύβι όπου ο ιδιοκτήτης του χωραφιού βάζει τα εργαλεία του. Εννοείται επίσης ότι πληρώνουν και το νερό και το ηλεκτρικό». Μια βόλτα στις παραγκουπόλεις της Νέας Μανωλάδας αρκεί για να επιβεβαιωθεί η πληροφορία.«Τώρα είναι πολύ καλά, δόξα στον αφέντη, ο δικός μου με πληρώνει πάντα. Θα πάρετε ένα τσάι;» Στην παράγκα που ο Μοχάμεντ μοιράζεται μαζί με άλλους επτά συγχωριανούς του από το Μπαγκλαντές, η τηλεόραση παίζει χαμηλά βίντεο-κλιπ: μια γκόμενα χαριεντίζεται με τα κύματα και τραγουδάει. Στα μπανγκλά ασφαλώς και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Γενικώς. Τι εννοείς για τις βεβαιώσεις; Και τι εννοείς ότι ο αφέντης σε πληρώνει; Και το εννοείς αυτό το «αφέντης», γαμώτο μου;Εννοεί ότι κάποιοι υπάλληλοι του δήμου πλούτισαν νομιμοποιώντας με πλαστά έγγραφα τους αλλοδαπούς εργάτες.

Αυτό διαπιστώθηκε μετά από την έρευνα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ η οποία απέδωσε ευθύνες, εκτός των άλλων και σε αιρετό εκπρόσωπο της τοπικής αυτοδιοίκησης, που γνώριζε αλλά σιωπούσε. Στην κομπίνα συμμετείχαν και πολλοί ιδιοκτήτες αγροτεμαχίων που έχουν δηλώσει επάγγελμα αγρότη. Πολλοί εξ αυτών χορηγούσαν έναντι 300-500 ευρώ εκάστη, δεκάδες υπεύθυνες δηλώσεις εργασίας στους αλλοδαπούς για δήθεν μεροκάματα που είχαν κάνει με σκοπό οι τελευταίοι να τις χρησιμοποιήσουν μαζί με άλλα έγγραφα του ΟΓΑ στην έκδοση αδειών παραμονής τους. Κι όταν ο Τζαμάλ είναι χαρούμενος γιατί απλώς πληρώνεται, εννοεί ότι το αφεντικό δεν τον καρφώνει στους μπάτσους στο τέλος της σεζόν. Πρακτική διαδεδομένη και σε αυτήν την περιοχή, όπως και σε όλη την Ελλάδα. Ο λαθρομετανάστης ή ο πρόσφυγας δουλεύει ολημερίς στο χωράφι σου. Τρεις μήνες μετά, όταν έρχεται η ώρα της πληρωμής, τον καρφώνεις στον μπάτσο. Ο οποίος δεν τον έχει δει όλο το προηγούμενο διάστημα και, ξαφνικά, τον ανακαλύπτει! «Που είναι τα χαρτιά σου;» τον ρωτάει. «Δεν έχω χαρτιά», ψελλίζει αυτός. Ιδού πως εξατμίζεται το εργατικό κόστος, υπουργέ! Οδηγώ προς τον τρίτο καταυλισμό. «Από εδώ η κόρη μου η Σάσα. Είναι μεγάλο κορίτσι πιά και μας βοηθάει. Την παίρνουμε κάθε μέρα στα χωράφια». Ο περήφανος πατέρας ακουμπάει το χέρι του στον ώμο του μεγάλου κοριτσιού. Εκείνη παίζει τα μαλλιά της και μου χαμογελάει μέσα από τα σάπια δόντια της. «Πόσο χρονών είσαι;» Δεκαπέντε. «Σχολείο πας;» Ποτέ. «Στον γιατρό;» Παίρνει ντεπόν. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ήρθαν εδώ κάποιοι ακτιβιστές, έχουν να δουν γιατρό αυτοί οι άνθρωποι. Οπότε, πονάει κεφάλι; Ντεπόν. Πονάει στομάχι; Ντεπόν; Κάηκαν μαγειρεύοντας; Ντεπόν. Ζουν πολλά παιδιά εδώ στην τρίτη παραγκούπολη κι ακόμα περισσότερα ζουν σε μικρά διαμερίσματα στην Λάππα, την Βάρδα και τα γύρω χωριά. Ελάχιστα πηγαίνουν σχολείο – τα περισσότεραβγαίνουν από πολύ μικρά στη δουλειά. Με μειωμένο μεροκάματο. «Γιατί μαζεύει λιγότερες φράουλες. Φυσικό». Πολύ φυσικό το θεωρεί ο μπαμπάς της Σάσας. Οπως κι ότι η Σάσα δουλεύει. Ο μπαμπάς, η μαμά και η Σάσα σηκώνονται κάθε μέρα στις 4. Πρώτη κίνηση να ανοίξουν την τηλεόραση. Στη δική τους παράγκα έχουν ρεύμα, έτσι κάθε πρωί μαθαίνουν τα νέα της πατρίδας. Πίνουν δυνατό τσάι – γάλα η Σάσα «γιατί είναι παιδί». Κι ύστερα πηγαίνουν στην κεντρική πλατεία της Μανωλάδας για να τους φορτώσει στην καρότσα το αφεντικό και να τους πάει στο χωράφι. Η οικογένεια είναι από τις τυχερές: καταρχήν έχουν δουλειά κι έπειτα δουλεύουν για τον ίδιο γαιοκτήμονα εδώ και χρόνια. Οι υπόλοιποι στην πλατεία περιμένουν να τους διαλέξουν. Πως; Με ποιά κριτήρια; Τα γερά μπράτσα και τις φαρδιές πλάτες, για τους άντρες που κουβαλάνε τα χώματα και σκάβουν τα χωράφια. Την ευλυγισία, για τις γυναίκες που σκύβουν ανάμεσα στα στενά αυλάκια του θερμοκηπίου για να μαζέψουν τις φράουλες. «Η Ελλάδα μας κάνει την χάρη και μας ανέχεται. Στη Βουλγαρία η Σάσα και η γυναίκα μου θα ήταν πουτάνες κι εγώ άνεργος. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι και να φύγεις τώρα, σε παρακαλώ, γιατί θα έρθει το αφεντικό».Γύρω στις 6.30 το πρωί, οι τυχεροί της ημέρας έχουν στοιβαχτεί στις καρότσες των γαιοκτημόνων. Θα μαζεύουν ασταμάτητα φράουλες μέσα στα θερμοκήπια. Αν η θερμοκρασία έξω είναι στους 25 βαθμούς μέσα «στα πλαστικά» εκτινάσσεται στους 40°! Σκυφτοί πάνω από τα αυλάκια ξεχορταριάζουν και συλλέγουν τα φρούτα για επτά ώρες, με ένα μικρό διάλειμμα 15 λεπτών. «Φέρνουμε δικό μας φαγητό, όμως τώρα μας δίνουν νερό. Και μετά τις κινητοποιήσεις παίρνουμε περισσότερα χρήματα». Και τι παίρνετε Ελιά; 22 ευρώ, οκτώ λιγότερα από τον ανειδίκευτο. Κι όταν χρειαστεί να δουλέψουν υπερωρίες μετά τις 5 το απόγευμα μέχρι το βράδυ, παίρνουν 3,5 ευρώ την ώρα. Ο Ελιά είναι Αλβανός και θυμάται ακόμα τις κινητοποιήσεις του 1999. Τότε οι Αλβανοί της περιοχής αντέδρασαν και οργάνωσαν την πρώτη απεργία. Ο κοινωνικός αυτοματισμός λειτούργησε και εκεί. Οι ξένοι εργάτες άρχισαν να δέρνονται μεταξύ τους και η πρώτη «εξέγερση» πνίγηκε στο αίμα. Το δικό τους αίμα. Ομως τελικά κέρδισαν. Λίγο μεγαλύτερα μεροκάματα και δροσερό νερό. Στις 2 το μεσημέρι η δουλειά σταματά. «Α, η οικογένεια είναι αξία. Εμείς τρώμε όλοι μαζί το μεσημέρι γύρω από το τραπέζι». Ο, ας τον πούμε, κυρ-Πέτρος είναι γύρω στα 50, βιαστικός και κουρασμένος. Η ρυμούλκα του τρακτέρ του είναι γεμάτη Πακιστανούς και Ινδούς. Θα τους ξεφορτώσει στην πλατεία για να γυρίσει σπίτι και να πει την προσευχή στο τραπέζι. Από την καρότσα του κυρ Πέτρου πηδάει ο Τζεμάλ. Εμείς θα κάτσουμε για μεσημεριανό στο δικό του τραπέζι. «Πίσω στην πατρίδα διάβαζα ένα βιβλίο για τον Μεγαλέξανδρο. Για αυτό ήρθα στην Ελλάδα, επειδή οι ΄έλληνες είναι τόσο σπουδαίοι. Το χωριό μου στο Μπαγκλαντές λέγεται Κουμινλά. Με το πόδι πέρασα στο Πακιστάν. Μετά, πόδι πόδι, πήγα στο Ιράν. Μετά πάλι πόδι, στην Τουρκία. Σε κάθε χώρα πλήρωνα τον κομάντο 800 δολάρια. Κάθε χώρα, άλλο κομάντο. Αυτός ξέρει τα περάσματα και μας ταΐζει. Το πιο ακριβό πέρασμα είναι από Τουρκία σε Ελλάδα. Αυτό 2000 δολάρια». Πόσο άθλια μπορεί να είναι η ζωή στο χωριό του για να πουλήσει σπίτι και χωραφάκι ώστε να έρθει εδώ; Εδώ μαγειρεύει με το ίδιο νερό που ποτίζονται τα χωράφια. Κοιμάται σε μια παλέτα με μια κουρελού. Το τζαμί του είναι μια παράνομη παράγκα. Δεν μπορεί να βγει για βόλτα γιατί φοβάται μήπως τον σταματήσει ο μπάτσος. Κι ακόμα χειρότερα, δεν είναι καθόλου ελεύθερος. «Δεν έχει σημασία. Δεν είμαι ελεύθερος, είμαι όμως ζωντανός. Στο Μπαγκλαντές έχει ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία. Δεν είναι, όμως, όπως εδώ. Αν εκεί έρθει ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση θα σκοτώσει όποιον είναι Νέα Δημοκρατία». Ο Τζαμάλ, λοιπόν, παίρνει τα 22 του ευρώ και είναι ζωντανός στην Νέα Μανωλάδα. «Ξένος ως και στην χαρά του», κάθε απόγευμα πηγαίνει βόλτα στην κεντρική πλατεία, ψωνίζει δυο ψιλοπράγματα στο μίνι μάρκετ, τρώει παγωτό και πηγαίνει νωρίς στην παράγκα. Δεν έχει πολλές σχέσεις με την τοπική κοινωνία ούτε εκείνη μαζί του. Εισπράττει το μεροκάματό του και μετά σαν κύριος πληρώνει τους λογαριασμούς του: 1 ευρώ την ημέρα για το νοίκιο της παράγκας, 3 ευρώ την ημέρα στον νταβατζή του (τον τοπικό μαφιόζο, δηλαδή, που εισπράττει τα χρήματα ως προστασία), 5 ευρώ την ημέρα για το φαγητό του. Βάλε σε αυτά και τα λεφτά που βάζει στην άκρη γιατί χρωστάει σε συγγενείς από τους οποίους δανείστηκε, για να πληρώσει τους τράφικερς που τον έφεραν στην Ελλάδα. Ο Τζαμάλ δουλεύει για 5 ευρώ την ημέρα. «Η τοπική κοινωνία είδε στους λαθρομετανάστες ένα εργαλείο με πολλαπλά οφέλη». Ο άνθρωπος που μας μιλάει, οδήγησε από την Νέα Μανωλάδα μέχρι την Κυλλήνη για να μας δει. Φοβάται να σπάσει τη σιωπή των χωριανώντου, «που δουλεύουν υπό την προκλητική ανοχή των τοπικών αρχών». Σε αυτό το χωριό, που πνίγεται σε νέφη διοξινών και καταστρέφει με τα χημικά τον υδροφόρο του ορίζοντα, υπάρχει και μια μειοψηφία που αντιστέκεται. Και που προσπαθεί να κινητοποιήσει τις δημοτικές και νομαρχιακές αρχές, την αστυνομία, την κεντρική εξουσία. «Είμαστε από χέρι χαμένοι. Τι να πεις όταν ο Δήμος αντί να χτίσει σπίτια για τους μετανάστες, παραχωρεί την έκταση για να χτιστεί γήπεδο του γκολφ; Τόσοι πολλοί είναι πιά οι παίκτες του γκολφ σε αυτή τη χώρα; Η, όταν ο αστυνομικός που καλείται να ελέγξει κάποιον τσιφλικά είναι συγγενής του;» Οι πληροφορίες μας λένε πως οι μικροί γαιοκτήμονες «νοικιάζουν» με τη μέρα εργάτες, οι τσιφλικάδες όμως έχουν τους «δικούς» τους.

«Οι τσιφλικάδες έχουν δημιουργήσει παράνομους, άθλιους καταυλισμούς με παραπήγματα από πλαστικό και καλάμια. Οι εργάτες πληρώνουν ενοίκιο για να ζουν χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς πόσιμο νερό, χωρίς τα στοιχειώδη μέτρα υγιεινής. Και οι τσιφλικάδες παίρνουν πίσω το μεροκάματο που δίνουν στους εργάτες, εφαρμόζοντας την πρακτική των μεγάλων κλειστών ξενοδοχειακών μονάδων: μέσα στα χωράφια λειτουργούν παράνομα μίνι μάρκετ από τα οποία αναγκάζουν ο καθένας τους «δικούς του» εργάτες να ψωνίζουν καθημερινά διάφορα προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται σε αγορανομικό ή υγειονομικό έλεγχο». Αυτή την πληροφορία (που ερχόταν συνεχώς από διαφορετικές πηγές, μετανάστες και κατοίκους) ακολουθήσαμε και για αυτό επιμείναμε να δούμε όλους τους καταυλισμούς. Τρεις μόλις μέρες αργότερα η πληροφορία θα επιβεβαιωνόταν: ο τσιφλικάς όταν αντιλήφθηκε την έρευνα του «Εψιλον» σήκωσε μέσα σε μια νύχτα το παράνομο μίνι μάρκετ και το μετέφερε σε μικρή ρεματιά, μακριά από τους ενοχλητικούς.

Και όντως, δεν προλάβαμε να το δούμε με τα μάτια μας. Αν τα άλλα τρία σημεία του ορίζοντα είναι σημαδεμένα από τις παράγκες, αν εκεί οι άνθρωποι ζουν σκυφτές και μισοελεύθερες ζωές, τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει για αυτό που θα έβλεπα στον τελευταίο και ίσως μεγαλύτερο καταυλισμό.

Δεκάδες θερμοκήπια στη σειρά, αριθμημένα, περιφραγμένα με συρματόπλεγμα. Προβολείς φωτίζουν το κέντρο του καταυλισμού – μέσα στα θερμοκήπια κεριά. Κανένας δεν ξέρει πόσοι εργάτες ζουν εδώ. Είναι πάντως δεκάδες – μπορεί και 500. Στην άκρη του καταυλισμού οi τουαλέτες τους: παραπήγματα από καλάμια και πλαστικό με μια τρύπα στη μέση. Ολα τα λύμματα πέφτουν σε ένα μικρό ποτάμι που οδηγεί στην προστατευόμενη από τη συνθήκη Ραμσάρ λιμνοθάλασσα του Κοτυχίου. Είναι νύχτα και οι εργάτες κάνουν βόλτες, απλώνουν μπουγάδες, μαγειρεύουν. Κανένας δεν με προσκαλεί στην παράγκα για τσάι, κανένας δεν μου ανοίγει την πόρτα, κανένας δεν θέλει να μου μιλήσει. Οι γυναίκες με οδηγούν στους άντρες τους. Πολύ γρήγορα, πολύ συνοπτικά το άτυπο συμβούλιο μού ανακοινώνει μέσα στο μισοσκόταδο την ετυμηγορία του: «Να φύγεις αμέσως από εδώ. Για ό,τι θέλεις, να ρωτήσεις το αφεντικό.» «Πόσο χρονών είσαι», ρωτάω ένα αγόρι που στέκεται δεξιά μου με τα χέρια στις τσέπες. «Δεκατέσσερα», μου απαντάει. «Δουλεύεις;», ξαναρωτάω. «Ασφαλώς, δεν είμαι τεμπέλης». «Τώρα κυρία πρέpει στ’ αλήθεια να φύγετε. Τώρα!». Ο επιστάτης εμφανίζεται καβάλα στο μηχανάκι του και κόβει βόλτες γύρω από τον καταυλισμό. Είναι ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών επιτηρητής, που εποπτεύει καθημερινά τους εργάτες.Ο ίδιος το επόμενο πρωί περιπολεί ασταμάτητα την παραγκούπολη όσο βρίσκομαι εκεί. Ο επιστάτης καβάλα γύρω γύρω από το συρματόπλεγμα και οι εργάτες να εξαφανίζονται μόλις με βλέπουν στη γωνία. Ο επιστάτης να μαρσάρει κι εγώ γονατιστή, έξω από την παράγκα να μιλάω σε ανθρώπους που βλέπω μόλις τα μάτια τους μέσα από μικρές τρύπες στο πλαστικό. Ο επιστάτης να στριφογυρίζει όλο και πιο κοντά και οι εργάτες να χώνονται όλο και πιο βαθιά στο θερμοκήπιο, που είναι το σπίτι τους. Δεν ξέρω με πόσες διαφορετικές προφορές άκουσα το ρήμα «φοβάμαι». «Φοβάμαι» σε τόνο βουλγάρικο, «φοβάμαι» σε τόνο τσιγγάνικο, «φοβάμαι» σε τόνο ανατολίτικο. Φοβάμαι πάντως σε σπαστά ελληνικά. Και σε λίγο θα άρχιζα να φοβάμαι κι εγώ.Γιατί από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν έκανα ούτε ένα βήμα μόνη μου.

Το σαραβαλάκι μου το ακολουθούσαν μονίμως ένα μαύρο αγροτικό πολυτελείας κι ένα μηχανάκι. Και πληροφορούμαι πως διάφορα περίεργα τηλεφωνήματα άρχισαν στις αρχές του τόπου. «Τι είναι αυτοί οι Αθηναίοι ρουφιάνοι; Μαζέψτε τους». Στους εργάτες όλων των καταυλισμών έπεσε σύρμα να μην μας μιλάνε, να μην μας ανοίγουν τις πόρτες τους. Ακόμα χειρότερα, άρχισαν να εκτοξεύονται απειλές στους κατοίκους της Νέας Μανωλάδας από κάποια αόρατα μεγάλα αφεντικά.

Κάπως έτσι μάθαμε πως στην περιοχή «με 2.000 ευρώ θα σε ξαπλώσουν κάτω». Το δυστύχημα είναι πως όταν εγώ τηλεφώνησα σε κάποιο μεγάλο αφεντικό, δεν δέχτηκε καν να με συναντήσει. Έτσι, δεν είχα τη χαρά να συναντήσω «τον μεγαλύτερο Έλληνα φορολογούμενο αγρότη», όπως μου συστήθηκε. Και δεν μου έλυσε την απορία «τι ρόλο βαράω». Γιατί «ο μεγαλύτερος φορολογούμενος Έλληνας αγρότης» ξέρει, λέει, για ποιούς δουλεύω και ποιοί με έβαλαν να κάνω όσα κάνω. Πριν προλάβω να μάθω κι εγώ, μου έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα.Κι έτσι φεύγω από την Βουπρασία με πολλές απορίες.

Οι «Stereo Nova» τραγουδούν δυνατά για την «τελευταία άκρη απ’ το σχεδιάγραμμα της οικονομίας». Για τους λαθραίους, τους παράνομους, τους αόρατους εργάτες της Ευρώπης. Για όλους αυτούς που φτιάχνουν «το θαύμα της φράουλας» στην Ισπανία, το «θαύμα της ντομάτας» στη Νότιο Ιταλία, τον «κόκκινο χρυσό» στην Ελλάδα. Είναι «τα φαντάσματα μιας σκοτεινής κοινωνίας».

 

Φωτογραφίες εδώ.

 

 

 

Advertisements