Βρισκόμαστε στο Βερολίνο στα 1933. Στο μεγαλύτερο θέατρο της πόλης πέντε ηθοποιοί και ο σκηνοθέτης τους κάνουν πρόβα, την στιγμή που πληροφορούνται ότι το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα κέρδισε στις εκλογές. Δύο από τους ηθοποιούς, η Rebecca και η Nicole αποφασίζουν αυτοστιγμί να φύγουν από την χώρα. Ο Niklas, που είναι μέλος του κόμματος, παραμένει νηφάλιος, ενώ ο Victor (μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος) και ο Kurt (πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης) αποφασίζουν να παραμείνουν και να μην παραδώσουν την δουλειά τους στον εχθρό.

Η Nicole επιστρέφει μετά από λίγο, ηττημένη από το γεγονός ότι δεν κατάφερε να βρει δουλειά ως ηθοποιός στο εξωτερικό. Ο Kurt υποκύπτει σε μερικούς συμβιβασμούς (με αντάλλαγμα τη θέση του Διευθυντή Θεάτρου) επιβεβλημένους από τον καινούριο Υπουργό Πολιτισμού, την ίδια στιγμή που ο Niklas πετάει την κομματική του ταυτότητα στα μούτρα του ίδιου Υπουργού, μόλις συνειδητοποιεί ποιο είναι το αληθινό ποιόν του κόμματος στο οποίο είχε προσχωρήσει.

Τα μεγάλα διλήμματα τίθενται στον Kurt, όταν ο Victor και ο Niklas συλλαμβάνονται από την Komandatur. Και των δύο το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο. Όμως, ενώ η Nicole έχει επιλύσει κάθε δίλημμα (είναι ηθοποιός και ασχολείται με την δουλειά της και την κάνει όσο καλύτερα μπορεί), ο Kurt υποφέρει μεν, ενδίδει δε. Και την ίδια στάση θα κρατήσει και όταν οι παρεμβάσεις των Υπουργών Πολιτισμού και Προπαγάνδας τον οδηγούν στην ταπείνωση, αλλά και μετά τον πόλεμο (αυτός καταφέρνει φυσικά να επιβιώσει), όταν ο καινούριος Υπουργός του ζητάει αντίστοιχα χατήρια, προσφέροντας αντίστοιχα ανταλλάγματα.

Δεν ξέρω αν έχει σημασία να αναφερθώ στο πόσο καλά στημένη ήταν η παράσταση, πόσο καλή η σκηνοθεσία, πόσο έξυπνα τα σκηνικά και τα κοστούμια. Εξαιρετικοί όλοι οι ηθοποιοί, υποβλητικές οι αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου, εύστοχα ενταγμένη η χρήση του βίντεο (όπου εμφανίζονται όσοι αποχωρούν από σκηνής, όπως η Rebecca), καταπληκτική η ένταξη κλασικών κειμένων, με την μορφή της πρόβας (Έκαβη, Άμλετ, Μάκβεθ, Ριχάρδος ο Γ’, Γλάρος, Βυσσινόκηπος, Θείος Βάνιας). Το μόνο αρνητικό ήταν ότι το κείμενο είναι πολύ πυκνό και η ροή τόσο γρήγορη, που εκ των πραγμάτων ο θεατής «χάνει» σημαντικές αποστροφές (ειδικά αν είναι αλλόγλωσσος, όπως εγώ).

Δεν ξέρω λοιπόν αν έχει σημασία, γιατί παρακολούθησα ήδη την τελευταία παράσταση. ( λυπάμαι, παιδιά! 😦 ). Μπορούμε να ελπίζουμε πως θα ξανανέβει το έργο όμως, καθώς δεν ήταν η πρώτη του παρουσίαση αυτή (έχει τιμηθεί και στην Αβινιόν). Αξίζει παντως να γίνει μνεία στον θίασο, αλλά και στον φλαμανδό συγγραφέα Tom Lanoye. Καταπληκτικός ο Itsik Elbaz ως Niklas και Υπουργός Προπαγάνδας. Η σκηνή του μονολόγου του, ως Υπουργού, περί «ολοκληρωτικού πολέμου» είναι καθηλωτική (βοηθά και ο φωτισμός -όλα μαύρα και το πρόσωπό του κατακόκκινο-, αλλά και τα συνοδευτικά βίντεο), αλλά και ο Angelo Bison στον ρόλο του Kurt.

Η παράσταση θέτει το πολύ προφανές ερώτημα: ποια η σχέση της τέχνης με την πολιτική; Πρέπει οι καλλιτέχνες να λαμβάνουν σαφή πολιτική θέση και εν πάση περιπτώσει, ποια είναι τα όρια; Η Nicole απλά αγνοεί την πολιτική και κανει τέχνη. Η Rebecca δεν μπορεί να συνυπάρξει με το καθεστώς και φεύγει. Ο Victor μένει να παλέψει και αυτό του στοιχίζει την ζωή του: για την ακρίβεια, φυλακίζεται, απελευθερώνεται με την παρέμβαση του Kurt και οι εφημερίδες τον εμφανίζουν ως δηλωσία -και το καθεστώς τον σκοτώνει όταν αποδεικνύεται πως δεν ήταν. Ενώ ο Kurt υποχωρεί σταδιακά, χωρίς να φαίνεται κατά πόσον αυτό είναι σηνειδητό. Το βέβαιο είναι πως στο τέλος είναι ένας άλλος άνθρωπος -ή έχει απογυμνωθεί εντελώς και έχει καταστεί φανερό ποιος πραγματικά είναι.

Πιστεύω πάντως πως ο πιο τραγικός χαρακτήρας είναι ο Niklas: σε μια εποχή που η Γερμανία είναι απόλυτα ταπεινωμένη και σε αδιέξοδο, εκείνος πιστεύει πως αυτό που εμφανίζεται σαν καινούριο θα είναι σωτήριο. Ο λόγος του ήρωα στην αρχή της παράστασης μοιάζει με μανιφέστο και φανερώνει τα αγνά του κίνητρα. Αυτά επιβεβαιώνονται όταν αποχωρεί από το κόμμα, επειδή ο Υπουργός επιβάλει την ατάλαντη φιλενάδα του ως πρωταγωνίστρια στην παράσταση που ετοιμάζεται στο θέατρο.

Η ταπεινή μου γνώμη είναι πως όλα στην ζωή και στην κοινωνία είναι πολιτικά και πως όλοι καλούμαστε να παίρνουμε θέση -και οφείλουμε. Πέρα από τα κλασικά συνθηματάκια περί σιώπής που ισοδυναμεί με συμμετοχή, σε εποχές κρίσιμες και οριακές, όπως αυτή στην  οποία αναφέρεται το έργο, αλλά και σε εποχές ύφεσης (αυτές είναι και οι πιο ύπουλες), καθένας, σε όποιο πόστο και αν βρίσκεται, με κάθε του πράξη, θέλοντας και μη παίρνει θέση: ακόμα και η αποχή και η αδιαφορία είναι μια πολιτική θέση -που φυσικά στηρίζει το σύστημα. Αυτή, έχω την αίσθηση ήταν και η τοποθέτηση της παράστασης.

Αν τυχόν σας προκύψει η ευκαιρία, μην την χάσετε, πάντως.

——————————————————————————————————————–

Άσχετο: δείτε οπωσδήποτε αυτό το κείμενο.

Advertisements