Όλες οι ιδέες μπορούν να είναι μπανάλ ή όχι. Κι αυτό, γιατί, κακά τα ψέματα, υπάρχουν πεντε-δέκα θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους εδώ και χιλιάδες χρόνια, και αυτά είναι που απασχολούν, εν τέλει, και την τέχνη. Η πρωτοτυπία και η ομορφιά βρίσκονται στον τρόπο προσέγγισης.

H Stéphanie Blanchoud έγραψε την ιστορία της Gloria, μιας επιτυχημένης τραγουδίστριας της δεκαετίας του 70. Για όσους δεν το γνωρίζουν, γαλλόφωνο τραγούδι στην δεκαετία του 60 και του 70, σημαίνει όλα εκείνα τα γλυακανάλατα, ηδυπαθή και so called παθιάρικα τραγουδάκια, τύπου Jo Dassin και Dalida. Ένα ξέρασμα, με το συμπάθειο. Το θέμα είναι πως στην Γαλλία -αλλά εν πολλοίς και στο γαλλόφωνο Βέλγιο- αυτή η variété française έχει τρελό σουξέ ακόμα και σήμερα. Ένα διάλειμμα -σαφώς προς το χειρότερο- έλαβε χώρα στην δεκαετία του ’80 (αλλά έτσι κι αλλιώς, η δεκαετία του ’80, στην μουσική, με εξαίρεση ό, τι είχε απομείνει από το πανκ και λίγα ακόμα πράγματα, αποτελεί μια οικτρή αποτυχία).

Επιστρέφουμε στη Gloria, όμως, η οποία μετά από 15 χρόνια απουσίας από το τραγούδι, κάνει ένα come back (που είναι και της μοδός) και στα πλάισια του management αυτής της κίνησης, αποφασίζει να γράψει και την αυτοβιογραφία της. Όλοι ξέρουμε, βέβαια, πως αυτές οι ντίβες δεν γράφουν μόνες τους την αυτοβιογραφία τους, αλλά δίνουν τις βασικές πληροφορίες σε ένα θύμα, το οποίο αναλαμβάνει να συντάξει το πόνημα. Το θύμα εν προκειμένω είναι η Alex, ένα 25χρονο κορίτσι. Καθώς αυτή η συνεργασία προχωράει, η σχέση των δύο γυναικών εξελίσσεται, περνάει πολλές διακυμάνσεις και επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Μέσα από αυτή την πορεία, ξεδιπλώνεται ο δύσκολος, ανασφαλής και ευθυνόφοβος χαρακτήρας της Gloria, αλλά και οι δυσκολίες και τα προβλήματα της Alex, τα οποία, όπως αποκαλύπτεται στην πορεία, έχουν την πηγή τους στην προϊστορία της σχέσης της με την «εργοδότριά» της: αυτή η προϊστορία είναι αρκετά απροσδόκητη. Μέσα από αυτή την σχέση, αναπόφευκτα αναδύονται και οι πτυχές του χάσματος των γενεών, αλλά και η ευάλωτη φύση της σταρ, οι αδυναμίες και οι φόβοι της.  

Το σενάριο είναι λίγο «κάπως». Αυτό το «κάπως» είναι λίγο απροσδιόριστο. Κάτι λείπει και κάτι περισσεύει, οπότε ήδη το πράγμα ξεκινάει αδύναμα. Η σκηνοθεσία (του Claude Enuset) πάλι σεν καταφέρνει να ξεπεράσει τις παγίδες της bannalité, που εκ των πραγμάτων κρύβει ένα τέτοιο σενάριο. Είναι αρκετά άνευρη και κλισαρισμένη.

Στα συν μέτρησα, προσωπικά, τις πολύ καλές ερμηνείες της Stéphanie Blanchoud και της Martine Willequet, που όμως δεν αρκούν για να γλιτώσουν την παράσταση από την μετριότητα.

Αν θέλετε να διαπιστώσετε και ιδίοις όμμασι, κατά πόσον αδικώ την παράσταση, μπορείτε να την δειτε στο Théâtre le Public, μέχρι τις 29 Μαρτίου.

Advertisements