62dariofo.jpgΣτα 1934, χιλιάδες στρατιώτες ξεκινούν από την Μαντζουρία μια πορεία, η οποία κατέληξε ένα χρόνο αργότερα στο Πεκίνο, υπό την καθοδήγηση του Μάο Τσετούνγκ, με στόχο να αποφευχθεί ο στρατός των εθνικιστών του Τσανγκ Κάι Τσέκ. Πρόκειται για την γνωστή Μεγάλη Πορεία, το πιο σημαντικό γεγονός του κινέζικου εμφυλίου, ο οποίος οδήγησε στην εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Κίνα. Οι χιλιάδες αυτοί στρατιώτες πραγματοποιούν ουσιαστικά τον γύρο της Κίνας, περνώντας ακόμα και μέσα από το Θιβέτ -και φυσικά χιλιάδες ήταν εκείνοι που άφησαν την τελευταία τους πνοή σε κάποιο δάσος ή ξέφωτο της ατέλειωτης κινέζικης επαρχίας.

Την ιστορία ενός από αυτούς μας αφηγείται ο Dario Fo στην Ιστορία του Τίγρη. Ένας στρατιώτης πληγώνεται στο πόδι σε κάποια μάχη. Το τραύμα του κακοφορμίζει και αρχίζει να εξελίσσεται σε γάγγραινα. Οι σύντροφοί του στην αρχή τον στηρίζουν και τον βοηθούν να συνεχίσει να πορεύεται, αλλά όταν το τραύμα του αρχίζει να μυρίζει θανατερά, κάποιος του προτείνει να τον αποτελειώσει. Ο στρατιώτης μας αρνείται και προτιμά να τον παρατήσουν ολομόναχο στην άκρη ενός τεράστιου έλους. Συνεχίζει να πορεύεται μόνος του στο άγνωστο, μέχρι που βρίσκει καταφύγιο σε μια σπηλιά. Η σπηλιά αυτή, όμως αποτελεί την φωλιά μιας τίγρης και του μωρού της -και όλοι ξέρουν βέβαια πόσο άγριες είναι οι τίγρεις, πολλώ δε μάλλον όταν έχουν μικρά. Με ένα θαυμαστό τρόπο, παρ’όλ’αυτά, η τίγρης αυτή υιοθετεί τον στρατιώτη και του γιατρεύει την πληγή, ενώ το τιγράκι της τον θεωρεί σαν αδερφό του.

Κάποια μέρα, όταν η πληγή του είχε πια αποθεραπευεί, ο αχάριστος άνθρωπος εγκαταλείπει την τίγρη και την φωλιά προς αναζήτηση άλλων ανθρώπων. Όταν όμως φτάνει πια σε κάποιο χωριό, διαπιστώνει ότι η τίγρης τον έχει ακολουθήσει -μαζί με το μικρό της, που πλέον καθόλου μικρό δεν είναι. Εκεί, ο στρατιώτης καταφέρνει να πείσει του χωρικούς πως οι τίγρεις είναι φίλοι του. Μάλιστα, σε μια επίθεση των στρατιωτών του Τσανγκ Κάι Τσέκ, το χωριό σώζεται χάρη στην επέμβαση των θηρίων, τα οποία πλέον θεωρούν το χωριό σπίτι τους. Οι άνθρωποι αξιοποιούν αυτή την προσφορά και χρησιμοποιούν τις τίγρεις σε κάθε επίθεση του Τσανγκ Κάι Τσέκ στο δικό τους ή σε κάποιο από τα γύρω χωριά. Όταν πια, ο Μάο κερδίζει τον πόλεμο, κρατικοί υπάλληλοι στέλνονται αλλεπάληλες φορές στο χωριό, προκειμένου να πείσουν τους χωρικούς να επαναφέρουν τις τίγρεις στο δάσος. Οι χωρικοί προσπαθούν να τους εξηγήσουν πως αυτά τα θηρία είναι πια κάτοικοι του χωριού και ούτε καν τα ίδια δεν θέλουν να επιστρέψουν στο δάσος. Στο σημείο όπου τα επιχειρήματα των χωρικών δεν αρκούν πια για να πείσουν τους κρατικούς υπαλλήλους, οι τίγρεις επιστρατεύονται και καθιστούν σαφείς τις διαθέσεις τους -τόσο σαφείς που οι κρατικοί υπάλληλοι δεν τόλμησαν να επαναφέρουν το αίτημά τους.

«Έχω την τίγρη» είναι μια κινέζικη έκφραση που δηλώνει δύο πράγματα: την δύναμη του ανθρώπου να παλεύει για την επιβίωσή του, αλλά και την ικανότητά του να επιλύει τα προβλήματά του μόνος. Ο συμβολισμός στην ιστορία αυτή του Dario Fo είναι πολύ προφανής.

Φανταστείτε τώρα έναν άνθρωπο μόνο του να ερμηνεύει αυτή την ιστορία επί σκηνής. Ντυμένος στα κατάμαυρα, με μόνο σκηνικό ένα πολύχρωμο ύφασμα για φόντο και ένα τραπεζάκι με ένα μπουκάλι νερό και τρεις πετσέτες (αποδείχθηκε πως είχαν απόλυτα χρηστική αξία κατά την διάρκεια της παράστασης), ο καταπληκτικός κύριος Hervé Guerrissi δραματοποιεί δύο ιστορίες του Dario Fo, στο Théâtre le Public, κάθε μέρα και μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου. Επί πάνω από δύο ώρες βρίσκεται συνεχώς και αδιαλείπτως στην σκηνή -με ένα πεντάλεπτο διάλειμμα μόνον, διάλειμμα απαραίτητο για την διεξαγωγή της παράστασης, όπως θα καταλάβετε-, και αφηγείται την ιστορία ερμηνεύοντας τους ρόλους του στρατιώτη, των τίγρεων, των χωρικών και των κρατικών υπαλλήλων, επιστρατεύοντας όλες σχεδόν τις τεχνικές και τα ρεύματα του θεάτρου, από το κλασικό δράμα μέχρι την comedia dell’arte και τις τεχνικές των buffoni, υπό τις οδηγίες της σκηνοθεσίας του πολύ ευφάνταστου Jean-Louis Danvoye.

875-visage-guerrisi3.jpgΜπαίνοντας στην αίθουσα, πριν καν αρχίσει η παράσταση, ο Hervé μας υποδέχεται ως χαζούλης και αδέξιος Giancarlo (τεχνικός σηνής υποτίθεται) υπό τους ήχους μιας σιτσιλιάνικης ταραντέλας. Μας προσκαλεί μάλιστα να χορέψουμε -και μιλά μόνον ιταλικά. Τα φώτα χαμηλώνουν, ο Giancarlo αποσύρεται και στην σκηνή εμφανίζεται ο Hervé, o οποίος, αφού κάνει μια μικρή ιστορική εισαγωγή για το θέμα, ξεκινά να παίζει -σας ορκίζομαι ότι πολλές φορές κατά την διάρκεια της παράστασης, πρέπει να ξεχάσαμε να αναπνεύσουμε. Με το τέλος της «Ιστορίας του Τίγρη», ο Hervé, μας εξηγεί ότι θα ακολουθήσει πεντάλεπτο διάλειμμα κατά την διάρκεια του οποίου πρέπει εμείς να σκεφτούμε ποια είναι η δεύτερη ιστορία που θα θέλαμε να παρακολουθήσουμε: Η θυσία του Ισαάκ ή Δαίδαλος και Ίκαρος (και οι δύο παραλλαγές του Fo, από το ίδιο βιβλίο). Στο τέλος του διαλείμματος, ο Hervé κάλεσε δύο εθελοντές από το κοινό στην σκηνή, και ψηφίσαμε ποια από τις δύο ιστορίες θέλαμε να παρακολουθήσαμε -οι επί σκηνής ήταν οι καταμετρητές. (Στο σημείο αυτό, έπεσαν και μερικά αστειάκια σχετικά με την ακυβερνησία που ακόμα καλά κρατεί στο φτωχό μας βασίλειο).

Και παρακολουθήσαμε λοιπόν, τον Hervé να παίζει τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο. Έναν Δαίδαλο σοφό, πλην όμως γκρινιάρη, μεμψίμοιρο, προσγειωμένο και ρεαλιστή -και έναν Ίκαρο ενθουσιώδη, προπέτη, αφελή και οραματιστή. Κλεισμένοι στο Λαβύρινθο -αφού ο Δαίδαλος είχε βοηθήσει την Πασιφάη να «της κάτσει» ο ταύρος τον οποίο είχε ερωτευτεί, επινοώντας μιαν αγελάδα-δούρειο ίππο, μέσα στην οποία κλείστηκε η Πασιφάη για να ξεγελάσει το αντικείμενο του πόθου της (τον καρπό του έρωτά τους τον μαντεύετε, υποθέτω)-, ο Δαίδαλος αναζητά έξοδο, αλλά μπερδεύεται μέσα στο ίδιο του το κατασκεύασμα. Όταν γενιέται στο μυαλό του η ιδέα περί πτήσης, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες, πατέρας και γιος καταφέρνουν να πετάξουν, αλλά η αναζήτηση της πολιτείας που θα επέλεγαν για καινούριο τόπο κατοικίας τους αποδεικνύεται απογοητευτική για τον ρομαντικό Ίκαρο. Τις απορρίπτει όλες γιατί σε όλες υπάρχουν αδικίες, φυλακές και καταπίεση. Και σε μια προσπάθεια να ξεφύγει, ανεβαίνει πολύ ψηλά, πλησιάζει επικίνδυνα στον ήλιο -και την κατάληξη την γνωρίζετε. Αντίθετα, ο Δαίδαλος, πιο σώφρων, προσπαθεί να πείσει τον γιο του πως δεν έχει αξία να βρεις την ιδανική πολιτεία -αξία έχει να παλέψεις για να διορθώσεις τα κακώς κείμενα σε αυτήν στην οποία ζεις.

Η συγκλονιστική κατακλείδα του Δαίδαλου: «Fuir au rêve, c’est mourir» (η φυγή στο όνειρο ισοδυναμεί με τον θάνατο), ήρθε σε πλήρη συμφωνία με την εισαγωγή που είχε κάνει ο Hervé στο δεύτερο μέρος: «Παλιά συναντούσα ανθρώπους που πήγαιναν σε πορείες, που αγωνίζονταν, που είχαν ανησυχίες για τον κόσμο γύρω τους. Τώρα πια συναντάω ανθρώπους που όλο φεύγουν -ταξειδεύουν σε άλλες χώρες, ή καταφεύγουν σε μια εσωτερική αναζήτηση: και τα δύο οδηγούν στην φυγή από την ζωή, στην απομόνωση».

Μια ακόμα έκπληξη μας περίμενε στο τέλος -μετά το θερμότατο χειροκρότημα. Ο Hervé μας χάρισε ένα σύντομο encore, στο οποίο δραματοποίησε το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου, παρουσιάζοντάς το σαν ένα θέαμα. Ένα θέαμα σαν από κείνα που παρουσίαζαν οι περιπλανώμενοι θίασοι παλιά. Εμείς παρακολουθούμε τις αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθεί -κάποιοι πιστεύουν, κάποιοι είναι δύσπιστοι, κάποιοι ειρωνεύονται, κάποιοι φοβούνται… Ένα μωσαϊκό χαρακτήρες, ερμηνευμένους από έναν και μονον ηθοποιό.

Περιττέυει, υποθέτω, να πω πόσο ενθουσιαστήκαμε από την παράσταση. Θέλουμε μάλιστα να την ξαναδούμε, για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε και την Θυσία του Ισαάκ! Ο Hervé Guerrissi είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς που έχω δει ποτέ στο σανίδι, ενώ η σκηνοθεσία ήταν άψογη: ευφάνταστη, αλληγορική, παιχνιδιάρικη, με χιούμορ αλλά και σοβαρότητα, όπου και όσο χρειαζόταν.

Το πολύ καλό blog της παράστασης -με πρόγραμμα εμφανίσεων και άλλες πληροφορίες-, μπορείτε να δείτε εδώ, και μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική, εδώ

Advertisements