dostoyevsky2.jpgΔεύτερος γιος ενός βίαιου, μέθυσου και αυταρχικού ανθρώπου, ο Φιόνταρ Μιχάηλοβιτς Ντασταγέφσκυ είδε το φως του κόσμου τούτου στις 11 Νοεμβρίου 1821. Επιληπτικός από τα εννέα του χρόνια, έζησε μια δύσκολη και ταραχώδη ζωή, γεγονός που αποτυπώνεται και στα γραπτά του. Εικάζεται πως τόσο ο ίδιος, όσο και τα 6 αδέρφια του, βασανίστηκαν αρκετά από τον αυταρχικό πατέρα τους -ενώ η μητέρα τους πέθανε το 1837.

Στα 1842, κατατάσσεται στο στρατό και εγκαταλείπει τις σπουδές μηχανικού ένα χρόνο αργότερα. Στα 24 χρόνια του, χαρακτηρίστηκε ως «ο νέος Γκόγκολ» από τον εκδότη του περιοδικού «Σαβρεμένικ» (Σύγχρονος), Μπελίνσκυ, εικόνα που πολλοί αποποιήθηκαν μετά από την έκδοση του «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι» στα 1846.

Στα 1849, καταδικάζεται σε θάνατο, λόγω ανατρεπτικής δράσης, εξαιτίας της συμμετοχής του στον Κύκλο Πετρασέφσκυ (κύκλος διανοουμένων, με επιδράσεις από τα φιλελεύθερα και ανατρεπτικά κινήματα που ξεσπούν την ίδια περίοδο στην δυτική Ευρώπη), αλλά η ποινή μετατρέπεται σε εξορία στα κάτεργα. Έτσι, ο Ντασταγέφσκυ περνά πέντε πολύ δύσκολα χρόνια στην Σιβηρία, και αυτή του η εμπειρία αποτελεί την έμπνευσή του για τις «Αναμνήσεις από το Σπίτι των πεθαμένων». Μετά από την αποφυλάκισή του, πηγαίνει στο Καζαχστάν, γνωρίζει και την μετέπειτα σύζυγό του, Μαρία Ντμίτριεβνα Ισάγεβα.

Στα 1864, καταβάλλεται έντονα από τον θάνατο του αδερφού του και λίγο μετά εκείνον της γυναίκας του. Ο ίδιος ήταν ένας δύστροπος άνθρωπος, έρμαιο των παθών του -κυρίως της χαρτοπαιξίας. Εξαιτίας του πάθους του, συχνά αναγκαζόταν να γράφει μυθιστορήματα βιαστικά, προκειμένου να κερδίσει χρήματα, για να αντιμετωπίσει τα χρέη του. Ένα από αυτά ήταν το «Έγκλημα και Τιμωρία». Για τον ίδιο λόγο, άλλαζε συχνά διευθύνσεις και ταξείδεψε πολύ στην Δυτική Ευρώπη, όπου και επιχείρησε να παντρευτεί την Απολινάρια Σούσλοβα (το πρότυπό του απελευθερωμένης και ανεξάρτητης γυναίκας), η οποία όμως τον απέρριψε. Λίγο αργότερα παντρεύεται την 22άχορνη Άννα Γκριγκόριεβνα Σνίτκινα, η οποία ήταν στενογράφος, και στην οποία υπαγόρευσε τον «Παίκτη». Πρόκειται για την πιο δημιουργική του συγγραφική περίοδο.

Κατά την διάρκεια της ζωής του, συμμετείχε ή και εξέδωσε ο ίδιος πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, συχνά με μεγάλη επιτυχία. Έγραψε 15 μυθιστορήματα και 8 νουβέλλες (τελευταία από τις οποίες ήταν η «Кроткая» στα 1876, που στα ελληνικά έχει μεταφραστεί με τον τίτλο «Ένα γλυκό κορίτσι»). Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1881, από αιμορραγία στον πνεύμονα, συνδυασμένη με μια επιλειπτική κρίση. Στην κηδεία του παρέστησαν 40 χιλιάδες άνθρωποι.

Πρόκειται αναμφίβολα για έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς, όχι μόνο στην Ρωσία, αλλά παγκοσμίως. Και σίγουρα διαθέτει μια από τις πιο διεισδυτικές ματιές προς την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και ένα εξαιρετικό ταλέντο στην ηθογραφία. Οι χαρακτήρες του είναι από τους πιο ολοκληρωμένους στην παγκόσμια λογοτεχνία -και σαφώς επηρρεασμένοι από την ζωή και τις εμπειρίες του. Ενα κεντρικό ερώτημα που αναμφίβολα βασανίζει και τον ίδιο είναι η ύπαρξη του θεού, και γενικότερα ο ρόλος της θρησκείας. Στα βιβλία του είναι εμφανής η αγωνία του και η ανάγκη του να πιστέψει -η οποία όμως προσκρούει στην λογική και την κρίση του, και αυτό τον βασανίζει, όσο και τους ήρωές του. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το ερώτημα που ο Ιβάν Καραμάζοφ απευθύνει στον θρησκευόμενο αδερφό του Αλιόσα:

«Σκέψου πως θα μπορούσες να οδηγήσεις όλη την ανθρωπότητα στην ευτυχία, […]υπό τον όρο ότι θα βασάνιζες μέχρι θανάτου ένα μικρό παιδί. […] Θα συγκατένευνες στην οικοδόμηση ενός τέτοιου αρχιτεκτονήματος;»

Ο Νίτσε τον χαρακτήρισε ως «τον μόνο ψυχολόγο από τον οποίο διδάχτηκα κάτι». Η ικανότητά του να διεισδύει στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και να τα αναλύει με ένα μοναδικό τρόπο, γεμάτο αλληγορίες, συμβαδίζει και με το ερώτημά που αναδεικνύεται από όλο του το έργο: «μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φύση;». Ταυτόχρονα, αυτό του το ταλέντο υπογραμμίζει και τονίζει την δική του σκοτεινή και περίπλοκη φύση. Αντιπροσωπευτικό δείγμα ένος τέτοιου χαρακτήρα είναι ο Ρασκόλνικοφ από το «Έγκλημα και τιμωρία» -κατά την ταπεινή γνώμη της γράφουσας, το κορυφαίο του έργο.

Χωρίς καμία αμφιβολία, ο Φιόνταρ Μιχάηλοβιτς Ντασταγέφσκυ ήταν μια ιδιοφυία -και έχοντας δανειστεί από εκείνον το παρωνύμι μου, δεν θα μπορούσα να μην μνημονεύσω τα γεννέθλιά του.

Advertisements