Η σκηνή είναι μικρή και γύρω της τρεις σειρές καθισμάτων στο ίδιο επίπεδο. Μια ψηλή και όμορφη γυναίκα μπαίνει και διηγείται πώς βρέθηκε σε ένα σούπερ μάρκετ -στον διάδρομο με τις κονσέρβες. Θέλει να πάρει μια κονσέρβα τόνο, αλλά μπροστά της στέκεται ένας άντρας που μελετά τις κόνσερβες, σαν να επρόκειτο για εργαστηριακά δείγματα. Η γυναίκα θέλει να του πει να κάνει λίγο πιο πέρα, αλλά δεν το λέει. Στέκεται απλώς πίσω του και σταδιακά οργίζεται, τόσο ώστε στο τέλος τον χτυπά με την τσάντα της και τον βρίζει. Αυτός παραμερίζει, σαστίζει -ενώ αυτή ξεσπάει σε λυγμούς και εξαφανίζεται.

Στην συνέχεια, αφηγείται άλλα οδυνηρά περιστατικά που της συνέβησαν εκείνη την ημέρα -πώς παρεξηγήθηκε με έναν οδηγό ταξί και με έναν πλανόδιο μουσικό -αν και αγαπά τους πλανόδιους μουσικούς. Αποκαλύπτει ότι είχε πάει σε μία συνεδρία ΑΑ, προκειμένου να καλύψει το κενό της κοινωνικότητάς της -αλλά δεν τα κατάφερε. Ότι κάποια στιγμή ένιωσε πως θα ήθελε να πεθάνει. Όταν θα προτιμούσε να μην είχε καν γεννηθεί, «να την είχε σκοτώσει η μητέρα της όσο ήταν έμβρυο». Ότι έχει εισηχθεί τρεις φορές σε ψυχιατρικά ιδρύματα και πως το μαράζι της είναι ότι κανείς δεν την προσλαμβάνει και είναι άνεργη. Κατά την διάρκεια του μονολόγου, απροειδοποίητα, ξεσπά σε ένα άγριο δυνατό γέλιο, ένα γέλιο απόκοσμο και τρομακτικό. Παράλληλα, αναφέρει με έντονο τρόπο ότι μισεί την Sally Jessy Raphael και την Dr. Ruth και θέλει να τις σκοτώσει. Στο τέλος του μονολόγου, απευθύνεται προς το κοινό λέγοντάς του ότι το αγαπά, αλλά λίγα δευτερόλεπτα μετά αλλάζει γνώμη και το μισεί. Το συμβουλεύει παρ’όλα αυτά να αναπνέει -η αναπνοή είναι η ουσία της ζωής. «Ακόμα κι αν εγώ πάψω να αναπνέω, εσείς θα συνεχίσετε».

Την θέση της στην σκηνή παίρνει ένας άνδρας, στο πρόσωπο του οποίου είναι ζωγραφισμένο ένα τεράστιο, όσο και ψεύτικο, χαμόγελο. Από την αρχή του μονολόγου του γίνεται αντιληπτό πως αντιμετωπίζει δυσκολία στο να διαχειριστεί το άγχος και την μελαγχολία του, πως έχει πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση και πως δεν καταφέρνει να διατηρήσει θετική στάση προς την ζωή. Δηλώνει πως έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο «ανάπτυξης της προσωπικότητας», το οποίο τον βοήθησε να διατηρεί το χαμόγελο, την αυτοκυριαρχία και την αισιοδοξία του -γεγονός που ο μονόλογός του διαψεύδει πανηγυρικά. Διηγείται ότι πριν από λίγο μια γυναίκα τον χτύπησε και τον έβρισε χωρίς λόγο σε ένα σούπερ μάρκετ, μπροστά στα ράφια με τις κονσέρβες. Δηλώνει πως τον απασχολούν πολύ παγκόσμια προβήματα, όπως η καταστροφή του περιβάλλοντος, υπαρξιακά προβήματα, όπως η ύπαρξη του Θεού, αλλά και προσωπικά, όπως το γεγονός πως η δουλειά του δεν τον ικανοποιεί και πως άλλα όνειρα είχε για την επαγγελματική του εξέλιξη. Παράλληλα, αφηγείται ότι είχε συμμετάσχει σε μια εκδήλωση New Age στο Central park, στόχος της οποίας ήταν να πεμφθεί θετική ενέργεια στον πλανήτη, ώστε να επιλυθούν όλα τα προβλήματα, ως διά μαγείας μέσα σε λίγα λεπτά. Και αποκαλύπτει ότι είναι bisexual, αν και στην πραγματικότητα πιο συχνά έλκεται από άνδρες, γεγονός που τον φέρνει σε αμηχανία -ειδικά τώρα που το παραδέχεται δημόσια. Τον ενοχλεί μάλιστα που η Καθολική Εκκλησία διατείνεται ότι ο Θεός έστειλε το AIDS στην ανθρωπότητα, προκειμένου να τιμωρήσει τους ομοφυλόφιλους και τους ναρκομανείς. Κατά την διάρκεια του μονολόγου, όταν κυριεύεται από άγχος, προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοσυγκεντρωθεί και να διαλογιστεί. Πριν αποσυρθεί, συμβουλεύει το κοινό να αναπνέει.

grandriresauvage.jpg

Στο τρίτο μέρος, παρακολουθούμε και τους δύο να αφηγούνται κάποια όνειρά τους, στα οποία φαίνεται πόσο το περιστατικό του σούπερ μάρκετ έχει επηρρεάσει και τους δύο. Τα κύρια στοιχεία των δύο μονολόγων μπερδεύονται μέσα στα όνειρα και των δύο. Τα όνειρα της γυναίκας είναι βίαια, ενώ του άνδρα δείχνουν την χαμηλή του αυτοεκτίμηση. Καθώς στα όνειρα αναμειγνύονται οι εμμονές και των δύο κάποια στοιχεία είναι ξένα και ακτάληπτα για τον ένα από τους δύο. Αρχικά, διαγράφεται η άρνηση αποδοχής του ενός από τον άλλο και η παντελής έλλειψη επικοινωνίας. Ο καθένας αναβιώνει στον ύπνο του το επεισόδιο του σούπερ μάρκετ και προβληματίζεται για το ποια θα ήταν η ορθότερη αντίδραση. «Αν του είχα πει να παραμερίσει;» αναρωτιέται εκείνη. «Αν την είχα ρωτήσει, μήπως κάτι δεν πάει καλά;» αναρωτιέται εκείνος. Στην συνέχεια, και οι δύο ονειρεύονται την εκπομή της Sally Jessy Raphael, την οποία παρουσιάζει πλέον η γυναίκα -αφού έχει σκοτώσει την παρουσιάστρια-, αλλά και το New Age περιστατικό στο Central Park.

Στην καθηλωτική και εντυπωσιακή κατακλείδα, παρακολουθούμε έναν έντελώς παράλογο διάλογο των δύο, στον οποίο επανέρχονται τα βασικά μοτίβα των δύο μονολόγων (γεγονότα, εντυπώσεις, αλλά και το γέλιο της μίας και ο διαλογισμός του άλλου). Καθώς όμως είναι εμφανής η διάθεση αλληλοαποδοχής και αναζήτησης επικοινωνίας, ο παραλογισμός των λέξεων εκμηδενίζεται, καθώς η ανθρώπινη ανάγκη για συναισθηματική και νοητική επαφή κυριαρχεί.

laughingwild.jpg

Το καταπληκτικό κείμενο, γεμάτο συμβολισμούς και εύστοχες αναγωγές, είναι του Christopher Durang, και η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά στην Νέα Υόρκη, στο Playwrights Horizons, το 1987. Ορθά επισημαίνουν οι New York Times, ότι ο τίτλος θα μπορούσε να είναι The world according to me -ο αληθινός τίτλος παίζει με μια αποστροφή του Beckett στις Ευτυχισμένες Μέρες.

Εμείς το παρακολουθήσαμε στην Salle des Voûtes στο Public, με την έξοχη Muriel Clairembourg και τον Jean-Marc Delhausse, ο οποίος επεξεργάστηκε την προσαρμογή του κειμένου στα γαλλικά, αλλά έκανε και την σκηνοθεσία (το πρόγραμμα της παράστασης εδώ).

Ανεπιφύλακτα μπορώ να πω ότι πρόκειται για μια από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει. Η ιστορία είναι τραγική, αλλά παρουσιάσμένη με οδυνηρό όσο και σπαρταριστό χιούμορ. Η αίθουσα συχνά ξεσπά σε αυθόρμητα και αβίαστα γέλια, που όμως κόβονται απότομα από την ακόλουθη ατάκα. Ο θεατής περνά ταχύτατα από το ένα συναίσθημα στο άλλο, το τραγικό στοιχείο εναλλάσσεται και εμπλέκεται με το κωμικό με πολύ επιτυχημένο τρόπο, ώστε ο προβληματισμός που είναι συνεχώς παρών να διασκεδάζεται από το χιούμορ και τον αστεϊσμό, χωρίς όμως να υπάρχει τίποτα γκροτέσκο. Η κριτική στον σύγχρονο τρόπο ζωής είναι εκεί, αλλά η παράσταση δεν έχει καθόλου διδακτικό χαρακτήρα, δεν σηκώνει το δάκτυλο αφ’υψηλού, αντίθετα διατρέχεται από μια αμείλικτη αυτοκριτική, κάνοντας τον θεατή να ταυτίζεται συχνότατα. Οι δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις, η καθημερινότητα που συνθλίβει, τα χαμένα όνειρα, οι δανεισμένες φιλοδοξίες που προβάλλουμε στον εαυτό μας, η μοναξιά, ο παραλογισμός, η άρνηση της ζωής ως έχει (επιβληθεί;), όλα είναι εκεί: με αφορμή μια κονσέρβα τόνου.

Εκ πρώτης όψεος, ο γυναικείος χαρακτήρας είναι πολύ τραγικότερος, το απόκοσμο γέλιο της είναι τόσο συνώνυμο με τους λυγμούς ή το βουβό της δάκρυ. Σε δεύτερη ανάγνωση, όμως, ο αντρικός χαρακτήρας, καθώς είναι τόσο κοντινός, τόσο «της διπλανής πόρτας», φαντάζει ανατριχιαστικά απελπιστικός. Δεν χρειάζεται να μπαινοβγαίνει κανείς σε ψυχιατρεία, για να αγγίξει την τρέλα. Κι όσα «σεμινάρια ανάπτυξης της προσωπικότητας» κι αν παρακολουθήσει, όσους ψυχιάτρους κι αν συμβουλευθεί -δεν μπορεί να σωθεί, όποιος δνε θέλει να σωθεί.

Δείτε επίσης, εδώ και εδώ.

Advertisements