Εκείνη την παλιά εποχή που γράφαμε κασσετούλες και τις χαρίζαμε ο ένας στον άλλο, είχε ένα ολόκληρο συρτάρι γεμάτο κασσετούλες. Είχε γράψει και χαρίσει τουλάχιστον τις διπλές από όσες της ανήκαν. Πολλά χρόνια μετά, συνειδητοποίησε ότι έχει αφιερώσει πάρα, μα πάρα πολλά τραγούδια, σε πάρα, μα πάρα πολλούς ανθρώπους. Όση κι αν έχει ευφράδεια και ρητορική δεινότητα, τις φορές που νιώθει πολύ έντονα πράγματα, υπάρχει πάντα ένας ποιητής που τα έχει πει πολύ καλύτερα -και έτσι ανατρέχει σε εκείνον.

Πολλά χρόνια μετά, όταν συνειδητοποίησε πως δεν μπορεί να θυμηθεί και να μετρήσει ούτε όλα τα τραγούδια που έχει αφιερώσει, μα ούτε και όλους τους ανθρώπους που τους τίμησε με τέτοιο χάρισμα, της αποκαλύφθηκε μια αλήθεια, τόσο προφανής που δεν την έβλεπε ως τότε: τα χαρίσματα για τα οποία δεν είχε μετανιώσει, μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Τι σπατάλη!

Κι ακόμα χειρότερα, έψαξε να βρει πόσα χαρίσματα τέτοια είχε δεχτεί η ίδια. Και θυμήθηκε μόνον αυτό*:

 

Προσπέφτω σου, ώ βασίλισσα, θνητή για αθάνατη είσαι· 

άν είσαι απ’ τις αθάνατες που κατοικούν τα ουράνια, 

παρόμοια με την Άρτεμη, του μέγα Δία την κόρη, 

 στην όψη και στ’ ανάστημα και στη μορφή σε κρίνω·

άν είσαι πάλε απλή θνητή, του κόσμου κατοικήτρα,

καλότυχοι, κι ο κύρης σου κι η βλογημένη η μάνα,

καλότυχα τ’ αδέρφια σου, που πάντα στην ψυχή τους

περίσσιας γίνεσαι αφορμή χαράς,και καμαρώνουν

τέτοιο βλαστάρι σα θωρούν μες στους χορούς να μπαίνη.

Μα ακόμα πιο καλότυχος απ’ όλους είν’ εκείνος,

που βγή στα δώρα νικητής, και ταίρι του σε πάρη.

Τί σαν κι εσένα άλλο θνητό τα μάτια μου δεν είδαν, 

άντρα ή γυναίκα· θαμασμός με πιάνει σαν θωρώ σε.

Τέτοια στη Δήλο, στο βωμό του Απόλλωνα το πλάγι,

νιοβλάσταρη είδα φοινικιά κάποτε να φουντώνη·

τί κι αποκείθε πέρασα με λαό πολύ μαζί μου,

παίρνοντας δρόμο που ήτανε γραφτό να με παθιάση.

Και καθώς τότες σάστισα τη φοινικιά σαν είδα,

τί τέτοιο από τη γής δεντρί ποτές δε βλάστησε άλλο,

τώρα μ’ εσένα, ώ κορασιά, θαμάζω και σαστίζω,

κι όσο άν πονώ, τα γόνατα φοβάμαι να σου αγγίξω.

 blood_moon_by_fetishfaerie.jpg

Δεν την πείραξε όμως, αυτό. Σκέφτηκε μόνο πόσο πολύ θα ήθελε να βρεθεί σε μια αμμουδιά, κάτω από ένα αυγουστιάτικο φεγγάρι και να τραγουδήσει μαζί με κάποιον αυτό**:

 

 

 

Της νύχτας η ακταιωρός τους πλάνητες μαζεύει,
με χάδια τους χαζεύει, με χίλια ξωτικά.
Ξεχύνεται απ’ τα αμπάρια της κρασί βαλσαμωμένο,
κόκκινο, κεντημένο με σταυροβελονιά.
Όσοι σέρνονται τις νύχτες
πέφτουνε σε μαύρες τρύπες.
Ρίξε το σπίρτο μέσα σου, ρίξε το παραμύθι
να ζοριστούν τα στήθη και να ‘ρθουν πιο κοντά.
Στους άλλους πάντα δίνουμε ό,τι μας περισσεύει
μα η μέθη δυσκολεύει θαρρώ τα πράγματα.
Στη μέση η Φιλίποβνα και γύρω οδαλίσκες
ακόμα δε συνήλθες, άσωτε υιέ.
Από παντού ακούγονται ζουρνάδες και νταούλια
παρακαλάς την Πούλια να ψήσει ένα καφέ.

 

Σκέφτηκε ακόμα πως δεν μπορούσε άλλο να περιμένει, μέχρι να συμβεί αυτή η ευχή. Έπρεπε πλέον να συμβεί τώρα.

____________________________________________

* Ο Οδυσσέας προς τη Ναυσικά, Οδύσσεια ζ (ένα από τα πιο όμορφα και πιο ερωτικά αποσπάσματα της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας).

** Μουσική, Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Τραγούδι: Μελίνα Κανά, (Πιάνο, σπινέτο (μικρό τσέμπαλο): Τάκης Φαράζης, Βιολοντσέλο: Τάσος Μυσιρλής, Κοντραμπάσο: Κώστας Θεοδώρου), από τον δίσκο «Της αγάπης Γερακάρης».

Βλέπουμε blood moon της fetishfaerie.

Advertisements