Κουλουριασμένη πάνω στο χειρουργικό κρεβάτι σκεφτόταν το παιδί που είχε μόλις σκοτώσει. Το παιδί του. Το παιδί της μαζί του. Σκεφτόταν τα ρουχαλάκια που δεν θα του φορούσε, τις κρέμες που δεν θα το τάιζε, το σχολείο που δεν το πήγαινε, τις εκδρομές που δεν θα έκαναν μαζί. Σκεφτόταν ακόμα και την δυστυχία που αυτό δεν θα γνώριζε ποτέ. Την δυστυχία να μην γνωρίζεις τον πατέρα σου, γιατί ο πατέρας σου σε έχει απορρίψει πριν καν σε γνωρίσει. Ισορροπούσε επικίνδυνα ανάμεσα στο σωστό και λογικό και στην ηθική και το συναίσθημα. Ήξερε καλά πως αυτό το τραύμα δεν θα επουλωνόταν ποτέ.

Τον είχε γνωρίσει την στιγμή που όλα πήγαιναν στραβά, χωρίς να υποψιάζεται ότι επρόκειτο να γίνουν ακόμα χειρότερα. Τον ερωτεύτηκε γιατί ήταν όμορφος. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, προσπαθούσε να βρει και τα υπόλοιπα χαρίσματά του, αλλά δεν τα κατάφερνε. Γιατί το μόνο του χάρισμα ήταν η ομορφιά του. Κανένα ψεγάδι δεν έβρισκε στην εικόνα του. Τα ψεγάδια του, έτσι κι αλλιώς άργησε να τα αντιληφθεί, κι άργησε ακόμα περισσότερο να τα αποδεχτεί. Δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως τόση ασχήμια και τόση κακία κρυβόταν μέσα σε τόσο όμορφο περιτύλιγμα.

Πάνω στο χειρουργικό κρεβάτι, μουσκέυοντας το μαξιλάρι του νοσοκομείου από τον πόνο, είδε σαν σε ενόραση την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Δεν της είχε φερθεί ποτέ όμορφα. Όχι καλά. ‘Ομορφα. Δεν την είχε στηρίξει σε τίποτα, δεν την είχε υπερασπιστεί ποτέ, δεν της είχε προσφέρει τίποτα. Την περιέφερε σαν αξεσουάρ ανάμεσα στους φίλους του, επιδεικνύοντάς την σαν μπλουζάκι Calvin Κlein.

Κι όμως, εκείνη το ήθελε το παιδί του. Με όλες τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί, με όλη την απόρριψη που δεχόταν, με όλη την κακία και το μίσος που την κοίταζε. Γιατί δεν την έδιωξε; Ποια διεστραμμένη απόλαυση αντλούσε από το να την κρατάει κοντά του, χωρίς να την θέλει; Ήταν απολύτως ανρμήνευτο. Αλλά, εκείνη το παιδί το ήθελε. Και θα το μεγάλωνε μόνη της. Δεν την ένοιαζε αυτό, θα γινόταν και μάνα και πατέρας, θα στερούνταν χίλια πράγματα, γιατί ήθελε αυτό το παιδί να γεννηθεί και να μεγαλώσει. Κι ας διερρύγνυαν όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς τα ιμάτιά τους, για την ασταθή οικονομική της κατάσταση, για τις δυσκολίες, για τη ρετσινιά της ανύπαντρης μητέρας, για τα χρόνια μοναξιάς και απόγνωσης που θα ακολουθούσαν.

Το ήθελε. Στο κάτω κάτω, κι εκείνη χωρίς πατέρα είχε μεγαλώσει, στην ουσία. Ο πατέρας της ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, κάθε βράδυ κοιμόταν αλλού. Αλλά δεν έλειψε ούτε μια φορά από τις σχολικές θεατρικές παραστάσεις, όπου εκείνη ξεδίπλωνε το μαθητικό της ταλέντο, δεν της στέρησε ποτέ ούτε ένα χριστουγεννιάτικο δώρο, δεν υπήρξε μέρα που να μην την αποκαλέσει «όμορφή μου πριγκήπισσα».

Το δικό της το παιδί αυτό δεν θα το γνώριζε ποτέ, αν γεννιόταν. Το δικό της το παιδί δεν θα γνώριζε πατέρα. Της το είχε δηλώσει σαφώς και χωρίς περιστροφές. Δεν ήθελε να ξέρει τίποτα γι’αυτό το παιδί. Δεν ήταν δικό του, αυτός δεν ήθελε παιδιά. Δεν ήθελε τίποτα πέρα από τον εαυτό του. Ούτε κι εκείνην την ήθελε.

Κι έτσι, κι εκείνη λύγισε. Και το σκότωσε. Και ένιωθε τύψεις για την φίλη της που είχε χάσει το δικό της μωράκι, ένιωθε τύψεις, για όλες εκείνες τις γυναίκες που ήθελαν ένα παιδί και δεν θα το αποκτούσαν ποτέ. Ένιωθε πως κλωτσούσε πέρα αυτό που της προσφέρθηκε σαν δώρο. Γιατί ήξερε καλά πως δεν θα μπορούσε ποτέ να πει στο παιδί της ότι δεν είχε πατέρα. Ότι ο πατέρας του δεν υπήρξε ποτέ.

Ο γιατρός πλησίασε το κρεβάτι και της χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Της είπε πως όλα είχαν παέι καλά, και πως σε λίγες ώρες θα μπορούσε να πάει στο σπίτι της.

Να πάει σπίτι της, να φορέσει μάυρα, να πιει πικρό καφέ και να καπνίσει χωρίς τύψεις πια.

Advertisements