Το Théâtre Le public είναι ένας πολυχώρος τέχνης σε μια από τις λιγότερο όμορφες συνοικίες των Βρυξελλών. Διαθέτει τέσσερις σκηνές, ένα μπαρ, αναγνωστήριο και μερικά καφέ (καπνιστών και μη, προς μεγάλη μου ευτυχία). Είναι καλοφτιαγμένος, προσεγμένος χώρος και δεν μοιάζει καθόλου με τους αμερικανοειδής fast food πολυχώρους. Τόσο η διακόσμηση όσο και η ευρύτερη φιλοσοφία είναι arty και λίγο φοιτητική. Αντιλαμβάνεται, επίσης, κανείς ότι προσπαθεί να απευθυνθεί σε ένα όσο το δυνατόν πιο ευρύ κοινό, και από τις τιμές του.Για να φτάσει κανείς στην Salle des Voûtes, πρέπει να περάσει από ένα από τα καφέ, να προχωρήσει σε μερικά δαιδαλώδη διαδρομάκια και να σκαρφαλώσει μια σκάλα που θυμίζει ανεμόσκαλα σε εργοστάσιο. Η αίθουσα είναι μικρή, αλλά ευρύχωρη. Η σκηνή είναι στο μέσον της αίθουσας και στο επίπεδο του εδάφους, ενώ οι θέσεις των θεατών βρίσκονται πέριξ των τεσσάρων πλευρών της σκηνής. Υπάρχουν τρεις σειρές, οι πίσω ψηλότερα τοποθετημένες από τις μπροστινές. Η διαμόρφωση του χώρου δίνει στον θεατή την αίσθηση πως συμμετέχει στην παράσταση, πως είναι μια παρέα με τους ηθοποιούς, οι οποίοι για να φτάσουν στην σκηνή, πρέπει να περάσουν ανάμεσα από τα καθίσματα των θεατών. Νιώθεις πως την ώρα που πάιζουν μπορείς να τους σκουντήξεις και να τους κάνεις σχόλια.Ο κ. Harold Pinter δεν χρειάζεται συστάσεις, πιστεύω. Ούτε και η παράστασή του, Betrayal. O κ. David Hare, στο Harold Pinter:A Celebration (Faber and Faber, 2000, p 21), έγραψε:

«Pinter did what Auden said a poet should do. He cleaned the gutters of the English language, so that it ever afterwards flowed more easily and more cleanly. We can also say that over his work and over his person hovers a sort of leonine, predatory spirit which is all the more powerful for being held under in a rigid discipline of form, or in a black suit…The essence of his singular appeal is that you sit down to every play he writes in certain expectation of the unexpected. In sum, this tribute from one writer to another: you never know what the hell’s coming next.»

Και είχε δίκιο. Παρακολουθώντας το Trahisons (στα γαλλικά), ένιωθες ακριβώς αυτό. Δεν ξέρεις τι σε περιμένει στην επόμενη σκηνή.

Η παράσταση είναι καταπληκτική, έχει πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία, και λόγω της διαμόρφωσης της αίθουσας, καθώς οι ηθοποιοί πρέπει να κινούνται, ώστε να είναι ορατοί από όλους τους θεατές γύρω τους και όχι μόνο μπροστά τους, και να αλλάζουν το σκηνικό οι ίδιοι από σκηνή σε σκηνή. Εξαιρετικά ταιριστή η μουσική επένδυση (Beatles, Stones και ό,τι άλλο ταιριάζει στην εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η υπόθεση, 1968-1977) και καταπληκτικός ο Olivier Massart (και εδώ) στο ρόλο του Jerry.

Η ιστορία της Emma και του Jerry, οι οποίοι διατηρούν δεσμό επί 7 χρόνια, ενώ η Emma είναι παντρεμένη με τον Ronald, τον καλύτερο φίλο του Jerry, ο οποίος είναι επίσης παντρεμένος, ξετυλίγεται ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή. Η Emma και ο Jerry συναντιούνται δυο χρόνια μετά από τον χωρισμό τους, για να του ανακοινώσει εκείνη πως πρόκειται να πάρει διαζύγιο. Παρακολουθώντας την ιστορία τους in retrospective, και αφού μπερδευτούμε για τα καλά, αντιλαμβανόμαστε πως είναι αδύνατον να ορίσουμε την έννοια της προδοσίας.

Τελειώνοντας η παράσταση, και ενώ χειροκροτούσα αυθόρμητα και απόλυτα ενθουσιασμένη, αναρωτιόμουν «Τελικά, ποιος έχει προδώσει ποιον; Και ποιος κατάφερε να μην προδώσει τον εαυτό του;». Σαφώς, το χρονικό υπόβαθρο (60s-70s) είναι πολύ καθοριστικό, όταν διατυπώνονται τέτοια ερωτήματα.

Αλλά, μήπως και σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, μπορεί κανείς να δώσει μια σαφή απάντηση; Τι είναι προδοσία; Και με ποια κριτήρια αυτή καθορίζεται;

Πίνοντας ένα ποτό μετά την παράσταση, στο καπνίζον καφέ του θεάτρου, και αφού το κουβεντιάζαμε για τουλάχιστον δύο ώρες, εμείς τουλάχιστον, δεν καταφέραμε να δώσουμε απάντηση.

Advertisements