Αγαπημένη μου Χρύσα,

σου γράφω, αν και πολύ κουρασμένη, γιατί αν δεν τα πω κάπου, θα σκάσω. Δεν χρειάζεται να απαντήσεις. Ξέρεις -και το ξέρω.

Εδώ και δεκαπέντε χρόνια δίνω μια άνιση μάχη με τον βαθιά ριζωμένο μικροαστισμό μου. Και είναι άνιση η μάχη, γιατί εκείνος έχει κρυμμένους άσσους και με ύπουλο τρόπο αναδύεται, στις πιο άκαιρες περιστάσεις και μου διαλύει σε ένα γκρι συννεφάκι μερικές από τις πιο όμορφες και χαλαρές στιγμές. Με αγχώνει και με κατατρέχει.

Δεν γεννιόμαστε μικροαστοί. Τίποτα δεν γεννιόμαστε. Γινόμαστε, μας κατασκευάζουν. Από πριν να γεννηθούμε, δεχόμαστε τα ερεθίσματα που διαμορφώνουν την βάση για όσα θα χτιστούν μετά. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος από την οικογένεια, ήδη στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Μερικούς ορόφους ακόμα το σχολείο, το ρετιρέ στις σπουδές, και το πανωσήκωμα όταν μπαίνουμε στο χορό της δουλειάς.

Στην καλύτερη περίπτωση, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε τι μας συμβαίνει, όταν έχουν ήδη χτιστεί οι πρώτοι όροφοι. Στην χειρότερη, μόλις τελειώσει το δώμα. Όπως και να’χει, αργά το καταλαβαίνουμε. Και προσπαθούμε να οργανώσουμε το οπλοστάσιό μας με σφεντόνες, ενώ ο εχθρός διαθέτει χημικά όπλα. Άνιση μάχη.

Τι κάθομαι και σου λέω τώρα, ε; Έπαθα το εξής, Χρύσα μου, έτσι ξαφνικά. Σαν αποκάλυψη, σαν επιφάνεια μου συνέβη πριν από λίγο να συνειδητοποιήσω ότι επαναλαμβάνω με μαθηματική ακρίβεια κινήσεις, λόγια και μοτίβα της μανούλας. Κακό είναι αυτό, θα ρωτήσεις; Κακό είναι! Γιατί επαναλαμβάνω όλα εκείνα που κατηγορώ σε κείνην. Ακόμα και την ώρα που τα διαπράττω, τα κατηγορώ και μετά αντιπαθώ τον εαυτό μου, θέλω να τον φτύσω, που γίνεται «ίδια η μάνα μου»! Μικρές καθημερινές συνήθειες, μικρές καθημερινές κινήσεις. Που δεν έχουν αξία, αλλά δηλητηριάζουν. Υπόγεια.

Ψάχνω μέσα μου να βρω το αυθεντικό. Αλλά ούτε μια στιγμή δεν το βρίσκω ανόθευτο. Σαν βότκα σε κακόφημο μπαρ -μπόμπα. Και πλουφ, σκάει μέσα μου και αλλοιώνει αυτά που θα ήθελα να ήμουν -και πού να τα βρω μετά;

Αυτά που ονειρεύομαι, αυτά που δεν ομολογώ, αυτά που θα ήθελα να είμαι, δεν τα βρίσκω παρά μόνο λίγο πριν κοιμηθώ, όταν τραγουδάω στο μπάνιο, κι όταν περπατώ μόνη μου το σούρουπο στο κοντινό παρκάκι. Όλες τις άλλες στιγμές, δεν κατορθώνω να διακρίνω τι είναι δικό μου και τι είναι φορεμένο ξένο ρούχο. Μου πέφτουν μεγάλα τα όνειρα των άλλων, με στενεύουν στη φτέρνα οι δικές τους φιλοδοξίες που προβάλλονται πάνω μου και με γεμίζουν ρυτίδες.

Και φτάνω να μοιάζω σε κείνους, και -ακόμα χειρότερα!- να προσπαθώ ασυναίσθητα να συγυρίσω τις ζωές εκείνων που αγαπώ, με τις συνταγές που άλλοι έχουν διοχετεύσει στον οργανισμό μου με ύπουλες ενδοφλέβιες.

Πριν από μερικά χρόνια, νόμισα πως είχα βρει τι πραγματικά ήθελα. Πες πως έγινε μια μικρή επανάσταση. Και τελικά, ηττήθηκε κατά κράτος και ντροπιασμένη στριμώχτηκε στη γωνίτσα της και δεν τολμά να ξεμυτίσει. Παρά μόνο κάποιες ελάχιστες στιγμές, προβάλλει μέσα από τις μικρές ρωγμές του μικροαστισμού και με κοιτάζει παραπονιάρικα.

Στις ασύνειδες σκέψεις μου, μεταξύ λήθαργου και ύπνου, ξυπνάει για λίγο εκείνο το τότε. Στις μηχανικές κινήσεις μου τα πρωινά, θριαμβεύει ο μικροαστισμός. Ανάμεσα στα δύο, υπάρχω. Και εκνευρίζομαι.

Με καταλαβαίνεις;

Σε φιλώ, Εγώ (και πάλι)

Advertisements