(Σας υπόσχομαι, αγαπητοί μου φίλοι, πως αυτό είναι το τελευταίο ταξειδιωτικό ποστ, για φέτος. Δεν θα σας εκνευρίσω άλλο, αλήθεια λέω, μη χτυπάτε άλλο!).

 

Στο Λονδίνο έχω πάει τρεις φορές όλες κι όλες, και κάθε φορά για 2-3 μέρες. Μέχρι τώρα, πήγαινα πάντα Ιούνιο -κατά τύχη- και πάντα έμενα σε φίλους.

Σε αυτές τις τρεις φορές, πρόλαβα να δω το Βρετανικό Μουσείο και να εντυπωσιαστώ από:

– τον ασύλληπτο όγκο των εκθεμάτων

– τον απαράδεκτο τρόπο με τον οποίο αυτά ήταν στοιβαγμένα στις αίθουσες. Καμία αντίληψη μουσειολογικής οργάνωσης, τα εκθέματα ήταν πηγμένα και πνιγμένα

– το γεγονός ότι η είσοδος είναι δωρεάν και στην έξοδο περιμένει τον επισκέπτη ένα τεράστιος κουμπαράς, όπου μπορεί, αν θέλει, να ρίξει όσα χρήματα θέλει «με στόχο να συμβάλει στην συντήρηση του Μουσείου και των εκθεμάτων» (δεν έχουν λεφτά οι Βρετανοί, αλήθεια;)

– την αίθουσα με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Καμία εθνικιστική έξαρση, απλώς είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι το μνημείο είναι ακρωτηριασμένο, ότι τα συγκεκριμένα θραύσματα ασφυκτιούν κάτω από το πάντα από συννεφιά σκεπασμένο αίθριο, μέσα σε μια αίθουσα μουσείου. Το μνημείο αυτό είναι εξωτερικού χώρου και τα κομμάτια από το θριγγό και τις μετώπες είναι έξω από τα νερά τους μέσα στη μπεζ αίθουσα. Η δε ορφανή Καρυάτιδα ουδώλως αναδεικνύεται, έτσι σαν άγαλμα στημένη, χωρίς να κουβαλάει την οροφή του Ερέχθειου.

Πέρα από αυτά τα θλιβερά, όμως, πρόλαβα να αγαπήσω το Λονδίνο, να ερωτευτώ το Covent Garden και το Soho, να εκνευριστώ στο City, να ξεμυαλιστώ με τις βιτρίνες της Oxford Street και να λατρέψω τα μπαράκια και τις ατέλειωτες μουσικές. Πρόλαβα να δω τα ανάκτορα, το Κοινοβούλιο και τη Βουλή των Λόρδων, το Big Ben (που σε ξεκουφαίνει), την Downing Street (Hello, you silly Tony!) και τον Πύργο του Λονδίνου. Πέρασα τέλεια στο Notting Hill (οκ, σκεφτόμενη τον Hugh Grant), βολτάρισα στο Hyde Park και στο St James, πήγα θέατρο (τρομερή εμπειρία το θεωρείο στο Φάντασμα της Όπερας), χάζεψα στο tube (και σκεφτόμουν όσους επιλέγουν να αυτοκτονήσουν εκεί μέσα, αλλά και τον τρελό δολοφόνο από το «Σπίτι του ύπνου» του Jonathan Coe. Γενικώς, το Λονδίνο μου θυμίζει πάντα Coe, και όποτε επιστρέφω από εκεί, ξαναδιαβάζω το What a carve up, την Λέσχη των Τιποτένιων και το Closed circle, και τα τρία, με αυτή τη σειρά!).

Δεν έχω δει τίποτα άλλο από την Γηραιά Αλβιόνα, πάντως η πρωτεύουσά της με έκανε να αποκτήσω αυτό το I love to hate you συναίσθημα έναντι και της χώρας και των Άγγλων (γιατί τους Σκωτσέζους και τους Ιρλανδούς τους λατρέυω -Ουαλούς δεν έχω γνωρίσει ακόμα, αλλά πού θα μου πάνε!).

Το Λονδίνο είναι μια πόλη που σε τρελαίνει, σε ξανανιώνει, σε κάνει να θες να μην κοιμηθείς, να θες να ζήσεις σε ξέφρενους ρυθμούς, να αποκτήσεις εμπειρία Trainspotting, να θυμώσεις με το Bloody Sunday, να εκνευριστείς με το βρετανικό φλέγμα, να χορέψεις, και να μειδιάσεις με την γοητευτικότατη βρετανική ειρωνεία. Αν μη τι άλλο, οι Βρετανοί έχουν μια υπέροχη γλώσσα (όχι τα Globish που σκοτώνουμε καθημερινά οι αγγλομαθείς, αλλά τα British English με την απίστευτα διεγερτική BBC προφορά) και ένα ταλέντο να σε κάνουν να θες να τους δείρεις και να τους αγκαλιάσεις ταυτόχρονα. Εμένα τουλάχιστον αυτό μου βγάζουν.

Πριν από μερικές εβδομάδες, η μία εκ των κολλητών μου από την Ελλάδα μου ανακοίνωσε πως βρήκε super cheap easyjet εισιτήρια και πως έκλεισε με τον καλό της μία εβδομάδα. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά: eurostar.com, 90 ευρώπουλα και τσουπ! κάτω από τη Μάγχη απευθείας!

Φτάσαμε στο Waterloo αργούτσικα, κατά τις 10 το βράδυ, και πήραμε τον υπόγειο σωλήνα, για να φτάσουμε στο King’s cross, όπου είχαμε κλείσει ένα πάμφθηνο B&B. Μετά από απίστευτο μπέρδεμα (καθ’ότι είχαν την φαεινή ιδέα να ονομάσουν Argyle street και Argyle square, δρόμο και πλατεία που βρίσκονται πολύ κοντά το ένα στο άλλο, και μπερδευτήκαμε!), καταφέραμε να βρούμε το φτηνό B&B.
Η χαμηλή τιμή θα έπρεπε να μας είχε υποψιάσει. To «Ευρωπαϊκό ξενοδοχείο», στο οποίο μείναμε, ήταν μάλλον τριτοκοσμικό (και μην ξεγελαστείτε από τις ωραίες φωτογραφίες στο site. Έχει πέσει πολύ photoshop!). Καταρχάς περιμέναμε κανένα τέταρτο μέχρι να μας ανοίξουν (είχε κουδούνι, για να μην μπαίνει μέσα όποιος κι όποιος! Αμ πώς! Πάνω από όλα η ασφάλεια!). Μπαίνοντας μέσα, μια αδιευκρίνιστη μυρωδιά, αναμεικτη από τηγανητά κρεμμύδια και χνωτίλα, μας έκανε να θέλουμε να κλείσουμε τις μύτες μας. Το δωμάτιό μας ήταν μικροσκοπικό και όχι πρότυπο καθαριότητας. Το μπάνιο υποτυπώδες, παντζούρια φυσικά δεν υπήρχαν και… χαχα! Δεν λειτουργούσε η θέρμανση! Στην αρχή υποθέσαμε ότι θα έπρεπε να βρούμε από πού ανοίγει και δεν δώσαμε σημασία. Επιστρέφοντας αργότερα, διαπιστώσαμε πως, όόόχι, το θέμα δεν ήταν να βρεις από πού ανοίγει! Απλώς, δεν λειτουργούσε. Την επόμενη μέρα, ενημερώσαμε τη ρεσεψιόν, και έστειλαν κάποιον να το φτιάξει, αλλά… Το καλοριφέρ βρισκόταν κάτω από το παράθυρο και, ο τύπος που το έφτιαξε… ξεπάτωσε τις κουρτίνες! Ετσι, το δεύτερο βράδυ, είχαμε θέρμανση μεν, αλλά δνε είχαμε ούτε κουρτίνες ούτε παντζούρια! Ε, δεν μπορείς να τα έχεις και όλα, σωστά;

Αφήνω τις γκρίνιες κατά μέρος, άλλωστε το ξενοδοχείο δεν είναι η ουσία, αφού πήγαμε μόνο για ένα μπάνιο και έναν ύπνο. Συμβουλέυω πάντως, αν πάτε στο Λονδίνο και δεν έχετε φίλους να σας φιλοξενήσουν, να κάνετε καλή έρευνα για το κατάλημμά σας και μην τσιγγουνευτείτε να πληρώσετε κάτι παραπάνω.

Επίσης, υπενθυμίζω ότι στη Βρετανία (όπως και στην Κύπρο και όλες τις πρώην Βρετανικές αποικίες), πολλά πράγματα λειτουργούν ανάποδα από ότι σε όλο τον υπόλοιπο δυτικό (τουλάχιστον) κόσμο. Η απόσταση μετριέται σε μίλια, γιάρδες και πόδια, το βάρος μετριέται σε οκάδες και πίντες (τουλάχιστον η μπύρα, τα άλλα υγρά δεν ξέρω), ο κόσμος οδηγεί στη λάθος πλευρά του δρόμου (πολύ χρήσιμα τα look left! και look right!, γραμμένα στο έδαφος, σε κάθε φανάρι) και οι πρίζες είναι χμ… πώς να τις περιγράψω; Ευφάνταστες, και πάντως όχι σαν όλου του υπόλοιπου κόσμου. Αν, λοιπόν επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε μικροσυσκευές, όπως πιστολάκι και ξυριστική μηχανή ή να φορτίσετε κινητά και φωτογραφικές μηχανές, φροντίστε να έχετε προμηθευτεί αντάπτορα. Αλλιώς, θα πάθετε ό,τι έπαθα κι εγώ, που γνώριζα μεν τη βρετανική ιδιορρυθμία, την λησμόνησα δε: θα μείνετε χωρίς κινητό!

Α, ναι, είχα πει πως θα αφήσω κατά μέρος τις γκρίνιες! Το πρώτο βράδυ λοιπόν, αφού αφήσαμε τα πράγματά μας στο ξενοδοχείο πήγαμε στην περιοχή της Tottenham Court Road για να συναντήσουμε τους φίλους μας -και καταλήξαμε σε σουρεαλιστικό λάτιν μπαρ, τίγκα στους ισπανόφωνους που χόρευαν παθιασμένα υπό τους ήχους των Gipsy Kings.

H περιοχή αυτή (πλησίον της Oxford street και του Soho), την ημέρα είναι γεμάτη κόσμο που ψωνίζει στα χιλιάδες μαγαζιά και το βράδυ γεμάτη από τον ίδιο κόσμο που διασκεδάζει ή πίνει -ή διασκεδάζει πίνοντας.

Οφείλω να σημειώσω ότι η νυχτερινή περιήγηση (επιστρέψαμε κατά τις 3 το πρωί) μου έδωσε την δυνατότητα να διαπιστώσω ότι οι συγκοινωνίες του Λονδίνου είναι παραπάνω από τέλειες: ενώ κατά την ημέρα, υπάρχουν κυριολεκτικά χιλιάδες λεωφορεία (και το απίστευτα πυκνό δίκτυο του tube) που εξυπηερετούν τους επιβάτες ακόμα και για τα πιο μακρινά σημεία της πόλης, τη νύχτα υπάρχουν άπειρα νυχτερινά λεωφορεία, τα οποία κυκλοφορούν σε συχνότητα 15 λεπτών και επίσης εκυπηρετούν ολόκληρη την πόλη.

Η δεύτερη παρατήρηση ήταν οι αντιφάσεις. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσους πολλούς μεθυσμένους -και τόσο πολύ κομμάτια-, τόσες πολλές ημίγυμνες γκόμενες και τόσο πολούς εξαθλιωμένους αστέγους, όλους μαζί στον ίδιο δρόμο.

Την επόμενη μέρα, ξυπνήσαμε φυσικά αργά, και, αφού ήπιαμε καφέ και φάγαμε πρωινό σε ένα άθλιο τοπικό καφενείο, ξεκινήσαμε την βόλτα μας από το Notting Hill. To Notting Hill είναι από τις αγαπημένες μου γειτονιές στο Λονδίνο, γιατί είναι φροντισμένη (πλέον -μετά την ταινία), αλλά όχι ψωνισμένη και έχει άπειρα βιβλιοπωλεία, pubs και ένα τέλειο παζάρι (το οποίο φυσικά δεν προλάβαμε, αφού φτάσαμε αργά).

Μπήκαμε σε διάφορα βιβλιοπωλεία (όπου βρήκα ένα καταπληκτικό λεύκωμα για τους Beatles με φωτογραφίες της εποχής από την Dailly Mail), ήπιαμε μια μπύρα σε ένα pub, ονόματι Churchill’s Arms και περπατήσαμε την Kensington Road και Kensington Church Street, κατά μήκος του Hyde Park, με τις απαραίτητες στάσεις στο Virgin Megastore (είχαν εκπτώσεις!) για προμήθειες, και στο Royal Albert Hall για φωτογραφίες. Ως κλασικοί τουρίστες, ξαναφωτογραφήσαμε τα διώροφα λεωφορεία και τους χαρακτηριστικούς τηλεφωνικούς θαλάμους. Καταλήξαμε στο Harrod’s, ευτυχώς την ώρα που έκλεινε, και μετά για μπύρα στο Paxton’s head pub, στο Knightsbridge.

Κλείσαμε την ημέρα μας με βόλτα στο αγαπημένο μου Covent Garden και στα πέριξ, όπου θαυμάσαμε τον Χριστουγεννιάτικο στολισμό και το Καρουσέλ, και τα πανέμορφα δρομάκια. Και για να επιβεβαιώσουμε το γεγονός ότι είμαστε εντελώς Βέλγοι, καθήσαμε για ποτό σε μπαρ ονόματι Café Rouge, το οποίο ήταν… γαλλικό!

Κατόπιν, περπατήσαμε ως την Trafalgar Square, για να πάρουμε το λεωφορείο μας. Είδαμε εκ του μακρόθεν το Big Ben και χαζέψαμε το τεράστιο Χριστουγεννιάτικο δέντρο (και την μέσα σε πλέξι γκλας κουτί φάτνη!), μπροστά στη National Gallery.

Την επόμενη μέρα, ξυπνήσαμε αναγκαστικά σχετικά νωρίς, για να παραδώσουμε το πολυτελές μας δωμάτιο. Πήγαμε στο σταθμό του St. Pancras για να αφήσουμε τα μπαγκάζια μας σε lockers, να μην τα κουβαλάμε και διαπιστώσαμε πως πλέον τα lockers, όπως τα ξέραμε, δεν υπάρχουν πια.

Για λόγους ασφαλείας, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις, τα μεταλλικά κουτιά, έχουν αντικατασταθεί από δωμάτια με υπάλληλο, ο οποίος ελέγχει τς αποσκευές και τις τοποθετεί σε ράφια. Η υπηρεσία λειτουργεί μέχρι τις 8 το βράδυ και κοστίζει κομματάκι ακριβά, αλλά οι υπάλληλοι είναι ευγενέστατοι και συμπαθέστατοι.

Παράλληλα, παρατήρησα πως τα μέτρα ασφαλείας είναι αυξημένα σε σχέση με το παρελθόν, αλλά διακριτικά. Οι -ήδη από πριν την 7η Ιουλίου 2005, πάρα πολλές κάμερες- έχουν αυξηθεί παντού, και κυρίως στον υπόγειο και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, ο αριθμός των αστυνομικών σε δημόσιους χώρους είναι ελαφρώς αυξημένος και είμαι σίγουρη πως κυκλοφορούν και αρκετοί αστυνομικοί με πολιτικά. Πάντως δεν είναι προκλητικοί.


Πρώτος μας σταθμός ήταν το Βρετανικό Μουσείο, όπου φτάσαμε με τον υπόγειο και κατεβήκαμε στη Russel Square. H Russel Square ήταν το ένα από τα τέσσερα σημεία, όπου είχαν γίνει οι τρομοκρατικές επιθέσεις, και για να είμαι ειλικρινής, δεν μπόρεσα, κατεβαίνοντας εκεί, να αποφύγω την σκέψη ότι έμενα εκεί κοντά και έπαιρνα τον υπόγειο από ακριβώς αυτό το σταθμό, δυο εβδομάδες πριν τις επιθέσεις της 7ης Ιουλίου (τον Ιούνιο του 2005).

Διασχίσαμε την Russel Square, όπου είδαμε σκιουράκια (!!!), και φτάσαμε στο Μουσείο.
Οφείλω να ομολογήσω, πως από μουσειολογικής άποψης, το Βρετανικό Μουσείο έχει βελτιωθεί αισθητά, από την τελευταία μου επίσκεψη σε αυτό (τον ιούνιο του 2002).

Τα εκθέματα είναι πιο αραιά τοποθετημένα, δίνοντας στον επισκέπτη την δυνατότητα να τα θαυμάσει χωρίς να στριμώχνεται ανάμεσα σε άλλα εκθέματα, και οι αίθουσες έχουν ανακαινιστεί.

Δεν μπόρεσα να μην εκνευριστώ πάντως διαβάζοντας τα παρακάτω σε ταμπέλες αναρτημένες στην αίθουσα που εισάγει τον επισκέπτη στο χώρο όπου βρίσκονται τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Η αλήθεια είναι πως από ιστορικής άποψης, τα εκθέματα παρουσιάζονται με σαφήνεια και ακρίβεια. Με την ίδια σαφήνεια παρουσιάζεται και η διαμάχη για την επιστροφή τους στην Αθήνα, αλλά η αλήθεια έχει πολλές όψεις και μπορεί να εκτεθεί με πολλούς τρόπους, ώστε να παραμένει αλήθεια, αλλά μισή.

Μείναμε περίπου δύο ώρες στο Μουσείο, και είδαμε μόνο τα ελληνικά εκθέματα, αρκετά αιγυπτιακά και λίγα ασσυριακά. Το Μουσείο είναι απλώς τεράστιο (γεμάτο κλοπιμαία, θα έλεγα εγώ) και απείρως ενδιαφέρον.

Στην συνέχεια, πήγαμε να συναντήσουμε τους φίλους μας στο Camden Town, στα βόρεια του Λονδίνου. Το Camden θυμίζει Ανατολικό Βερολίνο μαζί με Άμστερνταμ, είναι μια εντελώς underground συνοικία, φοιτητική και ανέμελη, γεμάτη pubs, graffittis και παράξενο κόσμο. Αφού ήπιαμε μια μπύρα (εγώ καφέ) σε ένα pub, ονόματι The world’s end, βολτάραμε, και ψάξαμε ένα οποιοδήποτε μέρος να φάμε κάτι, ΑΛΛΑ… δεν είχαμε υπολογίσει τον αστάθμητο παράγοντα: Κυριακή απόγευμα, ώρα ποδοσφαίρου και μάλιστα Arsenal-Chelsea! Όπως και να’χει η εμπειρία μιας pub σε ώρα ποδοσφαιρικού αγώνα είναι ασύλληπτη. Κοιτώντας τους πελάτες, καρφωμένους στις οθόνες, έχεις την αίσθηση ότι αυτό που διαδραματίζεται στις οθόνες πρόκειται να καθορίσει την υπόλοιπη ζωή αυτών και των παιδιών τους! Και την ώρα που μπαίνει γκολ ή -ακόμα χειρότερα- που ο παίκτης αστοχεί, νομίζεις πως τους έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι!

Εμείς πάντως, καταφέραμε να βρούμε μια γωνίτσα σε ένα ιταλικό -που δεν είχε τηλεοράσεις-, και κατόπιν, προλάβαμε να κάνουμε μια τελευταία βόλτα στο Soho, πριν πάρουμε το τρένο της επιστροφής.

Στις φωτογραφίες βλέπετε:

1- Το Big Ben (φωτογραφία από το προηγούμενο ταξείδι μας, τον Iούνιο του 2005)
2- Tower Bridge

(φωτογραφία από το προηγούμενο ταξείδι μας, τον Iούνιο του 2005)
3- To Χριστουγεννιάτικα στολισμένο Harrod’s
4- Kensington Road (χαχα!)
5- Apple Market στο Covent Garden
6- Pub στο υπόγειο του Covent Garden
7- Xριστουγεννιάτικη φάτνη στην πλατεία μπροστά στο Covent Garden
8- Ενδιαφέρουσα προτροπή στην είσοδο του ενός από τα pubs του Covent Garden
9- Russel Square
10- Φωτογενής και βαμπ σκίουρος στη Russel Square
11- Oι εκνευριστικά politically correct πινακίδες του Βρετανικού Μουσείου
12- Tμήμα από το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα, το οποίο αναπαριστά την γέννηση της Αθηνάς
13- Η εντυπωσιακή βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου, η οποία βρίσκεται στο κέντρο του εσωτερικού αιθρίου (του μεγαλύτερου εσωτερικού αιθρίου στην Ευρώπη), η οποία έχει στρογγυλό σχήμα (για την ακρίβεια, βλέπετε το ένα τέταρτο της Βιβλιοθήκης)
14- Camden Town
15- Camden Town

P.S. Εννοείται πως το σημερινό ποστ συνοδεύται από ηχητική παρέμβαση Beatles, και μάλιστα από ένα από τα αγαπημένα μου.

Advertisements