Είναι τρελοί αυτοί οι Ολλανδοί!

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, βρέθηκα -για τρίτη φορά- στο ωραίο Αμστελόδαμο! Το Αμστελόδαμο (σύνθετη λέξη από τις λέξεις Amstel και Dam: Amstel είναι ο ποταμός που διασχίζει την πόλη και διαχέεται στα περίφημα και αμέτρητα κανάλια, και Dam όνομάζεται η κεντρική πλατεία της πόλης, σημείο ιστορικό, όπου βρίσκεται το Παλάτι και μνημείο στους πεσόντες πατριώτες, κάτι σαν μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη).

Φτάσαμε Παρασκευή βράδυ στον Κεντρικό Σταθμό, ο οποίος βρίσκεται πάνω στο ποτάμι και στο μέσον της πόλης -μεταξύ παλιάς και καινούριας πόλης, για την ακρίβεια. Πήραμε το τραμ για να πάμε στο ξενοδοχείο μας. Hotel Mercure, της γνωστής αλυσίδας Accor, στην οποία υπάγονται τα Ibis, τα Εtap, τα Νovotel και τα Sofitel. Τα ξενοδοχεία αυτά είναι ασφαλής και φτηνή λύση για τις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις: είναι πάντα καθαρά, σε βολική τοποθεσία και με βολικά καίτοι μικροσκοπικά συνήθως δωμάτια (εκτός από τα Novotel και Sofitel που είναι πολυτελή και ακριβά).

Το δικό μας ξενοδοχείο ήταν σε παλιό κτήριο, του τύπου των αγγλικών terasses, δηλαδή πολλά χαμηλά, κολλητά το ένα στο άλλο σπίτια, πανομοιότυπα μεταξύ τους (θυμάστε τον Αστερίξ στους Βρεταννούς; Ε, αυτό!). Τούτο ήταν διώροφο, πολύ ψηλοτάβανο, με παράθυρα παλαιού τύπου (όχι παντζούρια φυσικά: άπαξ και περάσετε τη Γαλλιά και πάτε βόρεια, ξεχάστε τα παντζούρια!), εκείνα που τραβάς πάνω-κάτω το επάνω μέρος τους για να ανοιγοκλείσουν.

Αφήσαμε τα μπαγκάζια μας και κάναμε μια βόλτα μέχρι το κέντρο με τα πόδια, καταστρέψαμε την δίαιτά μας (Haagen Dazs, ταπ ταπ, ταπ!) και καταλήξαμε σε ένα brown bar για ποτό και μετά σπίτι για ύπνο.

Παρένθεσις.
α. Brown bar, στην Ολλανδία ονομάζονται μπαρ εξ ολοκλήρου κατασκευασμένα από ξύλο, σε χρωματισμούς σκούρους καφέ και με μορφή μπυραρίας. Για κάποιο περίεργο λόγο, οι Ολλανδοί τα θεωρούν παραδοσιακά Βέλγικα. Στο Βέλγιο, τα ονομάζουν Irish pubs! Τρέχα γύρευε, δηλαδή!

β. Ο επισκέπτης της Ολλανδίας δεν θα καταλάβει πολλά πράγματα από την χώρα, αν δεν γνωρίζει κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες θεολογικής φύσεως. Οι Ολλανδοί μέχρι το σχίσμα της Καθολικής Εκκλησίας ήταν Καθολικοί. Με τη Μεταρρύθμιση, οι περισσότεροι έγιναν προτεστάντες, και μάλιστα Καλβινιστές, δηλαδή από τους πιο ακραιφνείς και συντηρητικούς προτεστάντες. Μάλιστα, έγιναν και πόλεμοι μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών (όπως παντού στην Δυτική Ευρώπη) και καθώς οι Καλβινιστές επικράτησαν, απαγόρευσαν την δημόσια λατρεία του Καθολικού Δόγματος. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Καθολικοί είχαν δικαίωμα να τελούν την λειτουργία τους μόνο σε καλά κρυμμένους ιδιωτικούς χώρους.
Σύμφωνα με τον Καλβίνο, ο καλός Χριστιανός, δεν έχει να κρύψει τίποτα, οπότε δεν χρειάζεται ούτε παντζούρια ούτε κουρτίνες στο σπίτι του. Μια βόλτα στο Φλαμανδόφωνο Βέλγιο, και κυρίως στην Ολλανδία, θα σας πείσει. Παντζούρια δεν υπάρχουν πουθενά (αμφιβάλλω κι αν υπάρχει η λέξη στο λεξικό) και οι κουρτίνες σπανίζουν. Κατά συνέπεια, ο περιπατητής μπορεί να θαυμάσει όλα τα εν ισόγεια οικήματα τεκταινόμενα! Κάτι σαν cat tv από την ανάποδη.
Κλείνει η παρένθεσις.

Το επόμενο πρωί, ξυπνήσαμε πολύ αργά (δεν λέω τι ώρα, για να μην με κράξετε) και πήγαμε για πρωινό την ώρα που όλοι χώνευαν το μεσημεριανό τους σε μια paninoteca (οκ, η Ολλανδική κουζίνα γενικώς δεν φημίζεται για τίποτα, πλήν των τηγανητών πατατών, που έτσι κι αλλιώς βέλγικες είναι).

Στην συνέχεια και μετά από σύντομη βόλτα, φτάσαμε στο Rijksmuseum (προφέρεται Ράιξμουσέουμ και σημαίνει Βασιλικό Μουσείο), το οποίο είχαμε και οι δύο μας παλαιότερα επισκεφτεί. Όμως φέτος εορτάζονται τα 400 χρόνια από την γέννηση του Rembrandt και το Μουσείο φιλοξενεί σε δύο αίθουσες κάποιους επιπλέον πίνακες του ζωγράφου και πολλά σκίτσα του. Έτσι, είχαμε την ευκαιρία να ξαναρίξουμε μια ματιά και στα άλλα εκθέματα, από τα οποία το πιο εντυπωσιακό για μένα είναι τα απίστευτα κουκλόσπιτα, τα οποία έχουν μέγεθος σαν το δικό μου και είναι αληθινά έργα τέχνης.
Επιστρέφουμε στον Rembrandt όμως και στα σκίτσα του. Τα σκίτσα δεν με εντυπωσίασαν (όπως δεν με εντυπωσιάζει και ο Rembrandt δηλαδή), αλλά διαβάζοντας το σχετικό φυλλάδιο του Μουσείου, έμαθα ότι:

O Rembrandt van Rijn γεννήθηκε στο Leiden (σήμερα ανήκει στο Βέλγιο) στα 1606. Γόνος πλούσιας οικογένειας, φοίτησε από τα 7 ως τα 14 στο λατινικό σχολείο και, τότε, όταν όλα τα άλλα παιδιά μάθαιναν μia τέχνη για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, εκείνος πήγε στο Πανεπιστήμιο, το οποίο όμως εγκατέλειψε για να θητεύσει κοντά στο ζωγράφο Jacob van Swanenburgh. Σταρ 17 του, πηγαίνει στο Άμστερνταμ και θητεύει στον Pieter Lastman για 6 μήνες. Στα 19 επιστρέφει στο Leiden , για να δουλέψει κοντά στον Jan Lievens. Στα 21 του, είναι ήδη ολοκληρωμένος ζωγράφος και μάλιστα έχει και μαθητές (πρώτος του μαθητής ήταν ο Gerard Dou).
Στα 1631 είναι ήδη φημισμένος και δέχεται πολλές παραγγελίες. Εγκαθίσταται ξανά στο Άμστερνταμ και συγκατοικεί με τον έμπορο τέχνης και ζωγράφο, Henrick Uylenburgh, του οποίου την ανηψιά, Saskia, παντρέυεται.
Μαζί μετακομίζουν στη Breestraat (όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα το σπίτι του, διαμορφωμένο πλέον σε εξαιρετικό μουσείο), και αποκτούν τέσσερα παιδιά, από τα οποία επιβιώνει μόνο το τέταρτο, ο Titus. Η γέννησή του, όμως, επιβαρύνει την υγεία της Saskia, η οποία πεθαίνει 9 μήνες αργότερα.
Ο ζωγράφος προσλαμβάνει οικονόμους για να μεγαλώσουν τον γιο του: πρώτα την Geertje Dircks και μετά την Hendrickje Stoffels. Διατηρεί σχέσεις και με τις δύο. Η δεύτερη, κατά 20 χρόνια νεώτερή του, έμεινε μαζί του μέχρι τον θάνατό της (1663) και γέννησε την Cornelia.
Νωρίτερα, ο ζωγράφος έχει ήδη αρχίσει να έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και το 1656 χρεωκοπεί. Πουλά ο σπίτι και την πλούσια συλλογή του (από ποικίλλα αντικείμενα, όπως αντικείμενα τέχνης, όπλα, βαλσαμωμένα ζώα και πίνακες βέβαια). Η Hendrickje και ο Titus ιδρύουν μια επιχείρηση τέχνης και προσλαμβάνουν τον ζωγράφο για να τον σώσουν από την οικονομική κατάρρευση.
Τα τελευταία του χρόνια έζησε πολύ φτωχικά, αν και φημισμένος, και πέθανε το 1669, ένα χρόνο μετά τον γιο του. Τάφηκε στο Westerkerk σε άσημο τάφο.

Μετά από το Μουσείο, κατευθυνθήκαμε προς την ΜaxEupenPlein, όπου και καθήσαμε στο καφέ – εστιατόριο Debalie, το οποίο προσφέρει πολύ καλή jazz mουσική υπόκρουση, νοστιμότατους χυμούς και άθλιο φαγητό.

Και κατόπιν, ξεκινήσαμε τη νυχτερινή μας εξόρμηση. Η 4η Νοεμβρίου είναι για πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις η «Νύχτα των Μουσείων». Όλα τα Μουσεία παραμένουν ανοιχτά από τις 7 το βράδυ ως τις 2 τη νύχτα. Μέσα σε αυτά οργανώνονται διάφορες εκδηλώσεις (μουσικές, φαγητά, happenings, διαλέξεις) και με ένα πάσσο μπορείς να επισκεφτείς όσα αντέχεις. Μάλιστα, το πάσσο προσφέρει δωρεάν είσοδο σε ένα ακόμα μουσείο, για μερικές εβδομάδες μετά την «Museum n8», όπως ονομάζεται.

Ξεκινήσαμε από το Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο περιλαμβάνει εκθέματα από την Αίγυπτο, την Ελλάδα (φυσικά!), την Κύπρο, τη Μέση Ανατολή, την Περσία, την Παλαιστήνη και πολλά Ρωμαϊκά. Οι αίθουσες είναι πολύ ενδιαφέρουσες και πολύ έξυπνα διαμορφωμένες, ώστε να δίνουν στον επισκέπτη μια ολοκληρωμένη εικόνα της εποχής, την οποία καλύπτουν τα εκθέματα.
Στην ελληνική αίθουσα, για παράδειγμα, υπάρχει ένα ομοίωμα τριήρους (με ελληνικό σημαιάκι πάνω, σαν αυτά που βάζουμε στα παγωτά!) και ομοιώματα των Κρυάτιδων, με πλήρη αναφορά στον Παρθενώνα και το Ερέχθειο, στα ολλανδικά και στα αγγλικά.
Στην αιγυπτιακή αίθουσα, υπάρχουν ομοιώματα από μούμιες και μακέτα της περιοχής των Πυραμίδων, καθώς και αναλυτική ερμηνεία του τρόπου κατασκευής και των δύο και του ρόλου που έπαιζε ο θάνατος στην αιγυπτιακή θρησκεία.
Ειδικά για «Νύχτα των Μουσείων», Καθηγητές Πανεπιστημίου έδιναν διαλέξεις στις άιθουσες, δίπλα στα εκθέματα, παρουσιάζοντας την εποχή που αντιπροσωπεύουν. Επίσης, νέοι ηθοποιοί ήταν ντυμένοι σαν αντιπροσωπευτικοί ήρωες των γεωγραφικών περιοχών που εκπροσωπούνται. Είδαμε τον Ηρακλή με λεοντή και ρόπαλο, τη Μήδεια με ματωμένο φόρεμα, την Ίσιδα και έναν κροκόδειλο, ένα Ρωμαίο, έναν Πέρση στρατιώτη και πολλούς άλλους.

Ξεθεωμένοι, βγήκαμε από το Μουσείο και κάναμε στάση σε μπαρ πλησίον του ποταμού, για αναζωογονητικό καφέ και τσιγάρο. Το μπαρ αυτό έχει την ιδιατερότητα να διαθέτει πάγκους στο ύψος τραπεζιού, κολλητά στις τζαμαρίες, ώστε να κάθεσαι έχοντας θέα στο δρόμο: πανέξυπνο εύρημα τύπου cat tv!

Ακολούθως, μπήκαμε στο Ιστορικό Μουσείο του Άμστερνταμ, ένα από τα καλύτερα μουσεία που έχω ποτέ επισκεφτεί. Παρουσιάζει την ιστορία την πόλης από την δημιουργία της μέχρι σήμερα, μέσα από πίνακες, έργα τέχνης, αρχαιολογικά ευρήματα, χρηστικά αντικείμενα, έπιπλα, φωτογραφίες, μακέτες, οθόνες που παίζουν ενημερωτικά βίντεο, διαδραστικά παιχνίδια και βέβαια κείμενα. Ξεκινάμε από τον 12ο αιώνα και βλέπουμε τα παπούτσια των Ολλανδών της εποχής και πώς αυτά αντιπροσώπευαν την τάξη στην οποία ανήκε ο καθένας. Παρακολουθούμε την δημιουργία και την ανάπτυξη της πόλης, τον ρόλο του εμπορίου, της ναυτιλίας, της μανιφακτούρας, της σιδηρουργίας και της βυρσοδεψίας. Περνάμε στην ανάπτυξη της αστικής τάξης (και του Χρηματιστηρίου!), την Ισπανική κατοχή, τον 80ετή πόλεμο και την απελευθέρωση από το Ισπανικό στέμμα, την Μεταρρύθμιση, την Γαλλική κατοχή και φτάνουμε στον ρόλο του Καλβινισμού. Μαθαίνουμε πως και εκεί υπήρξαν εικονοκλάστες, και ότι οι θρησκείες και η διαμαχη Καθολικών-Μεταρρυθμιστών έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στον τρόπο που αναπτύχθηκε η πόλη, αλλά και στην εξέλισξ της Ολλανδικής κοινωνίας (βλ. πλήρης ελευθεριότητα στην σύγχρονη εποχή, σαν αντίδραση στον Καλβινισμό, πώς αυτή γύρισε μπούμερανγκ και οδηγηθήκαμε στην συντηρητικοποίηση και στα φαινόμενα ρατσισμού). Δίνεται έμφαση στον ρόλο του Εβραϊκού στοιχείου και στην Αποικιοκρατία βέβαια (εμπόριο-ναυτιλία και δημιουργία της VOC, της Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών). Από την οικονομική ύφεση στο τέλος του 19ου αιώνα, περνάμε στην ανάπτυξη ακατά το Μεσοπόλεμο, στην Γερμανική Κατοχή και πώς αυτή έγινε δεκτή στην χώρα, αλλά και στις επιπτώσεις της κυρίως στην δραστική συρρίκνωησ του Εβραϊκού στοιχείου. Παρακολουθούμε το baby boom της δεκαετίας του 50 μέσα από τις ιστορίρες 10 παιδιών από διαφορετικές εποχές και καταλήγουμε σε ένα αφιέρωμα στον πληθυσμό και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας και στην σύγχρονη εποχή. Γίνεται αναφορά στο φαινόμενο της μετανάστευσης, στα προβλήματα ενσωμάτωσης, στην ιδιαιτερότητα του μουσουλμανικού στοιχείου, αλλά και σε δυο στοιχεία που έχουν κάνει την Ολλανδία διάσημη: την ομοφυλοφιλία και τα ναρκωτικά.
Και φυσικά η κορωνίς του Μουσείου (κυριολεκτικά, καθότι ο τελευταίος όροφος, αλλά και μεταφορικά) είναι ο βασιλιάς AJAX!

Τούτο το Μουσείο μας εξόντωσε βιολογικά και μας οδήγησε σε έταιρο καφέ σε brown bar, πριν συνεχίσουμε την βόλτα μας στα αξιοθέατα και τα Μουσεία.

Η Niewe Kerk (Νέα Εκκλησία) είναι πρώην καθολική εκκλησία που μετατράπηκε σε προτεσταντική από την Μεταρρύθμιση. Ως Εκκλησία εντυπωσιάζει μόνο με τον όγκο της. Η εκδήλωση όμως που είχε οργανωθεί για την βραδιά, μας αάφησε με το στόμα ανοιχτό. Ο τίτλος της ήταν Ottoman Lounge. Φανταστείτε ότι μπαίνετε σε μια καθολική εκκλησία και σας υποδέχονται οι ήχοι μουσουλμανικής ψαλμωδίας και μάλιστα συνοδευόμενης από την σχετική μουσική. Προχωράτε, φτάνετε στο σημείο, όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα και μπροστά της υπάρχει ορχήστρα από ούτια, τουμπελέκια και άλλα σχετικά και χορωδία από οκτώ μουστακαλήδες ντυμένους στα μαύρα και στα κόκκινα με φέσια. Από πάνω τους δύο οθόνες προβάλλουν το θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους: δερβίσκο χορό! Στα πέριξ, δίπλα στα στασίδια και στα παρεκκλήσια, γυναίκες με μαντήλες σερβίρουν τούρκικο καφέ και μπακλαβάδες! Απίστευτο; Εγώ το βρήκα πανέξυπνο και τρομερά ευρηματικό, ως πράξη και ως μήνυμα.

Βγαίνοντας, κατευθυνθήκαμε προς το Dam, είδαμε το Παλάτι και το Χρηματιστήριο, κοντά στο Σταθμό, περάσαμε χωρίς να θέλουμε από την Κόκκινη ζώνη, πληροφορηθήκαμε για τις ταρίφες, αφού τα αμερικανάκια που έκαναν window shopping παζάρευαν φωνασκώντας (45 ευρώ, αν σας ενδιαφέρει, αλλά δεν ξέρω για ποια υπηρεσία) και φτάσαμε στην Oude Kerk (Παλαιά Εκκλησία), όπου εκτυλισσόταν spiritual kονσέρτο, το οποίο δεν μας εντυπωσίασε.

Προχωρήσαμε προς την Niew Markt, κάνοντας μικρή στάση σε coffee shop (εγώ δεν καταναλώνω τέτοια, το δηλώνω), για να φτάσουμε στην Waag Society.
Πρόκειται για έναν Πύργο, ο οποίος στέγαζε την συντεχνία των Χειρούργων στην προκαπιταλιστική περίοδο, ενώ σήμερα στεγάζει ένα Media Arts Lab, όπου γινόταν τρελό πάρτυ σε ρυθμούς rap και electronica.

Δεν μείναμε πολύ εκεί, ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός. Εμείς συνεχίσαμε προς το Rembrandthuis, το σπίτι του Rembrandt, για να πάρουμε ακόμα μια δόση από τον συγκεκριμένο ζωγράφο. Πρόκειται για το σπίτι στο οποίο έμενε πριν από την χρεωκοπία του, και το οποίο είναι πανέμορφο. Ως Μουσείο σήμερα είναι εξίσου εξαιρετικά διαμορφωμένο. Η επίσκεψη ξεκινά από το υπόγειο, όπου βλέπουμε την κουζίνα και το box bed της υπηρέτριας (εντοιχισμένο κρεβάτι που κλείνει σαν ντουλάπα) και στην συνέχεια ανεβαίνουμε στο ισόγειο. Εκεί βρίσκεται η κύρια είσοδος του σπιτιού, το υπνοδωμάτιο και σαλόνι του ζωγράφου και το γραφείο όπου εκτελούσε τις εμπορικές και επαγγελματικές του συναλλαγές. Στον πρώτο όροφο βρίσκουμε το δωμάτιο με τις συλλογές του, το ατελιέ και ένα ακόμα δωμάτιο που χρησιμεύσει σαν εκθεσιακός χώρος. Στο σπίτι, αν και πουλήθηκε, διατηρήθηκαν οι πίνακες, τα χρηστικά αντικείμενα και οι συλλογές του ζωγράφου, τα οποία μπορεί να δει ο σημερινός επισκέπτης. Κατόπιν κατεβαίνουμε από άλλο σημείο του οικήματος και επισκεπτόμαστε ένα δεύτερο εκθεσιακό χώρο, όπου φιλοξενούνται έργα των πατέρα και υιου Uylenburgh, και οι δύο συνεργάτες του Rembrandt, και του Lely, ζωγράφου και φίλου του. Το σπίτι είναι πολύ καλαίσθητο, όλο ξύλινο και η διαμόρφωση σε μουσείο έχει διατηρήσει την πιστότητα της εποχής.

Η βόλτα μας κατέληξε στην Πορτογαλική Συναγωγή, όπου είχαν στολίσει χίλια κεριά, τα οποία προσέφεραν ένα φαντασμαγορικό θέαμα. Το παρακείμενο Εβραϊκό Μουσείο, φιλοξενούσε επίσης μια έκθεση για τον Rembrandt, αλλά δεν παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δυστυχώς, δεν προλάβαμε να επισκεφτούμε το Hermitage, το οποίο πρέπει να ήταν αξιόλογο. Πήραμε μόνο μια μικρή γεύση από το shop.

Η δεύτερη μέρα μας ξεκίνησε με βάρβαρο ξύπνημα μετά από λιγοστό ύπνο. Πήραμε πρωινό στο Καφέ των Λιονταριών, στην Utrechtsestraat, ένα πανέμορφο δρόμο κάθετο σε ένα κανάλι.

Πήγαμε με τραμ στο σταθμό, όπου παρατήσαμε τα λιγοστά μπαγκάζια μας σε locker και αξιοποιήσαμε το πασσό της προηγούμενης βραδιάς με μια επίσκεψη στο μικροσκοπικό, αλλά πανέμορφο Amstelkrigsmuseum.
Πρόκειται για τρια σπίτια που βρίσκονται σε γωνία και είανι ενωμένα, κοντά στα Ανατολικά Ντοκς. Τα σπίτια είναι του 15ου αιώνα και η διακόσμηση και τα εκθέματα καλύπτουν την εποχή από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα. Είδαμε δωμάτια με box beds και το σαλόνι του ισογείου, το οποίο αποτελεί hommage στην συμμετριά (ταβάνι διακοσμημένο συμμετρικά με το πάτωμα και αντίστοιχα διαμορφωμένοι τοίχοι και διακόσμηση). Στον δεύτερο όροφο, τα τρία σπίτια σχηματίζουν έναν ενιαίο χώρο, όπου φιλοξενείτο κρυφή ακθολική εκκλησία από την εποχή της απαγόρευσης της δημόσιας καθολικής λατρείας. Πολυ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα σπίτια βρίσκονται κοντά στην πρώην καθολική Εκκλησία του Αγ. Νικολάου (πάνω στο ποτάμι ο προστάτης των θαλασσοπόρων) και στην Oude Kerk). Η εκκλησία είναι σχετικά μεγάλη και αξιοποιεί το μάξιμουμ του χώρου με δύο εσωτερικά μπαλκόνια που φτάνουν ως το ύψος του οργάνου. Το μουσείο φιλοξενεί πλούσια έκθεση χρυσών και ασημένιων εκκλησιαστικών αντικειμένων, πίνακες του Vermeer και άλλων και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Κατεβαίνοντας από την εκκλησία και εντός του τρίτου πλέον σπιτιού, βρίσκουμε χώρο διαμορφωμένο σε εξομολογητήριο (θα πρέπει να ήταν αποθήκη πριν την μετετροπή αυτή) και ένα δωμάτιο αφιερωμένο στο Θαύμα του Άμστερνταμ (σύμφωνα με το μύθο, κάποιος ετοιμοθάνατος ξέρασε την τελευταία μετάληψη και το «προϊόν» της πράξης του θέλησαν να το κάψουν, αλλά δεν έπιανε φωτιά, μετά το μετέφεραν σε εκκλησία, αλλά η μετάληψη εξαφανίστηκε και ξαναβρέθηκε στο σπίτι του ετοιμοθάνατου. Το «Θαύμα» συντέλεσε στο να γίνει το Άμστερνταμ προορισμός προσκυνητών, εφάμιλλος της Compostella).
Η επίσκεψη καταλήγει σε δύο κουζίνες 17ου και 19ου αιώνα. Εντυπωσιακή η μικροσκοπική ξύλινη και απότομη σκαλίτσα που θυμίζει σκάλα πλοίου.
Το Μουσείο αυτή την εποχή φιλοξενεί και έκθεση σύγχρονων καλλιτεχνών, ιδιοκτησία της Neederlandse Bank. Τα εκθέματα είναι ανακατεμένα με τη μόνιμη έκθεση του Μουσείου, γεγονός που προκαλεί ενδιαφέροντες συνειρμούς.

Η βόλτα μας έκλεισε με περιήγηση στην Chinatown, όπου βρίσκεται και βουδιστικό τέμενος. Στην είσοδό του, είδαμε επιγραφή που έλεγε πως επιτρέπεται η είσοδος με παπούτσια και χορτοφαγικά εδέσματα, καθώς και η φωτογράφιση. Το τέμενος ήταν πολύ χαριτωμένο και πολύχρωμο! Στην Chinatown, οι επιγραφές των οδών είναι στα ολλανδικά και στα κινέζικα και βέβαια κυριαρχούν τα ασιατικά εστιατόρια.

Πριν να φύγουμε, προλάβαμε να πιούμε καφέ στο VOC, το οποίο σήμερα είναι ο Ναυτικός όμιλος και βρίσκεται στα Ανατολικά Ντοκς, πάνω στο ποτάμι. Το καφέ είναι όλο ξύλινο, σε στυλ brown bar, πολύ όμορφο, αλλά με χαζοχαρούμενη και εντελώς αταίριστη μουσική…

Επιστρέψαμε το βράδυ της Κυριακής κατάκοποι, αλλά ενθουσιασμένοι.
Περάσαμε απίστευτα καλά και το ταξείδι ήταν παραπάνω από χορταστικό. Αλλά τώρα που τα έγραψα… ξανακουράστηκα.

Στις φωτογραφίες βλέπετε τα εξής:

1. Μια τυπική εικόνα της πόλης.
2. Την πρόσοψη του Reijksmuseum
3. Ένα σκίτσο του Rembrandt
4. Λεπτομέρεια από ένα από τα περίφημα κουκόσπιτα
5. Τα προσωπικά μου είδη αραδιασμένα στο τραπεζάκι του Debalie
6. Aττικές λύκηθοι από το Αρχαιολογικό Μουσείο
7. Δερβίσικος χορός στην Niewe Kerk
8. Dam
9. Πορτογαλική συναγωγή
10. Η κρυμμένη εκκλησία του Amstelkrigsmuseum
11. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Ανατολικά ντοκς
12. Chinatown

Advertisements