papa-nero.jpgΤα τελευταία τέσσερα χρόνια, κάθε καλοκαίρι, περνάω λίγες μέρες από τις καλοκαιρινές μου διακοπές με τους πολύ αγαπημένους μου, Παναγιώτη και Στεφανία. Φέτος, οι ανάγκες μας για ξεκούραση και απόλυτη χαλάρωση συνέπιπταν απολύτως, αφού και οι τρεις μας περάσαμε μια αρκετά δύσκολη και κουραστική χρονιά.

Κανονίσαμε, λοιπόν να διάξουμε τις χαλαρωτικές μας διακοπούλες σε μια ερημική και γαλήνια παραλία στο Πήλιο. Στην Ανατολική ακτή της Μαγνησίας, λίγα χιλιόμετρα από την Τσαγκαράδα, βρίσκεται το παραθαλάσσιο χωριουδάκι Αη-Γιάννης και δίπλα του η παραλία Παπά-Νερό. Με τους ιερωμένους και τα θρησκευτικά δεν έχω πολύ καλή σχέση, αλλά οι γοητευτικές περιγραφές των φίλων μου που είχαν ξαναπάει με έπεισαν. Ανήμερα Δεκαπενταύγουστο λοιπόν, με το που βγήκε ο Παναγιωτάκης από το μπουντρούμι, δηλαδή το στρατό, ξεκινήσαμε. Η Στεφανία είχε ήδη πάει λίγες μέρες μέρες πριν.

Η διαδρομή μέχρι το Βόλο κύλησε πολύ γρήγορα με αστεία, κουβέντα, τραγούδι και εξαιρετικά καλή διάθεση. Σύντομη στάση στο Σείριο για αφυπνιστικό καφέ, δεύτερη σύντομη στάση στο Βόλο για δυναμωτική τυρόπιτα και κατόπιν πήραμε το δρόμο προς Μηλιές. Είχα δέκα χρόνια να βρεθώ στο βουνό του Αχιλλέα και ξαναθυμήθηκα πόσο μαγευτικό και όμορφο είναι. Καταπράσινο, με όλων των ειδών τα δεντράκια, ζωάκια, ποταμάκια και άλλα τέτοια βουκολικά. Οι Μηλιές είναι ίσως το ομορφότερο χωριό του Πηλίου από όσα έχω δει. Επίσης, διαθέτουν, όπως έμαθα μια από τις αρχαιότερες βιβλιοθήκες της Ελλάδας, η οποία ανάμεσα στους θησαυρούς της μετράει ακόμα και χειρόγραφα του Ρήγα Φερραίου. Ακόμη, οι Μηλιές διαθέτουν τον «Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό», στον οποίο προφανώς έκανε στάση το «Τραινάκι του Πηλίου». Σήμερα, ο Σταθμός έχει μεταμορφωθεί σε ταβερνάκι, τοποθετημένο σοφά ανάμεσα σε πλατάνια και δροσιστικές πηγές. Το εσωτερικό του κοσμείται από όλα τα χαρακτηριστικά είδη λαϊκής πηλιορείτικης τέχνης: κιλίμια, ξύλινα σκεύη, επιτείχια διακοσμητικά και τα συναφή. Ένα όνειρο, το οποίο αμαυρώθηκε από την πεισματική άρνηση του σερβιτόρου: «Δεν φτιάχνουμε καφέ!». Μα, γιατί, καλέ μου, δεν φτιάχνετε καφέ στις πέντε το απόγευμα; Τι να πιω εγώ; Τίλιο; Το προσπεράσαμε βοηθούσης της δροσιστικής λεμονίτας, και συνεχίσαμε το δρόμο μας προς το παραλίδι!

papa-nero-souroupo.jpgΦτάνοντας από την Τσαγκαράδα, ανάμεσα στα δέντρα, κάτω από την πλαγιά του βουνού, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τη μαγευτική θέα του Αιγαίου που δεν ξεχωρίζει από τον ουρανό. Κατεβήκαμε την πλαγιά, πέρνωντας επικίνδυνα τις στροφές 360 μοιρών και αφιχθήκαμε περιχαρείς και ιδρωμένοι στο Παπά-Νερό.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια παραλία, τεράστια και αμμουδερή. Ο δρόμος κλείνει από τις 10 το πρωί ως τις 8 το βράδυ και η διέλευση των αυτοκινήτων απαγορεύεται, γεγονός εξαιρετικά ευχάριστο. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης (ο θεός να τον κάνει δηλαδή), ζαλωθήκαμε τα μπαγκάζια μας και περπατήσαμε στο χωματόδρομο κοιτώντας τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά μας σε απόσταση 10 μέτρων το πολύ. Πάνω ακριβώς από το χωματόδρομο, βρίσκονται μερικά συγκροτήματα ενοικιαζόμενων δωματίων (κανένα ξενοδοχείο, ευχαριστώ θεέ μου) και δύο ταβερνάκια. Το ένα από αυτά ακριβώς δίπλα από τα δικά μας δωμάτια (το βράδυ ακούγαμε και τους θορύβους της λάντζας!). Τα δωμάτια ισόγεια, με κοινή αυλή, όπως τον παλιό καλό καιρό. Από πάνω μας το καταπράσινο βουνό! Η θάλασσα στα 17 βήματα (τα μέτρησα). Ο καφές και τα βρώσιμα στα 12 βήματα (και αυτά τα μέτρησα!). Τα κινητά δεν έπιαναν ούτε για αστείο (κακομοίρα μάνα, τι τράβηξες επί τέσσερις μέρες!). Τι να σας λέω, ο επίγειος παράδεισος!

Συναντήσαμε τη Στεφανία, κουβεντιάσαμε λιγάκι, ορμήσαμε στη θάλασσα, πλατσουρίσαμε, κάναμε πατητές ο ένας στος άλλον, χασκογελάσαμε, κάναμε μπόλικη φασαρία, πεινάσαμε, πήγαμε για φαγητό νωρίς. Μετά, ο Παναγιωτάκης πήγε για ύπνο από τις 10, σαν τις γιαγιάδες (εντάξει, φαντάρος είναι και είχε και βάρδια την προηγουμένη, φύλαγε υποβρύχια!), κι οι δυο κουτσομπόλες (χεχεχε), ξαπλωθήκαμε στην παραλία, πιάσαμε το μπίρι-μπίρι, χαζεύαμε τον έναστρο χωρίς φεγγάρι ουρανό, εντοπίσαμε την Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο, υποθέσαμε ποιος είναι ο Αποσπερίτης, τραγουδήσαμε το ομώνυμο τραγούδι του Θ. Παπακωνσταντίνου πολύ παράφωνα, μετρήσαμε πεφταστέρια και δεν προλάβαμε να κάνουμε ευχή.

Μετά κουραστήκαμε και πήγαμε για νανάκια.

Την επομένη το πρωί, ήπιαμε καφέ δίπλα στο Δημήτρη (πιάσαμε φιλίες με τον ταβερνιάρη για ευνόητους λόγους), φάγαμε γιαούρτι παραδοσιακό σακούλας (παναγιά μου, ένα ποίημα ήταν!), παίξαμε τάβλι, κάναμε 100 ώρες μπάνιο κι άλλες τόσες κουβεντολόι στην άμμο, ενώ ξεροψηνόμασταν σαν τηγανητές μαρίδες. Μεσημεράκι, φαγητό ελαφρύ, χαλάρωση με σημειώσεις και διάβασμα.

Το απογευματάκι, ξεκινήσαμε για την Τσαγκαράδα, η οποία ήταν όπως την θυμόμουν. Βολτάραμε λίγο στα καλντερίμια και μετά θέλαμε καφέ. Στην κεντρική πλατεία, λοιπόν, καθήσαμε για καφεδάκι κάτω από ένα χιλιόχρονο πλάτανο, δίπλα στην έκθεση βιβλίου (την οποία τίμησα δεόντως, βεβαίως! Ο καλός μου φίλος διαπίστωσε ότι γοήτευσα τον –ομολογουμένως χαριτωμένο- βιβλιοπώλη, εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε!). Μετά, περάσαμε από παρακείμενο ξενοδοχείο, το οποίο μας έδωσε την δυνατότητα να θαυμάζουμε το βρετανικό εμπορικό δαιμόνιο. Ένα ζευγάρι Άγγλων λοιπόν, έχουν αγοράσει ένα παραδοσιακό οίκημα κοντά στην πλατεία και το έχουν διαμορφώσει σε ξενοδοχείο, κατά τα πρότυπα βρετανικής εξοχικής κατοικίας του 19ου αιώνα: με την αντίστοιχη επίπλωση (βαριά σκουρόχρωμα έπιπλα, πλούσια βιβλιοθήκη, αντίστοιχα χαλιά και κάδρα), φροντίζοντας όμως αυτό να δένει με το περιβάλλον και να μην είναι ξένο. Επίσης, μιλούν άπταιστα ελληνικά (ε, με χαρακτηριστικό βρετανικό –ρ-) και είναι συμπαθέστατοι, κι αυτοί κι ο τεμπελόγατός τους! Ό,τι πρέπει το ξενοδοχειάκι για ρομαντικό weekend, κατά προτίμηση όχι σε περίοδο αιχμής.

papa-nero-apo-to-dwmatio.jpg

 

Λίγο αργότερα, πεινάσαμε, περάσαμε από ένα εκκλησάκι, πηγαίνοντας προς την άλλη πλατεία, όπου γεμίσαμε λίγο υπέρ του δέοντος τα ολιγαρκή και ντελικάτα στομάχια μας. Το ταβερνάκι λέγεται «Καλύβι», φτιάχνει εξαιρετικό γιαουρτλού και το συστήνω ανεπιφύλακτα!

Για να χωνέψουμε, πήγαμε για ένα σύντομο ποτό στον Κισσό, ένα παρακείμενο χωριουδάκι, πολύ πολύ χαριτωμένο. Το μπαράκι που τιμήσαμε δεν θυμάμαι πώς λέγεται, αλλα είναι πολύ όμορφο, κοντά στην φημισμένη εκκλησία του χωριού (η οποία διαθέτει τοιχογραφίες του Γουναρόπουλου), και παίζει τέλεια μουσική: κάθε δεύτερο τραγούδι είναι Μάλαμας και κάθε τρίτο Θανάσης Παπακωνσταντίνου (Gel, αν σχολιάσεις αρνητικά, θα υποστείς τις συνέπειες!). Η βραδιά μας έκλεισε με σύντομο κουτσομπολιό στην παραλία.

Χθες, ξυπνήσαμε αργά (η υποφαινόμενη, δηλαδή, γιατί ο φαντάρος και η μεταφράστρια είναι πρωινοί τύποι) και ενώ πίναμε τον καφέ μας και τρώγαμε το γιαούρτι μας, αποφασίσαμε πως θα ήταν καλό να πάμε και σε καμιά άλλη παραλία. Καλά να πάθω, αφού συμφώνησα και τράβηξα τα πάνδεινα κατόπιν.

Παρένθεση: η γράφουσα είναι στρουμπουλή, εντελώς αγύμναστη, με έντονα τα σημάδια της καθιστικής ζωής πάνω της και ΚΑΘΟΛΟΥ αθλητικός τύπος. Αντιπαθεί θανάσιμα τα κατσάβραχα, ΔΕΝ είναι κατσίκι για να πηδάει από ραχούλα σε ραχούλα και ΚΥΡΙΩΣ, όταν κάνει διακοπές δεν βρίσκει τον λόγο να καταπονεί το υπέροχο κορμί της με σκαρφαλώματα και άλλες τέτοιες αηδίες. Δεν σκοπεύει να κάνει σκι, αλπινισμό ή ορειβασία και δεν την ενδιαφέρει καθόλου να κατακτήσει καμία βουνοκορφή, ούτε καν του Φιλοπάππου. Κλείνει η παρένθεση.

woof.jpgΟι καλοί μου φίλοι που ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ αυτά τα χαρακτηριστικά μου, θυμούνταν από την άλλη φορά που είχαν έρθει στο Πήλιο μια καταπληκτική παραλία, ονόματι Φακίστρα. Εγώ δεν μπορούσα να μάθω το όνομα της παραλίας και την έλεγα «Φακλάνα» και, όπως αποδείχθηκε, είχα απόλυτο δίκιο. «Και πώς φτάνεις εκεί;». «Με αυτοκίνητο και μετά πρέπει να πάρεις ένα σύντομο μονοπατάκι». Ρωτώ πονηρεμένη «Μονοπατάκι ή κατσικοπέρασμα;». «Όχι, καλέ! Μονοπατάκι είναι, πέντε λεπτά στο ίσωμα!».

Όλα καλά, λοιπόν, ξεκινάμε τραγουδώντας, με τα φρουτάκια μας και τα μπισκοτάκια μας και τα νερά μας, γιατί θέλαμε να κάνουμε και πικνικ, τρομάρα μας! Και φτάνουμε στο σημείο, όπου έπρεπε να αφήσουμε το αυτοκίνητο για να πάρουμε το μονοπατάκι. Κοιτώ και βλέπω κατσάβραχο κατηφορικό, κλίσης 45 μοιρών μίνιμουμ. «Πού είναι το ίσωμα;» ρωτώ ελαφρώς εκνευρισμένη. «Ε, πιο κάτω είναι ίσωμα, καλέ!». Έβλεπα τους ανθρώπους που επιστρέφανε λαχανιασμένοι, αναψοκοκκινισμένοι και καταπονημένοι, αλλά εγώ επέμεινα στην εμπιστοσύνη μου προς τους καλούς μου φίλους –καλά να πάθω!- και τους ακολούθησα στην κατάβαση. Περιττό να πω πως η κάθοδος διήρκεσε είκοσι λεπτά –και ουχί πέντε fakistra.jpgλεπτάκια- και πως όσο προχωρούσαμε το κατσάβραχο γινόταν όλο και πιο δύσβατο. Με παρεό και σαγιονάρες εγώ, και γυμνασμένη και συλφίς να ήμουν, πάλι θα δυσκολευόμουν. Το αποκορύφωμα ήρθε όταν φτάσαμε σε απόσταση αναπνοής από τη Φακλανοπαραλία, αλλά για να την αγγίξουμε, έπρεπε να πηδήξουμε από βραχάκι σε βραχάκι σαν τα βατραχάκια. Εκεί μουλάρωσα: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Λυπάμαι. Προτιμώ να γυρίσω πίσω!», αναφώνησα με δάκρυα εκνευρισμού στα μάτια. Με παρακάλαγαν οι καλοί μου φίλοι «δες τη θάλασσα τι όμορφη που είναι, έλα κάνε μια προσπάθεια». «Αποκλείεται! Αυτό το μπάνιο θα εξελιχθεί σε λουτρό αίματος κι εγώ δεν σκοπεύω να αυτοκτονήσω στη Φακλάνα. Σας περιμένω εδώ, δε με νοιάζει». Όπερ και εγένετο: ο φαντάρος και η κατσικοπόδαρη μεταφράστρια υπερπήδησαν τα εμπόδια της φύσεως, κι εγώ κωλοκάθηησα σε βραχάκι κι ετοιμάστηκα να πάρω τηλέφωνο όλους τους φίλους και γνωστούς για να κλάψω τη μοίρα μου. Αμ δε! Σιγά μην έπιανε το κινητό. Στη Φακλάνα ήταν όλα προμελετημένα. Περιμένοντας, λοιπόν, έπιασα φιλίες με μια πεταλούδα που της άρεσε το παρεό μου κι ήρθε κι έκατσε πάνω του. Αφού δροσίστηκαν οι καλοί μου φίλοι, πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Το Γολγοθά τον ξέρετε; Ε, αυτό ήταν ο κατσαβραχο-ανήφορος ντάλα μεσημέρι., χωρίς σταύρωση στο τέλος…

Το ξεπεράσαμε και αυτό, με ένα αρκετά μεγάλης διάρκειας λαχάνιασμα και έναν κακό πονοκέφαλο και επιστρέψαμε προς τη βάση μας (η ασφαλής και σίγουρη λύση), αλλά πήγαμε τελικά σε μια άλλη παραλία, από την άλλη πλευρά του Αη-Γιάννη, παρόμοια, πολύ όμορφη και κυριώς βατή ως προς την προσέγγισή της.

Το βραδύ, μετά το χαλαρωτικό καφέ στην αυλή, το τάβλι (αυτή τη φορά κέρδισα),το μπάνιο και το φαγητό, πήγαμε για βόλτα και ποτό στο Νταμούχαρι (αν γελάσετε με το όνομα, δε σας παρεξηγώ, εγώ το έλεγα «μαμούχαλι»), το οποίο αξίζει πολύ. Πάλι βέβαια, αφήνεις το αυτοκίνητο σε μια πλατεία, κατεβαίνεις καλντερίμι γλιστερό, αλλά όχι πολύ δύσβατο, αλλά μετά φτάνεις σε πανέμορφο και γραφικότατο χωριουδάκι, το οποίο διαθέτει παραλία, δρομάκια και λιμανάκι. Το λιμανάκι διαθέτει μπαρ με πολύ ωραία μουσική, όπου μάλιστα μπορείς να πιεις και Βενεδικτίνη, το οποίο βρίσκεται πάνω στα βραχάκια (τα έχουν εξωμαλύνει, μην είστε κακεντρεχείς), και κάθεσαι κυριολεκτικά πάνω από το νερό. Χαμηλός φωτισμός, κεράκια, αναπαυτικές ξύλινες πολυθρόνες, όπως σε νησί.

niaou.jpgΗ επιστροφή μας, την επομένη, ήταν πανηγύρι. Είχα καιρό να τραγουδήσω και να γελάσω τόσο πολύ! Το δε ρεπερτόριο ήταν πολύ πλούσιο και πολυσυλλεκτικό (το τελευταίο του Μαζωνάκη το ξέρετε; Εγώ δεν το ήξερα, αλλά τώρα το έμαθα! «Τέσσερις πήγε, μου’παν πάλι φύγε, φύγε από το μααααααγαζίιιιιι, γιατί ήπια πάλι κι έκανα κεφάλι κι έγινα κακόοοοοο παιδίιιιιι». Δεν είναι το τελευταίο; Τέλοσπάντων…). Τραγουδήσαμε, επίσης, τα εξής: Είμαι αητός χωρίς φτερά, Όσο έχω φωνή, Πάλι μωρό μου λείπεις (με προφορά Αμαλίας από το Παρά 5 –τρελό γέλιο!), Δεν είναι έτσι η αγάπη, Άνναμπελ, Σαν με κοιτάς, Bambola, A casa dIrene, Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, Ήταν ψεύτικα, Όσα η αγάπη πνειρεύεται, Το άγαλμα, Να βάλω τα μεταξωτά…. Καλά σκάω. Όχι, δεν παίρνουμε ληγμένα, όχι δεν χρειαζόμαστε ψυχίατρο, απλώς…. τέλειωσαν οι διακοπές μας κι είχαμε νταλγκά, εντάξει;

Ως γνήσιοι Ελληνόπαιδες δε, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε την πολιτική συζήτηση. Σχολιάσαμε διαδοχικά την μη πολιτική της επαράτου Δεξιάς, την μη αντιπολίτευση του Γιωργάκη, την υποψηφιότητα Τσίπρα στην Αθήνα (εμένα μου τα είχε εξηγήσει ο μπαμπάς μου!), τα κιλά του Βενιζέλου, το πόσο συμφωνούμε με το ΚΚΕ, αλλά να μας κοπεί σύρριζα το χέρι αν το ψηφίσουμε, την ύπαρξη τάσεων στο Συνασπισμό, το φαινόμενο Καρατζαφέρη, το ασφαλιστικό, την ακρίβεια και….

….άντε και του χρόνου!


Υ.Γ. Μην τολμήσει κανείς να ευχηθεί «Καλό χειμώνα», θα τιμωρηθεί με διά βίου αποκλεισμό από το τίμιο τούτο μαγαζί…

Advertisements