Ο τίτλος αυτού του πόστ είναι παραπλανητικός. Ή, καλύτερα σκοπεύει να προειδοποιήσει. Αλλά για να σας κρατήσω σε αγωνία, θα προβώ σε αποκαλύψεις στο τέλος!


Είναι μέρες που ήθελα να κάνω ανασκόπηση των τελευταίων αποδράσεων, αλλά μια οι φιλοσοφικές ανησυχίες, μια τα γεγονότα, μου ανέτρεψαν και την διάθεση και τον προγραμματισμό. Απόψε όμως, ήρθε επιτέλους η πολυπόθητη στιγμή!

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, επισκεφτήκαμε την όμορφη Λουκέρνη (σημ. για αγεωγράφητους: η Λουκέρνη είναι μια από τις ομορφότερες πόλεις της Ελβετίας, που έτσι κι αλλιώς είναι όλες πανέμορφες -ανοίξτε και κανένα χάρτη, όλα εγώ θα σας τα λέω;). Το ταξειδάκι πργανώθηκε τελευταία στιγμή, μετά από παρότρυνση των γειτονισσών Α και Β. Καθώς με είχαν βομβαρδίσει με παρακλήσεις να δουν την όμορφη φάτσα μου από κοντά, κι επειδή τις χρειάζομαι, για να δανείζομαι ζάχαρη και λεμόνι, και για να με ταϊζουν, όταν βαριέμαι να μαγειρέψω (δηλαδή πολύ συχνά) -εξάλλου, γι’αυτό δεν χρειάζονται οι γείτονες; Α, και για να ποτίζουν τα λουλούδια, όταν λείπουμε- αλλά και επειδή είχα τάξει στον καλό μου να τον ξεναγήσω στη Λουκέρνη, εδώ και πάρα πολύ καιρό, κανόνισα

το ταξειδάκι εν ριπεί οφθαλμού, κι έτσι Παρασκευή βράδυ, καταφθάσαμε στην κατάλευκη μα πένθιμη. Που ουδώλως πένθιμη ήταν!

ο θεός των αεροπλάνων με προστάτεψε

και δεν υπήρξε καθυστέρηση! Φυσικά, δεν έλειψαν οι μικρο-περιπέτετειες, όπως ότι, για άλλη μία φορά αργήσαμε να φτάσουμε στο αεροδρόμιο (αλλά αυτό πλέον είναι πάγια τακτική της γράφουσας, να μην τα ξαναλέμε). Επίσης, ήθελα να το παίξω ξύπνια και πεπειραμένη Ελβετίς, και από το αεροδρόμιο της Ζυρίχης, πήγα να εκδώσω εισιτήρια για το τρένο από το μηχάνημα και πήρα λάθος εισιτήρια (παραλίγο να πετάξουμε 60 φράγκα, αλλά ο υπάλληλος της SBB ήταν καλός, κατάλαβε ότι είμασταν χαζοτουρίστες και μας γλίτωσε από την ολέθρια οικονομική απώλεια).

Μπαίνοντας στο τρένο, αντιμετώπισα μια δυσάρεστη έκπληξη. Απαγορεύτηκε το κάπνισμα ΚΑΙ στα ελβετικά τρένα. Το τελευταίο κάστρο των καπνιστών στην Δυτική Ευρώπη εάλω και αυτό. Έφαγα ήττα, λέμε!…Μεσάνυχτα πλέον, φτάσαμε στην Λουκέρνη, η οποία, καθώς δεν την είχα ξαναδεί by night (τις άλλες φορές που είχα πάει ήταν για μονήμερη εκδρομή), με εξέπληξε. Η πόλη το βράδυ είναι πολύ ζωντανή, υπάρχουν πολλά μπαράκια, πολλά τραπεζάκια έξω και πολύς κόσμος! Επειδή εμείς είμασταν κατάκοποι, όμως, πήγαμε για ύπνο (και μετά λένε τους Ελβετούς ξενέρωτους! Οι Ελβετοί γλεντάγανε κι εμείς κοιμόμασταν!).
Σάββατο πρωί, κατά το μεσημέρι, ξυπνήσαμε, πήραμε πρωινό, την ώρα που όλος ο κόσμος έπαιρνε μεσημεριανό, και ξεκινήσαμε για το Σταθμό, όπου και ο τόπος συνάντησης με τις γειτόνισσες. Φτάσαμε, κατά τα ειωθότα αργοπορημένοι (όχι πολύ,ούτε καν ακαδημαϊκό τέταρτο), επειδή στο δρόμο χαζεύμε τα συντριβανάκια – σπιτάκια – αγαλματάκια – λουλουδάκια, και επειδή στο Gin Tonic (γερμανικό ρουχάδικο) είχε απίστευτες εκπτώσεις και κάναμε μια στάση αξίας 500 φράγκων.
 


Σάββατο πρωί, κατά το μεσημέρι, ξυπνήσαμε, πήραμε πρωινό, την ώρα που όλος ο κόσμος έπαιρνε μεσημεριανό, και ξεκινήσαμε για το Σταθμό, όπου και ο τόπος συνάντησης με τις γειτόνισσες. Φτάσαμε, κατά τα ειωθότα αργοπορημένοι (όχι πολύ,ούτε καν ακαδημαϊκό τέταρτο), επειδή στο δρόμο χαζεύμε τα συντριβανάκια – σπιτάκια – αγαλματάκια – λουλουδάκια, και επειδή στο Gin Tonic (γερμανικό ρουχάδικο) είχε απίστευτες εκπτώσεις και κάναμε μια στάση αξίας 500 φράγκων.

 

Με τα πολλά, εντοπίσαμε τις γειτόνισσες. Είναι και οι δυο τους αξιέραστες, γλυκύτατες και συμπαθέστατες. Η Βας πιο πολυλογού από την KV, η οποί

 

α όμως αποζημιώνει με εύστοχες ατάκες. Σημειωτέον δε πως και οι δύο μας έκαναν την τιμή να έρθουν, καίτοι άρρωστες, γεγονός που πολύ με συγκίνησε, ιδιαίτερα

δε που έκαναν η ΚV τρείς ώρες ταξείδι και η Βας μία.

Γκρινιάρης, είχε ήδη κάνει δύο αποτυχημένες τηλεφωνικές απόπειρες, για να μας εντοπίσει όλες μαζί, πολύ νωρίτερα από την συνάντησή μας (φαγώθηκες πια!), εξού και με το που καθήσαμε να φάμε, παρά θιν αλώς (τέλοσπάντων, λίμνης), του τηλεφωνήσαμε εμείς, ενημερωθήκαμε για την υγεία του κοπαδιού με τις καμήλες και βεβαιωθήκαμε ότι όλα έβαιναν καλώς στην όαση κι έτσι απολαύσαμε τις γερμανοφέρνουσες μας λιχουδιές χωρίς άγχη.

Εν συνεχεία, βολτάραμε στην όμορφη Λουκέρνη, περπατήσαμε στα δρομάκια, στο ιστορικό κέντρο το οποίο είναι γεμάτο εκπλήξεις και ομορφιές (παραδοσιακά σπιτάκια, συντριβανάκια, δρομάκια, αγαλματάκια, το Δημαρχείο, το ρολόι που είναι κόκκινο), και καταλήξαμε να πίνουμε κρασιά στις πέντε το απόγευμα σε παραλίμνιο πολυτελές ξενοδοχείο (αμ πώς!). Μετά, βουτήξαμε ποδαράκι στη λίμνη, ο καλός μου επιχείρησε ανεπιτυχώς να με ξεφορτωθεί στην εν λόγω λίμνη ενώ πλατσούριζα, χαζέψαμε κύκνους και παπάκια και μετά ήρθε η ώρα να πάρουν οι γειτόνισσες το δρόμο της επιστροφής (και πολύ αντέξανε οι κακομοίρες!).

Το βράδυ, ο καλός μου και εγώ, είχαμε δεύτερο γύρο οινοποσίας σε παραλίμνιο οινοποτείο, από όπου και η παρακείμενη επιγραφή.

Την επομένη, επισκεφτήκαμε κι άλλα αξιοθέατα: την Ιησουίτικη και την Φραγκισκανική εκκλησία, το

 

 

μουσείο Πικάσο, τα τείχη της πόλης και το παγωτατζίδικο Mövenpick (τα καλύτερα παγωτά του πλανήτη!), και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτοι εικόνες ηλιόλουστες και πολύ χαρούμενες -και αφού συνειδητοποίησα για μία ακόμα φορά, πόσο πικρά μετανιώνω που έφυγα από την Αγελαδοχώρα!

 

Βρυξελλοχώρι!
__________________________________________________

 

Tά περάσαμε περίκαλα!

 

Προορισμός, η περιοχή της Touraine, γνωστή στο ευρύτερο κοινό και ως Châteuax de la Loire (Κάστρα του Λίγηρα). Για να φτάσουμε στην Tours, πρωτεύουσα της περιοχής (και πρώην πρωτεύουσα της Γαλλίας, πολύ πριν από το Παρίσι και τους γνωστούς Λουδοβίκους), έπρεπε να αλλάξουμε τρένο à Paris. Έλα όμως που το πρώτο τρένο είχε μιάμιση ώρα καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να χάσουμε την ανταπόκριση, και να κινδυνεύσουμε να ξεμείνουμε à Paris. Για καλή μας τύχη, τέτοιο πρόβλημα δεν υπήρξε, αλλά φτάνοντας στην Tours, διαπιστώσαμε με οργή πως το γραφείο στο οποίο είχαμε νοικιάσει το αυτοκίνητο, είχε κλείσει (!), και οι άθλιοι είχαν αφήσει ραβασάκι στο σταθμάρχη, ειδοποιώντας (!) μας πως δεν μπορούσαν να μας αφήσουν τουτού, επειδή λέει, η πιστωτική μας δεν δούλευε (ούτε και το κεφάλι τους δούλευε, αλλά δεν το κάναμε ζήτημα!). Κάπου ήταν γραφτό μας να ξεμείνουμε Παρασκευή βράδυ, δεδομένου ότι το χωρίο στο οποίο θα διαμέναμε, ονόματι Francueil, βρισκόταν περί τα 30 χιλιόμετρα

μακριά από την Tours. Ευτυχώς, μας μάζεψαν οι συγγενείς του καλού μου που είχαν φτάσει από νωρίτερα.Σάββατο πρωί, πουρνό πουρνό, ξεκινήσαμε να επιλύσουμε το ζήτημα του τουτού, βριστήκαμε με τον αντιπαθέστατο υπάλληλο, φάγαμε κρουασάν σοκολάτας για να ξεπεράσουμε τα νεύρα μας και κινήσαμε για τας Γαλατικάς εξοχάς. Ήλιος και καύσων εν Γαλατία, και αυτοκίνητο χωρίς κλιματισμό. Όμορφα! Αλλά ήταν όντως πανέμορφα, η πεδιάδα της Τouraine είναι παραδεισένια, με απέραντους αγρούς με ηλιοτρόπια, που εναλλάσσονται με δάση, ιτιές, κι ό,τι άλλο μπορείτε νa 

φανταστείτε. Επισκεφτήκαμε το χωρίο Montrésor (σημαίνει «ο θησαυρός μου», και είναι το ομορφότερο χωρίο της Γαλατίας), το οποίο διαθέτει κάστρο επιβλητικό και πανέμορφο, πρώην περιουσία του Έφορου (trésurier), επί Λουδοβίκων, Φραγκίσκων και λοιπόν βασιλέων, και την κωμόπολη Loches, στην οποία κάναμε βόλτα με το τρενάκι (τι τούριστ που είμαστε, ε; κι όμως η βόλτα ήταν καλή και επιμορφωτική, μάθαμε όλη την ιστορία της πόλης), κατά την οποία είδαμε παραδοσιακά σπιτάκια και ανακτοράκια, το κάστρο, τα τείχη, τις αγορές. Κατόπιν, επιστρέψαμε στο δικό μας χωρίον και, μετά από σύντομη ανάπαυλα, εξορμήσαμε προς αναζήτησιν τροφής. Δύσκολο έργο. Τα περισσότερα φαγοποτεία έκλειναν από τις… 9! Όχι, δεν είναι αστείο. Βρήκαμε τελικά ένα, το οποίο είχε μέτριο φαγητό και άθλια εξυπηρέτηση, αλλά καλό ροζέ κρασί και tourist friendly τιμές.

Τη
ν Κυριακή, επισκεφτήκαμε το κάστρο Chénonceau, ένα από τα ωραιότερα και εντυπωσιακότερα γαλατικά κάστρα, στο οποίο διέμεναν οι προ Λουδοβίκου – Ήλιου – L’état c’est moi βασιλείς. Μάλιστα, ο Ερρίκος ο Βου είχε εκεί μέσα σπιτωμένες επίσημη και ανεπίσημη αγαπημένη (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΕΙΟ), οι οποίες είχαν η καθεμιά το δικό της κήπο (για να μην μαλλιοτρβιώνται, υποθέτω). Μετά το θάνατο του γκομενιάρη βασιλιά, η επίσημη αγαπημένη εξωπέταξε το πορνίδιο, με το αζημίωτο βέβαια: της χάρισε κάστρο μικρότερο και αρκετά μακριά, για να μην την συναντάει «τυχαία», κατά τις βόλτες της στας εξοχάς και συγχύζεται κοτζάμ βασίλισσα.

 

και έπιπλα, πίνακες και δική του κάβα (και πολλούς γιαπωνέζους βέβαια).Κατόπιν, συνεχίσαμε με βόλτες στις όμορφες γαλάτικες εξοχές, φαγητό σε έτερο χωρίο (του οποίου το όνομα ελησμόνησα, κι ας με συγχωρήσουν οι μεμψίμοιροι αναγνώστες) δίπλα στο ποταμάκι (παρέα με διάφορα πετούμενα ζούδια, αλλά αυτά έχουν οι εξοχές), και τότε έφτασε για μένα η ώρα της αναχώρησης (οι άλλοι θα έμεναν δυο μέρες παραπάνω, οι τυχεροί).

Φωτογραφίες δεν έχει προς το παρόν, την φωτογραφική μηχανή την έχει κρατήσει ο καλός μου, αλλά θα έχετε τη χαρά να θαμάξετε γαλατική εξοχή, άμα τη επιστροφή του!
_____________________________________________________

Και τώρα, η στιγμή που όλοι περιμένατε! Η επεξήγηση του τίτλου. Τι με έπιασε κι επέλεξα γερμανοειδή τίτλο σε ελβετογαλατικό ποστ; Αγαπητοί μου, το σαββατοκύριακο που έπεται, θα είμαι στο Βερολίνο (μετά του καλού μου, φίλης ιταλίδος και ετέρας φίλης βελγογερμανίδος), όπου και πρόκειται να συναγελαστώ με αξιότιμους εν Γερμανία ενδιαιτούντες μπλόγκερζ. Η αναφορά στο στιχάκι των Ου Τσβάι (U zwei, δηλαδής U2) αποτελεί προειδοποίηση περί τα αιμοσταγή μου ένστικτα προς τους αξιέραsτους αυτούς μπλόγερζ, και δη προς τον αγαπημένο μου φίλο,

 

Exiled

, ο οποίος περιέργως έχει εξαφανιστεί εσχάτως και αναρωτιέμαι γιατί!

Όπως και να’χει: Achtung babies, αφίξομαι οσονούπω στη χώρα του Keiser!

 

Advertisements