Η Edith Giovanna Gassion, σύμφωνα με το θρύλο, γεννήθηκε σε ένα πεζοδρόμιο της οδού Belleville στο Παρίσι το 1915. Στην πραγματικότητα, γεννήθηκε σε μαιευτήριο, αλλά ο θρύλος θα της ταίριαζε περισσότερο. Οι γονείς της, μποέμ και περιπλανώμενοι, την εμπιστεύτηκαν στις γιαγιάδες της, εκ των οποίων η μία διατηρούσε οίκο ανοχής στο Bernay. Μετά τον πόλεμο, η μικρή Edith ακολούθησε τον πατέρα της σε ένα τσίρκο, όπου και ανακαλύφθηκε το ταλέντο της για το τραγούδι και η ιδιαίτερη φωνή της.


Οι γονείς της χωρίζουν, ο πατέρας της ξαναπαντρεύεται, αποκτά έτσι μια ετεροθαλή αδερφή. Μέχρι τα 20 της χρόνια, έχει μείνει έγγυος, έχει χασει το παιδί της σε ηλικία τριών χρονών από μηνιγγίτιδα, κι έχει γνωρίσει το δρόμο, τα ναρκωτικά, την πορνεία, την φτώχεια, την κατάθλιψη, αλλά και τη μουσική.

Στα 1935, γνωρίζει τον Louis Leplée και τον Jacques Cancetti, οι οποίοι της δίνουν την ευκαιρία να τραγουδήσει στο Genry’s, το κέντρο διασκέδασης που διατηρούν και που ήταν πολύ της μόδας εκείνα τα χρόνια, αλλά και να ηχογραφήσει τον πρώτο της δίσκο. Ο Leplée μάλιστα είναι εκείνος που θα της δώσει και το παρατσούκλι με το οποίο θα μείνει στην ιστορία: Môme Piaf, επειδή ήταν πολύ μικροκαμωμένη.

Ο δρόμος, όμως την ξανακερδίζει, μέχρι το 1937, όταν συναντά τον Raymond Asso, ο οποίος είναι ένας από τους αμέτρητους εραστές της και εκείνος που θα της χαρίσει την πρώτη της επιτυχία, το Le légionnaire. Εκείνος θα την απομακρύνει και από το δρόμο.

Τo ABC την καλωσορίζει ως Edith Piaf, και αρχίζουν οι μεγάλες τουρνέ στην Ευρώπη. Ο πόλεμος την χωρίζει από τον Asso. Στο μεταξύ, έχοντας ήδη γίνει γνωστή και επιτυχημένη, γνωρίζεται με τους παριζιάνικους κύκλους της διανόησης (Breton, Cocteau), και συνδέεται με τον άγνωστο τότε Yves Montand, για χάρη του οποίου γράφει και το La vie en rose.

Λίγο μετά περιοδεύει στην Αμερική, όπου γνωρίζει και την Marlene Dietrich, αλλά και τον Marcel Cerdan, άλλη μια θυελλώδη σχέση, η οποία έλαβε τέλος με το θάνατο του Cerdan, σε αεροπορικό δυστύχημα, δυο χρόνια μετά.

Το 1950, χάρη σ’αυτήν, η Αμερική γνωρίζει τον Charles Aznavour, ο οποίος την συνοδεύει στην περιοδία της, μαζί με τον εραστή της Εddie Constantine.

Από το 1951 και μετά όμως, παρά τις συνεχείς περιοδίες και επιτυχίες, την ταλαιπωρούν ασθένειες, ατυχήματα και η εξάρτηση από τα ναρκωτικά.
Παρ’όλα αυτά, θα συνεχίσει να συμβάλει στην επιτυχία των εραστών της, όπως του Georges Moustaki, με τον οποίο θα γράψουν το Milord, και ο οποίος θα την εγκαταλείψει λίγο αργότερα.

Παρά την κακή κατάσταση της υγείας της, συνεχίζει να θριαμβεύει στη σκηνή (Νέα Υόρκη, 1959, Olympia στο Παρίσι, 1962), να γνωρίζει νέους εραστές και γράφει τραγούδια. Το 1962 μάλιστα παντρεύεται στο Παρίσι τον Théo Sarapo, παρά την κακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται, εξαιτίας κυρίως της μορφίνης.

Πέθανε ένα χρόνο μετά στο Παρίσι, την ίδια μέρα με τον αγαπημένο της φίλο, τον Jean Cocteau, και κηδεύτηκε στο Père-Lachaise, στο Παρίσι, συνοδεία χιλιάδων ανθρώπων που την αγάπησαν.


Όπως το τραγούδησε στο Milord, «je ne suis qu’une fille du port, une ombre de la rue» (δεν είμαι παρά ένα κορίτσι του λιμανιού, μια σκιά του δρόμου).

«Je n’ai pas peur de la mort. Je ne crois pas avoir commis ou fait du mal autour de moi au point de craindre le châtiment. Evidemment, on a tous plus ou moins une mauvaise ou bonne conduite, mais je crois que si on compense et si on fait le tout avec sincérité, je n’ai pas l’impression que quand on se présente devant le grand juge, si on a la conscience tranquille, qu’on ait quelque chose à craindre. Je n’ai jamais été déçu par l’amour. Mes amants m’ont apporté une grande expérience. Je ne regrette rien de ce que j’ai fait, de ce que j’ai connu, et si c’était à refaire je recommencerais. Et je remercie le ciel de m’avoir donné c e t t e vie, cette possibilité de vivre, car j’ai vécu à cent pour cent et je ne le regrette pas.»


«Δεν έχω λόγο να φοβάμαι το θάνατο. Δε νομίζω πως έκανα κάτι κακό στο περιβάλλον μου, σε σημείο που να φοβάμαι την τιμωρία. Προφανώς, όλοι μας λίγο ή πολύ, έχουμε καλή ή κακή συμπεριφορά, αλλά νομίζω πως, αν το αντισταθμίζουμε και αν κάνουμε τα πάντα με ειλικρίνεια, δεν έχω την εντύπωση πως, τη στιγμή που θα παρουσιαστούμε μπροστά στο Μεγάλο Κριτή, αν έχουμε ήσυχη συνείδησή μας, έχουμε κάτι να φοβηθούμε. Δεν απογοητεύτηκα ποτέ από την αγάπη. Οι εραστές μου μου προσέφεραν πλούσια εμπειρία. Δεν μετανιώνω για τίποτα από όσα έκανα, από όσα γνώρισα, κι αν ήταν να ξαναζήσω, θα ξαναέκανα τα ίδια. Κι ευχαριστώ τον Ουρανό που μου έδωσε α υ τ ή τη ζωή, αυτή τη δυνατότητα να ζήσω, γιατί έζησα στο εκατό τοις εκατό και δεν το μετανιώνω.»

Non, rien de rien
Non, je ne regrette rien
Ni le bien qu’on m’a fait, ni le mal
Tout ça m’est bien égal
Non, rien de rien
Non, je ne regrette rien
C’est payé, balayé, oublié
Je me fous du passé
Avec mes souvenirs
J’ai allumé le feu
Mes chagrins, mes plaisirs
Je n’ai plus besoin d’eux
Balayés mes amours
Avec leurs trémolos
Balayés pour toujours
Je repars à zéro
Non, rien de rien
Non, je ne regrette rien
Ni le bien qu’on m’a fait, ni le mal
Tout ça m’est bien égal
Non, rien de rien
Non, je ne regrette rien
Car ma vie
Car mes joies
Aujourd’hui
Ça commence avec toi…

Όχι, απολύτως τίποτα,
όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα
ούτε το καλό που μου έκαναν
ούτε το κακό
όλα αυτά το ίδιο μου κάνουν
Όχι, απολύτως τίποτα,
όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα
είναι ξεπληρωμένα, σαρωμένα, ξεχασμένα
αδιαφορώ για το παρελθόν
Με τις αναμνήσεις μου
άναψα μια φωτιά
οι λύπες μου, οι χαρές μου
δεν τις χρειάζομαι πια
σαρωμένες οι αγάπες μου
με τα χτυποκάρδια τους
σαρωμένες για πάντα
ξαναξεκινώ από το μηδέν
Όχι, απολύτως τίποτα,
όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα
ούτε το καλό που μου έκαναν
ούτε το κακό
όλα αυτά το ίδιο μου κάνουν
Όχι, απολύτως τίποτα,
όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα
γιατί η ζωή μου
γιατί οι χαρές μου
σήμερα
ξεκινούν με σένα
Στίχοι Michel Vaucaire
Mουσική de Charles Dumont
ηχογραφήθηκε 10 νοεμβρίου 1960

Επειδή η Γαλλία δεν είναι μόνο Zinédine…

Advertisements