Γεννιέσαι κάπου. Όχι σε μια χώρα, ούτε καν σε μια πόλη. Σε μια γειτονιά. Σε ένα σπίτι. Οι πρώτοι άνθρωποι που αντικρίζεις είναι οι γονείς σου. Μετά, οι φίλοι τους, οι συγγενείς. Έπειτα, γνωρίζεις το σχολείο, τους συμμαθητές, άλλες γειτονιές, άλλες πόλεις κι άλλους τόπους, συνήθως πρώτα της χώρας σου (σου;). Ίσως κάποτε να φύγεις, ίσως και να μη φύγεις ποτέ, ίσως να ξαναγυρίσεις μόνιμα ή εκ περιτροπής.
Ίσως κάποτε ο τόπος όπου γεννήθηκες να είναι μόνο ο τόπος όπου περνάς τις διακοπές σου. Κι ίσως, τότε, να νιώσεις πως έχεις χάσει την επαφή, το κρίσιμο στοιχείο της καθημερινότητας, πώς εξελίσσονται τα τοπία και οι άνθρωποι. Τ’ αγαπάς ακόμα, κι ας νιώθεις πως δεν σε καταλαβαίνουν, κι ας μην τα καταλαβαίνεις όσο καλά το κατάφερνες κάποτε, κι ας μη χωράς πουθενά πια.

Συνήθως, θα γνωρίσεις κι άλλους τόπους, κι άλλους ανθρώπους, πολλούς, κάποιους θα αγαπήσεις, κάποιους θα μισήσεις, κάποιοι θα είναι αδιάφοροι, με άλλους θα συνάψεις σχέσεις, άλλοτε θυελλώδεις, άλλοτε ήπιες, επίπεδες ή με σκαμπανεβάσματα, κάποιες θα θυμάσαι, κάποιες θα ξεχάσεις.

Όμως, ο τόπος όπου γεννήθηκες είναι πάντα το καταφύγιο, το απάγκιο, εκεί που ανατρέχεις όταν όλα ζορίζουν, η αγκαλιά της μάνας, το πεζοδρόμιο όπου έκανες ποδήλατο, όταν ήσουν παιδάκι.
Μπορεί όμως να βρεις κι άλλες αγκαλιές, κι άλλους δρόμους. Το καθένα έχει τη χάρη του, τη σημασία του, την αξία του. Σε όλα, έμαθες, ένιωσες, έζησες.

Γεννήθηκα στο Γουδί, πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στου Ζωγράφου, τα εφηβικά στο Μαρούσι. Μετά, έμαθα την Αθήνα και την αγάπησα, όσο κανένα άλλο μέρος στον κόσμο.
Ο πιο όμορφος δρόμος του κόσμου είναι για μένα η Πανεπιστημίου. Το πιο όμορφο καφενείο βρίσκεται Σόλωνος και Θεμιστοκλέους.

Έμαθα, ένιωσα κι έζησα στην Αθήνα. Αλλά, έμαθα, ένιωσα κι έζησα και στο Στρασβούργο, και στη Βέρνη και στο Βέλγιο. Κι έχω να θυμάμαι και τη Βιέννη, και τη Μήλο, και τη Μυτιλήνη, και την Κρήτη και την Αμοργό, και την Πάρο και το Παρίσι, και το Βερολίνο, και τη Ρώμη, και τη Μονεμβασιά, και… και…
Δεν έχω, όμως, τίποτα να θυμηθώ από την Κάρπαθο, την Κομοτηνή ή τη Λήμνο, γιατί δεν έχω βρεθεί ποτέ εκεί.

Πατρίδα μου, εν τέλει, είναι οι τόποι όπου έζησα, οι άνθρωποι που αγάπησα και όσα έχω να θυμάμαι. Οι εμπειρίες, η γνώση, τα λάθη, τα σωστά…

Όσα έχω να θυμάμαι, όσα έζησα, όσα ένιωσα. Και κυρίως όσα κουβαλάω μαζί μου, όπου κι αν βρεθώ. Γιατί πια δεν έχει σημασία πού ζω, πιθανότατα είμαι σε θέση να ζήσω οπουδήποτε. Την πατρίδα μου, όμως, την κουβαλάω μέσα μου.

______________________________________
Καθώς δεν ζω πια στην Ελλάδα, είναι πολλά που με ξενίζουν πλέον σε αυτήν. Κι είναι πολλά που με εκνευρίζουν, που αντιπαθώ και κυρίως που με στεναχωρούν. Αλλά είναι κι άλλα τόσα που αγαπώ, που μου λείπουν, οι άνθρωποί μου, το παρελθόν μου, ο ήλιος, η θάλασσα, τα γεμιστά και το ούζο (γραφική ξενητεμένη, ε;).
Όπου κι αν έζησα, κι όπου κι αν πήγα, βρήκα στοιχεία να αντιπαθήσω ή να εκνευριστώ, αλλά βρήκα και να αγαπήσω και να θαυμάσω.

Κι έμαθα να μην εξιδανικεύω, να έχω ανοιχτό μυαλό (όσο είναι αυτό δυνατόν, και δεν είναι εύκολο καθόλου), να δέχομαι το διαφορετικό, ακόμα κι αν με ξενίζει, να προσπαθώ να καταλάβω. Κυρίως, έμαθα να αναζητώ τις αιτίες της διαφοράς και να ψάχνω να βρω αυτά που με ενώνουν, όχι αυτά που με χωρίζουν.

______________________________________
Πέρα από τις ιστορικοκοινωνικές αναλύσεις , περί του πώς κατασκευάστηκαν οι «πατρίδες» και τι εξυπηρετούν -κι είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση αυτή-, είναι και κοινή λογική. Γιατί να σημαίνει για μένα πιο πολλά το Καστελόριζο, όπου δεν έχω πάει ποτέ, από το Στρασβούργο, όπου έζησα ένα χρόνο;

______________________________________
Οι χελώνες κουβαλάνε το σπίτι τους παντού. Κι εγώ κουβαλάω παντού το δικό μου… Μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος*.


*Το στιχάκι του Μίλτου Πασχαλίδη.

Advertisements