Αύγουστος του 1997, αν θυμάμαι καλά, ναι, ένα χρόνο μετά τη μεγάλη πυρκαγιά, είμασταν δέκα (πέντε επί δύο δηλαδή), παρέα δοκιμασμένη σε διακοπές, μπήκαμε σε ένα θαλασσοπνίχτη (ούτε το όνομα δεν θυμάμαι, αλλά πρέπει να ήταν από κείνα τα καράβια που έκαναν την διαδρομή Πειραιάς – Αϊ-Στράτης, όταν το νησάκι ήταν τόπος εξορίας), και αποβιβαστήκαμε στον Άγιο Κήρυκο, με λίγες αποσκευές και μπόλικη καλή διάθεση.

Είχαμε ακούσει πολλά για την Ικαρία, από τον θεότρελο Ικαριώτη φίλο μας που είχε φροντίσει να μας εξασφαλίσει τη διαμονή στον Καραβόσταμο, αλλά επί τόπου τον είδαμε ελάχιστα, καθότι ήταν απασχολημένος με κάποια αιθέρια ύπαρξη (ως συνήθως). Όσα είχαμε πληροφορηθεί, προ της αφίξεώς μας, επιβεβαιώθηκαν ένα προς ένα.

Τη δεύτερη μέρα, πιστοί στα ιδανικά και τα πιστέυω μας, νοικιάσαμε δύο Lada Niva (σύν το υπό διάλυση παπί του τότε καλού μου, θα μας μετέφεραν όλους στις διάφορες εκδρομές που είχαμε σχεδιάσει)… Αλλά, λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο διότι:

Στην Ικαρία υπήρχε τότε ΕΝΑ βενζινάδικο (έτσι μας είπαν, τώρα αν υπήρχε κι άλλο και το έκρυβαν επιμελώς, δεν μπορώ να το πιστοποιήσω!), το οποίο λειτουργούσε αποκλειστικά 11-2 και 5-8. Αν χρειαζόσουν βενζίνη άλλη ώρα ή σε άλλο μέρος από εκεί όπου κατοικοέδρευε το εν λόγω βενζινάδικο, ας πρόσεχες. Μπορούσες και να σπρώξεις.

Δεύτερον, το ίδιο βράδυ που νοικιάσαμε τα αυτοκίνητα, το ένα από τα δύο παρέδωσε το πνεύμα στον Δημιουργό, δι’ άγνωστον αιτίαν, και αρνιόταν πεισματικά να υπακούσει στις εντολές της μίζας. Ο ένας από τους φίλους μας είχε ήδη αρχίσει να φορτώνει.

Με τα πολλά, κατορθώσαμε να το αλλάξουμε, με ένα όχι πολύ καλύτερο, αλλά τέλοσπάντων, μετά βίας κατάφερε να μας μεταφέρει και αλλού εκτός του Καραβόσταμου.

Τούτο ήταν ευτυχές, διότι έτσι κατορθώσαμε να μεταβούμε στο Χριστό (ένα χωριό πάνω στο βουνό, ούτε και θυμάμαι πού ακριβώς), όπου διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι το αληθές του θρύλου:
Στο χωριό αυτό υπάρχει ένας φούρνος, ο οποίος λειτουργεί ως εξής: ξυπνάει ο φούρναρης πρωί (όχι από τις 6, όπως συνηθίζουν οι συνάδελφοί του αλλού, αλλά πρωί, για τα ικαριώτικα δεδομένα), φτιάχνει το ψωμί και φεύγει, αφήνοντας το μαγαζί ανοιχτό. Όποιος θέλει ψωμί, πηγαίνει στο φούρνο, παίρνει όσο θέλει, αφήνει το ακριβές αντίτιμο και το βράδυ ξαναπερναέι ο φούρναρης για να μαζέψει τις εισπράξεις και να κλείσει το μαγαζί. Και κανείς δεν έχει διανοηθεί να κλέψει.

Άλλη μέρα, έχουμε πάει για μπάνιο, δεν θυμάμαι πού, και κατά τις έξι το απόγευμα, πεινασμένοι και ζαβλακωμένοι από τον ήλιο, φτάνουμε σε ταβερνάκι πλησίον του κύματος. Μπαίνουμε μέσα, καθόμαστε και βλέπουμε τον ιδιοκτήτη να κουβεντιάζει με κάποιον. Περιμένουμε, περιμένουμε, 10 λεπτά, 20 λεπτά, ακόμα περιμένουμε και στο τέλος, ρωτάμε ευγενικά «Ε, να παραγγείλουμε;», για να λάβουμε την απάντηση «Καλά ρε παιδιά, βιάζεστε; Θα έρθω σε λίγο!». Ήρθε μετά από 45 λεπτά.

Τα Ικαριώτικα ωράρια συνάδουν πολύ με τα δικά μου. Ο κόσμος κοιμάται τις πρώτες πρωινές ώρες, ξυπνάει κατά το μεσημέρι, απολαμβάνει σιέστα και ζει μεταξύ 7 το απόγευμα και 3 το πρωί. Τέτοια ήταν και τα ωράρια του μαγαζακίου, από όπου ψωνίζαμε τα χρειώδη.

Άλλη μέρα αποφασίζουμε να πάμε εκδρομή στη νότια πλευρά του νησιού (ο Καραβόσταμος είναι στη βόρεια πλευρά). Σημειωτέον ότι στην Ικαρία, ο μόνος ασφαλτοστρωμένος δρόμος είναι εκείνος που ενώνει τον Εύδηλο με τον Άγιο Κύρηκο (τα δυο πιο μεγάλα χωριά). Το υπόλοιπο οδικό (κατ’ ευφημισμόν) δίκτυο αποτελείται από κοινό χωματόδρομο έως δύσβατο κατσικόδρομο. Μια χαρά τα πήγαν τα Niva. Οι αναμνήσεις μου από εκείνη την μέρα είναι οι εξής: έντονος πόνος στην πλάτη από έγκαυμα δεν ξέρω τι βαθμού, καθότι πέρασα όλη την ημέρα πάνω στο παπί, φορώντας μόνο το μαγιώ μου. Έντονος πόνος στη μέση από τα τραντάγματα στο παπί. Έντονος πόνος στους προσαγωγούς (εξαιτίας του παπιού, πού πήγε το μυαλό σας;). Και η αποζημίωση, στο τέλος: μια από τις ωραιότερες και πιο φουρτουνιασμένες και πιο βαθυγάλαζες θάλασσες που έχω δει ποτέ. Και μια από τις ομορφότερες έρημες παραλίες.

Κατά την διάρκεια της τρίωρης, αν θυμάμαι καλά διαδρομής, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε και έτερον θρύλον ικαριώτικο. Στους «δρόμους» συναντά κανείς συχνά πυκνά έαν είδος πόρτας από συρματόπλεγμα, η οποία κλείνει τον δρόμο, και αποτελεί συνέχεια συρματοπλέγματος που εκτείνεται στα κατσάβραχα. Ο οδηγός πρέπει να βγει από το αυτοκίνητο, να ανοίξει την πόρτα, να περάσει και μετά να την ξανακλείσει. Αυτό, μας εξήγησαν πως αποτελεί τρόπο να μην μπερδεύουν τα κατσίκια τους (τα οποία δεν ξέρω αν μαντρώνουν και άλλως πώς).

Έτερη ανάμνηση. Παντού στην Ικαρία συναντάς το σφυροδρέπανο, συνοδευόμενο από τα τρία γραμματάκια ΚΚΕ, σε χρώμα κατακόκκινο. Όταν λέω παντού, δεν υπερβάλλω. Ακόμα και στο πιο ψηλό βουνό, πάνω στους βράχους. Τη φήμη της Ικαρίας, ως κόκκινου νησιού, είχα την ευκαιρία να την επιβεβαιώσω, πηγαίνοντας και στο πρακτορείο τύπου. Η πιο «δεξιά» εφημερίδα που υπήρχε ήταν Τα Νέα. Σε τέσσερα νομίζω αντίτυπα. Κι όλες οι άλλες «αριστερότερα» των Νέων, σε αντίστοιχο αριθμό, πλην του Ριζοσπάστη, του οποίου τα αντίτυπα σχημάτιζαν ευμεγέθες βουναλάκι (Αυγή δε ούτε για αστείο, ντράπηκα και να ρωτήσω! Το κατάστημα όμως διέθετε Πριν και Εποχή! Εθάμαξα, για να είμαι ειλικρινής!). Η φήμη που θέλει τον τελευταίο αντάρτη στην Ελλάδα να κατέβηκε από τα ικαριώτικα βουνά το ’57, πρέπει να αληθεύει.

Οι υπέροχες διακοπές μας έληξαν άδοξα με καβγά, διότι τα έξι μέλη της παρέας ήθελαν να μεταβούν στους Φούρνους (δεν θυμάμαι πια γιατί, νομίζω πως χάλασαν τα αυτοκίνητα και δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν στον Καραβόσταμο), ενώ οι τέσσερις υπόλοιποι όχι. Εμένα ποσώς με ένοιαζε, αλλά στάθηκα στο πλευρό του τότε καλού μου και της καλής μου φιλενάδας που ήθελαν να παραμείνουν. Συνέβη τότε ένας απείρου κάλους καβγάς, του οποίου οι συνέπειες ήταν μούτρα, τα οποία συνεχίστηκαν και μετά την επιστροφή μας στην πρωτεύουσα. Οι έξι όντως αποχώρησαν, οι τέσσερις όντως παρέμειναν, έχοντας όμως ως μοναδικό όχημα το θαρραλέον, πλην όμως υπό διάλυση πενηντάρι παπάκι.

Το εν λόγω ηρωικό όχημα κατόρθωσε όμως να μεταφέρει σώους και αβλαβείς σε χωμάτινη κατηφόρα τον λιπόσαρκο οδηγό του, την αφεντιά μου (που τα’χω τα κυβικά μου, κι είναι παραπάνω από 50), και την αντιστοίχων με εμένα διαστάσεων φίλη μου (ενώ ο καλός της κατέβαινε με τα πόδια), προκειμένου να φτάσουμε σε πανέμορφη γαλανή παραλία. Στην επιστροφή βέβαια, μας ανέβασαν τα ποδαράκια μας τα ταλαίπωρα.

Σε κάθε περίπτωση, την αγάπησα την Ικαρία πολύ, λάτρεψα τους αυθεντικότατους Ικαριώτες, την άγρια ομορφιά της μη ανεπτυγμένης φύσης του νησιού και επιθυμώ διακαώς να ξαναπάω…

Ικαριά μου, Ικαριά μου
αχ, η αναρχική καρδιά μου
και σ’αυτό το πανηγύρι,
πρώτη το χορό θα σύρει
σ’όλα τα νησιά….

Advertisements