Γεννηθήκαμε το ’76 και το ’77.
Κάθε χρόνο, είμαι η τελευταία που μεγαλώνει (πενταμισάρι γαρ, και πάντα το πιο μικρό. Το μόνο 77αράκι στην παρέα).
Από κείνη την παρέα, που μέτραγε τότε εφτά μέλη, μείναμε τέσσερις. Οι άλλοι τρεις χάθηκαν (μάθαμε πως η μία πρόλαβε να παντρευτεί κιόλας). Από κείνη την παρέα, ο πρώτος που μεγαλώνει κάθε χρόνο, είναι ο καλύτερός μου φίλος, ο αδερφός που δεν έχω, ο διπλανός μου επί τρία χρόνια, τα δύο στο τελευταίο θρανίο. Ψέμματα, το δεύτερο χρόνο (στη Β’ Λυκείου) μας χώρισαν, γιατί, λέει, με παρέσυρε, εμένα που ήμουν καλό παιδί και καλή μαθήτρια, και με πήγαν στο πρώτο. Πού να ‘ξεραν ποιος παρέσυρε ποιον… Αλλά άμα χτίζεις τη φήμη του «καλού παιδιού» με κόπο και βάσανα, ε, ανταμείβεσαι…

Εκείνο το τελευταίο θρανίο. Στην σειρά δίπλα στα παράθυρα, μπροστά στην έδρα. Τρία χρόνια (εντάξει 2,5). Τι γέλια, τι αντιγραφές, τι σκονάκια, τι τσιμπιές… Με κορόιδευε για τη μυωπία μου, τον κορόιδευα για τη μύτη του. Τώρα πια, τον κοροϊδεύω και για τα μαλλιά που χάνει.
Το διαγώνισμα Αστρονομίας, στην Α’ Λυκείου: εγώ ετοίμασα το σκονάκι, το χρησιμοποιήσαμε κι οι δυο, εκείνος έγραψε καλύτερα… Ούτε θυμάμαι πόσο.
Η Φυσική στη Β’ Λυκείου, αδιάβαστοι κι οι δυο, το βιβλίο μια ολόκληρη χρονιά ανέγγιχτο «μα, η Φυσική δεν είναι μάθημα, ως γνωστόν!», γι’αυτό και την ώρα της Φυσικής τραγουδάγαμε «το τελευταίο ποτηράκι» (και μετά πήραμε το 7ράκι μας κι ησυχάσαμε!).Στην ημερήσια στο Ναύπλιο, στην Α’ Λυκείου, μου’βγαλε παρατσούκλι από τη ροζ φόρμα και το ψάθινο καπέλο που φορούσα (δε θα πω τι παρατσούκλι).
Στην πενταήμερη, στη Γ’ Λυκείου, πηγαίναμε κρυφά στο δωμάτιο που μοιραζόταν με έναν άλλο συμμαθητή, τα τρία κοράσια για να πιούμε, να παίξουμε τάβλι και κιθάρες. Το σχέδιο ήταν σατανικό! Τα δωμάτια των αγοριών ήταν σε έναν όροφο και των κοριτσιών σε δύο άλλους. Τα περάσματα φυλάσσονταν ως άλλες Θερμοπύλες από άγρυπνους καθηγητές και καλόγριες (ναι, στις καλόγριες πήγαινα, οκ). Στέλναμε, λοιπόν, ένα αγόρι να αποσπάσει την προσοχή του «φύλακα» κι εμείς τρυπώναμε.
Οι ατέλειωτες κουβέντες μας μετά το μάθημα στο φροντιστήριο, οι αγωνίες μας, το πρόβλημά μου με την Ιστορία, τα Μαθηματικά που τον έκαναν να δώσει Πανελλήνιες δυο φορές…

Μετά, στο Β’ έτος, όταν άρχισα να χάνομαι επειδή ερωτεύτηκα, μου έκανε μια συζήτηση που δε θα ξεχάσω, περί του ποιοι μένουν για πάντα και ποιοι όχι. Κι έβαλα μυαλό.Το 2000, ο πρώτος αποχωρισμός, ο πρώτος από μια σειρά πολλών. Μάθαμε πια. Συνηθίσαμε τα αεροδρόμια.

Τα «φεγγάρια» του, οι αγάπες του, οι ξήγες του, η ανεξαρτησία του, οι θυμοί του, οι φωνές που μου βάζει κάθε τόσο, οι φόβοι του. Οι φόβοι μου, οι γκόμενοί μου, οι γονείς μου, οι γονείς του.Αν δεν ήταν εκείνος, όταν έπαθε το έμφραγμα ο πατέρας μου, δεν ξέρω πώς θα τα είχα βγάλει πέρα. Αν δεν ήταν εκείνος όταν χώρισα που με κορόιδευε («δυστυχήσασα και ατυχήσασα»), δεν θα μάθαινα να γελάω κι εγώ με αυτά που με πονούν.

Το 2001, στη Μήλο, εκείνος το ‘κανε κι άλλαξε η ζωή μου. Εκείνος άνοιξε το δρόμο και έκανα την «έξοδο», κι έφυγα. 2004. Διακοπές στη Σέριφο. Οι καλύτερες. Καμιά εικοσαριά κόσμος, άσχετοι μεταξύ μας, μια τρελή παρέα στο camping, το μεθύσι στη χώρα, τα τραγούδια στο λεωφορείο, το μπουκαλάκι «λουτράκι» γεμάτο ούζο που πηγαινοερχόταν από χέρι σε χέρι, «Μην ανησυχείτε, νεράκι υπό πίεση είναι», προς τους έκθαμβους υπόλοιπους επιβάτες. Η «παράσταση» που δώσαμε στα σκαλάκια του Δημαρχείου της Σερίφου, «είστε από κάποια θεατρική ομάδα;», μας ρωτούσαν, κι εμείς γελούσαμε, γελούσαμε…. Η καλύτερη παρέα, το καλύτερο καλοκαίρι. Χάρη σε κείνον και πάλι.

Τόσα τραγούδια που μοιραστήκαμε, τόσες κασέτες που γράψαμε ο ένας για τον άλλο, τόσα βιβλία που διαβάσαμε κι οι δυο, τα γραφτά μας, «γράφεις πολύ όμορφα», «γράφω για να ξεσπάω», τα βράδια με το αυτοκίνητο στη Γαλατσίου με 140, παλιότερα με το citroen, τώρα με το yaris, καφέδες στο Θησείο με θέα την Ακρόπολη, «ζούμε στην πιο όμορφη πόλη του κόσμου και μόνο γι’αυτή τη θέα», εγώ δεν είμαι πια εκεί, αλλά δεν έχει σημασία. Το υπόγειο στη Μεταμόρφωση, τόσες βραδιες, το σπιτάκι του στο Στρασβούργο, το δικό μου στις Βρυξέλλες πριν από τέσσερα χρόνια (στο φυλάω που δεν ήρθες στην Ελβετία, να το ξέρεις!),οι ατέλειωτοι καφέδες στο Καθ’ οδόν στη Σίνα, στη Μέθεξη στο Ηράκλειο, και σε όλα εκείνα τα καφέ που έχει το ταλέντο να ξετρυπώνει, ο γάμος της αδερφής του, ο αδερφός του, o ανηψιός του «μα, είναι πανέξυπνος!»

Η μόνη αλήθεια που ένιωσα
ν’ αντέχει στη ζωή
αυτή η φιλία που άπλωσε
και γέμισε τα χρόνια
αυτός ο μύθος που έπλεξε
των δυο μας τη ζωή
σαν άνοιξη που σώσαμε
στον πιο βαρύ χειμώνα


Σήμερα κλείνει τα 30, κι είναι φαντάρος. Οκτώ μέρες μετά ακολουθεί η δεύτερη της παρέας, η κολλητή μου, το Δεκέμβριο η τρίτη και το Γεννάρη εγώ. Πάντα τελευταία, η πιο μικρή. Πάντα πρώτος, ο πιο μεγάλος. Παναγιωτάκη μου, σ’αγαπάω πάρα πάρα πολύ…____________________________________
Το στιχάκι του Παρασκευά Καρασούλου, τραγουδισμένο από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη σε μουσική του Γιώργου Ανδρέου, από το δίσκο «Μικρή πατρίδα».

Advertisements