Δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν τις Σκανδιναβικές χώρες. Έχω ήδη πάει στη Δανία και πέρασα και μια μέρα στη Σουηδία, πριν από τέσσερα χρόνια. Η Νορβηγία όμως ήταν μια αληθινή έκπληξη. Σε όλα τα επίπεδα (εκτός από τις τιμές, που ήταν όπως τις περίμενα: απλησίαστες).Για όσους βαριούνται να διαβάσουν το βιβλίο που σκοπεύω να συγγράψω, υπό μορφήν ποστ, να αναφέρω ότι:
οι απόγονοι των Βίκινγκς είναι πανέμορφοι: ψηλοί, ξανθοί, γαλανομάτηδες και απίστευτα λεπτοί. Κι όσοι δεν είναι έτσι, είναι ο ορισμός της έλλειψης συμπλεγμάτων. Κυκλοφορούν ντυμένοι όπως τους έρθει, βλέπεις τα πάντα, από γκόθικ, μέχρι super trendy γκόμενες σε συσκευασία φωτομόνδελου. Παντού αναπνέεις ελευθερία, άνεση, αρμονία με ό,τι τους περιβάλλει, συμφιλίωση με τη φύση και χαλαρούς ρυθμούς.
Εντυπωσιακός είναι ο σεβασμός προς τη φύση. Τα πάρκα του Όσλο είναι σαν δάση. Επίσης εντυπωσιακός είναι ο σεβασμός προς τα άτομα με αναπηρία: μπάρες ή κυλιώμενοι διάδρομοι παντού, στο μετρό, στους σταθμούς των τρένων, στα καταστήματα. Ακόμα και στα πιο μικρά μαγαζιά, αν υπάρχει σκαλάκι στην είσοδό τους, έχουν τοποθετήσει μπάρα. Πολιτισμός αληθινός, που αποτελεί τρόπο ζωής και είναι εμφανής σε κάθε βήμα.
Η μόνη χώρα , από όσες έχω δει με την οποία θα μπροούσα να συγκρίνω τη Νορβηγία είναι η Ελβετία. Και μάλλον η Νορβηγία κερδίζει στα σημεία, επειδή ακριβώς αποπνέει μια αύρα ελευθερίας, που θυμίζει τις παλιές καλές εποχές του Άμστερνταμ.

Επίσης, η χώρα διαθέτει πολύ πλούσια Ιστορία και Μυθολογία. Μάλιστα οι Βίκινγκς ήταν οι πρωτοι θαλασσοπόροι που ανακάλυψαν την Ισλανδία, την Γροιλανδία και τη Βόρειο Αμερική, 4 αιώνες πριν τον Κολόμβο (ο οποίος ήταν πιο ξύπνιος βέβαια και τους έκλεψε όλη τη δόξα).

Ξεκινήσαμε Παρασκευή απόγευμα. Στο αεροπλάνο είμασταν οι πιο κοντοί, οι πιο μαυριδεροί και από τους λίγους με περιττά κιλά. Την ώρα της επιβίβασης μπροστά μου βρισκόταν η Πίπη η Φακιδομύτη με σάρκα και οστά: κοκκινομάλλικο κοριτσάκι γύρω στα 10, γεμάτο φακίδες, με τεράστιο χαμόγελο και στραβά δόντια.
Φτάσαμε κατά τις 10 το βράδυ. Πρώτη εντύπωση: αεροδρόμιο τύπου ΙΚΕΑ, σαν εικόνα από το μέλλον. Πήραμε το τρένο για την πόλη του Όσλο (αφού χαωθήκαμε αρκετά με τις πινακίδες και τις ενδείξεις που ήταν οι περισσότερες στα νορβηγικά). Το τρένο ήταν, χωρίς ίχνος αστεϊσμού, σαν την τελευταία λέξη της μόδας της ΝΑΣΑ.
Φτάνοντας στο Όσλο, περί τα 20 λεπτά μετά, διαπιστώσαμε πως ήταν ακόμα μέρα. Είχαμε δηλαδή τη χαρά να δούμε μια μορφή του φαινομένου του ήλιου του μεσονυκτίου. Υποθέτω πως βορειότερα θα ήταν ακόμα πιο έντονο, πάντως ακόμα και στο Όσλο, μέχρι τις 2 το πρωί που πήγαμε για ύπνο, ήταν λυκόφως, και είχαμε διαβάσει πως ξημερώνει ξανά κατά τις 3.30, όπερ σημαίνει πως απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει καθόλου.
Αφού αφήσαμε τα μπαγκάζια μας στο ξενοδοχείο (μια οικονομικότατη και αξιπρεπέστατη πανσιόν, αν σκοπεύετε να πάτε, τη συστήνω ανεπιφύλακτα: μές το κέντρο, μόλις 70 ευρώ η βραδιά), βγήκαμε να περπατήσουμε για λίγο και να πιούμε ένα ποτό. Κόσμος άπειρος έξω, πάρα πολλά μπαρ -και πολύ καλόγουστα, σε επίπεδα νότου δηλαδή, όχι οι ξενερωσιές της Δυτικής Ευρώπης- ανοιχτά, σαν Αθήνα σχεδόν. Υπόψην κρατείστε ότι η Νορβηγία μετρά 4,5 εκατ. πληθυσμού, εκ των οποίων οι 500 χιλιάδες στο Όσλο.

Γνωρίζαμε ήδη ότι το κάπνισμα απαγορεύεται σε όλους τους εσωτερικούς χώρους. Αυτό όμως που συνέβαινε, ξεπερνούσε την φαντασία μας. Έξω από κάθε μπαρ, συνωστιζόταν κόσμος που κάπνιζε. Καθώς μετά τις 12 το βράδυ, απαγορεύεται να πίνουν σε δημόσιους χώρους, ή ακόμα και να μεταφέρουν γυάλινα ποτήρια και μπουκάλια εκτός των μπαρ, ο κόσμος αφήνει το ποτό του μέσα στο μπαρ και βγαίνει έξω να καπνίσει, και μετά μπαίνει μέσα για να πιει. Αυτό βέβαια δεν τους εμποδίζει να γίνονται κομμάτια. Καβγάδες αγγλικού τύπου στο δρόμο, δεν είδαμε, αλλά μεθυσμένους ουκ ολίγους. Εντάξει, καμιά κοινωνία δεν είναι τέλεια.
Άλλο πρόβλημα: τα ποτά. Πήραμε ένα gin tonic κι ένα ουίσκυ. Το ουίσκυ ήταν μισό χιλιοστό ποτό και αμέτρητα παγάκια, το δε gin tonic ήταν tonic με άρωμα αιθυλικής αλκοόλης και αμέτρητα παγάκια. Μα, πόσο πίνουν για να γίνουν λιώμα;

Την επόμενη μέρα, ξεκινήσαμε την περιπλάνησή μας στην πόλη. Φεύγοντας από το ξενοδοχείο, διασχίσαμε ένα τεράστιο πάρκο, με κάθε λογής φυτά και πουλιά (είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου κοράκι σε απόσταση αναπνοής και σουσουράδα (παιδάκι της πόλης και του νέφους, γαρ). Το πάρκο αυτό ήταν το πάρκο των Ανακτόρων, στα οποία φτάσαμε λίγο μετά, και δεν ήταν και τόσο εντυπωσιακά. Μπροστά στα Ανάκτορα, εκτείνεται ένα μικρότερο παρκάκι που οδηγεί στην οδό Karl Johansson, όπου βρίσκεται το Εθνικό Θέατρο (πολύ όμορφο κτήριο) και το Πανεπιστήμιο. Εκεί υπάρχει και το άγαλμα του Ίψεν, ο οποίος ήταν άσχημος (ή ο γλύπτης που φιλοτέχνησε το άγαλμα ήταν ατάλαντος). Στο τέλος της λεωφόρου, βρίσκεται μια πολύ όμορφη πλατεία και το Δημαρχείο, όπου γίνεται κάθε Δεκέμβρη η απονομή των Νόμπελ Ειρήνης. Επισκεφτήκαμε την αίθουσα και είναι αλήθεια πως οι τοιχογραφίες είναι εντυπωσιακές. Το κτήριο του Δημαρχείου πολύ μοντέρνο, αλλά με ένα πολύ ωραίο συντριβάνι απ’έξω και με γλυπτά με θέματα της πλούσιας Νορβηγικής Μυθολογίας (πολλά Τρόλλ!).

Περάσαμε κι από τη πλατεία του Κοινοβουλίου, το οποίο είναι χτισμένο με βάση μια ανάμειξη ιταλικού και σκανδιναβικού στυλ. Θυμίζει λίγο παλαιοχριστιανική εκκλησία τύπου Ραβέννας, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο μέγεθος.

Στην συνέχεια περπατήσαμε ως το Κάστρο, περνώντας από άλλο ένα πάρκο, όπου γινόταν πανηγύρι! Ψησταριές, έντονη μυρωδιά λουκάνικου, πολλά ποδήλατα, μωρά, καροτσάκια, γέλια, φωνές… Σαν ελληνική παραλία το καλοκαίρι!

Το κάστρο επίσης όμορφο, με επισκέψιμους διάφορους χώρους και εκθέσεις, τους οποίους δεν είδαμε γιατί φτάσαμε αργά και είχαν κλείσει. Θαυμάσαμε όμως τη θέα στο Φιορδ του Όσλο, σε μια κατάσταση απερίγραπτης γαλήνης και ηρεμίας. Χάσιμο, να κοιτάς τον ορίζοντα ενός παράξενα γαλανού ουρανού, και μια θάλασσα γκρι αργυρό.

Κατηφορίσαμε προς το λιμάνι και κάναμε μια δύωρη βόλτα με το καραβάκι. Η αλήθεια είναι πως δυο ώρες ήταν πολλές, επειδή από ένα σημείο και μετά το τοπίο επαναλαμβάνεται, αλλά ήταν όμορφα. Ειδαμε τα πρώτα bains mixtes, ένα φάρο μες τη μέση του φιορδ, πανέμορφα σπιτάκια, νησάκια καταπράσινα, χιλιάδες γλάρους και την θερινλη κατοικία της Πριγκίπισσας, η οποία ζει 6 μήνες στη Βραζιλία και 6 μήνες στο Όσλο, δηλαδή ζει πάντα σε καλοκαιρινή περίοδο (αχ, γι’αυτούς ειν’η ζωή!).
Μετά το καραβάκι, ήπιαμε ένα καφέ στο λιμάνι. Ήταν η μέρα της μουσικής και υπήρχαν παντού stands με διάφορες μουσικές και συγκροτήματα. Κοντά στο λιμάνι έπαιζαν ροκιές 70s, κι ήταν πολύ καλύτερα από το Θέατρο όπου έπαιζαν μια ανυπόφορη φουτουριστική trance…

Έπειτα, χαθήκαμε στα δρομάκια της Kristiania (καμία σχέση με την αντίστοιχη της Κοπεγχάγης), του ιστορικού κέντρου με τα όμορφα παραδοσιακά σπίτια που θυμίζουν νεοκλασσικά σκανδιναβικού τύπου, πολύχρωμα και χαμηλά.

Για το τέλος αφήσαμε το καλύτερο: το πάρκο Vigeland. Ο κ. Vigeland ήταν αρχιτέκτονας και μηχανικός που σχεδίασε εξ ολοκλήρου το τεράστιο αυτό πάρκο, αλλά φιλοτέχνησε και τα γλυπτά του, τα οποία ήταν όχι ιδιαίτερα όμορφα (τι την ήθελε τη γλυπτική, μηχανικός άνθρωπος!). Στο κέντρο του πάρκου υψώνεται ένας πανύψηλος στύλος, σχηματισμένος από ανθρώπινα κορμιά, που θυμίζει έντονα φαλλικό σύμβολο (και σε κάνει να αναρωτιέσαι για τις φαντασιώσεις του τύπου!) και είναι εντυπωσιακός. Τα γρασίδια και τα συντριβάνια πάντως ήταν υπέροχα! Δεν παρέλειψα να κυλιστώ σε όλα τα γρασίδια (Ντόλυ!).

Το βράδυ πήγαμε στη Grunneloekka, την ζώνη με τη νυχτερινή ζωή, όπου επαναλήφθηκε το σκηνικό «μέσα για ποτό, έξω για τσιγάρο», το οποίο είναι αστείο, αλλά και αρκούντως σπαστικό.
Την επομένη το πρωί, φάγαμε πρωινό σε ένα συμπαθέστατο καφενεδάκι δίπλα στο ξενοδοχείο. Πρωινό βασιλικό: ο δεύτερος καλύτερος καφές που έχω πιει ποτέ (ο πρώτος ήταν στην Κοπεγχάγη! αξέχαστος!), danish pastries, σαντουιτσάκι, τιμές νορβηγικού επιπέδου!Έχοντας γεμίσει το «ρεζερβουάρ», ξεκινήσαμε για την Εθνική Πινακοθήκη. Έξω από τη Πινακοθήκη, δύο γλύπτά του Vigeland, το ένα εντυπωσιακό, μια γυναίκα κουλουριασμένη στην αγκαλιά ενός άντρα, πολύ συγκινητικό (και πήρα πίσω όσα έλεγα για τον καλλιτέχνη). Από την άλλη πλευρά ένα φουτουριστικό κατασκεύασμα, απροσδιορίστου ταυτότητος και έννοιας και… τρεις χημικές τουαλέτες σε αποχρώσεις bleu-blanc-rouge με την επιγραφή liberté-egalité-fraternite -πολύ ειρωνικό, κακόμοιροι Γάλλοι!

Η Πινακοθήκη φιλοξενεί βέβαια τη διάσημη Κραυγή του Munch, αλλά και την αισθησιακή, ημίγυμνη, καστανή και γήινη Μαντόνα του, καθώς και Γάλλους ιμπρεσσιονιστές, Picasso (μα όπου και να πας τον βρισκεις!!), και έργα άλλων Νορβηγών καλλιτεχνών. Από μουσειολογικής άποψης, είναι εξαίρετη, τα έργα είναι ταξινομημένα θεματικά, ακολουθώντας και την χρονική λογική. Η είσοδος είναι δωρεάν, και στο τέλος ο καθείς αφήνει τον οβολό του, όπως και στο Βρετανικό Μουσείο, με τη διαφορά πως σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα κανονικό Μουσείο, και όχι με αποθήκη στοιβαγμένων κλοπιμαίων, όπως στην Λονδρέζικη περίπτωση. Πολύ με εντυπωσίασε ο πίνακας «Τα βουνά της σκέψης» μιας Νορβηγίδας που ξέχασα το όνομά της και μία αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ (μια από τις πολλές, αλλά αυτή εδώ είχε ένα κάτι. Οι αδυναμίες δεν κρύβονται και ο Βαν Γκογκ είναι μία από τις δικές μου).

Μετά το μουσείο, γεμάτοι εικόνες, ήπιαμε καφέ στο Cathedral, πολύ όμορφο καφέ δίπλα στο Σιδηροδρομικό Σταθμό, στρογγυλό, με κόκκινα τούβλα και πολύ χαριτωμένη κυκλική βεράντα.
Και επιβιβαστήκαμε στο τρένο που μας πήγε στο Hamar, ένα παραλίμνιο χωριό, ανάμεσα στο Όσλο και στο Lillehamer (όπου είχαν γίνει οι χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του δε θυμάμαι πότε). Το τρένο ακολουθεί τη λίμνη, η οποία πρέπει να είναι μεγαλύτερη από τη Λεμάν της Γενεύης και η φύση είναι απερίγραπτη. Κοιτούσα το τοπίο και ένιωθα σα να έχω τρυπώσει σε φωτογραφία του National Geographic, αδυνατούσα να πιστέψω πως τόση ομορφιά είναι δυνατόν να υπάρχει! Η λίμνη είχε ένα βελούδινο μπλε χρώμα, ο ουρανός γαλανός, η φύση το πιο έντονο πράσινο που έχω δει ποτέ.
Στο τρένο κατά τύχη καθήσαμε σε ένα Stellvogn, που σημαίνει βαγόνι ηρεμίας, δηλαδή το βαγόνι που επιλέγουν όσοι θέλουν να κοιμηθούν ή να διαβάσουν με την ησυχία τους. Δεν ήξερα πως υπάρχει τέτοιο πράγμα, κι ήταν λίγο βάσανο για μένα που είμαι κινητή μονάδα παραγωγής θορύβου, αλλά τα κατάφερα να μιλάω ψιθυριστά (γιατί να μη μιλάω δεν παίζει).
Το ίδιο ένιωθα παντού, οι άνθρωποι γύρω μου με κοίταζαν σαν εξωγήινο και δεν έφταιγε που εγώ έμοιαζα με στραβοζυμωμένο κεφτέ μπροστά στις δίμετρες ξανθιές κουκλάρες, έφταιγε η ηχορρύπανση που προκαλούσα ασταμάτητα…

Φτάνοντας στο Hamar, περπατήσαμε κατά μήκος της λίμνης για να φτάσουμε σε ένα πάρκο αρχιτεκτονικής ιστορίας. Εκεί έχουν εκτεθειμένα διάφορα είδη σπιτιών και κτισμάτων από όλες τις εποχές της Νορβηγικής ιστορίας και είναι ουσιαστικά ένα μεγάλο λιβάδι με σπιτάκια, κι ένα μουσείο (το οποίο ήταν δυστυχώς κλειστό).
Περπατήσαμε για ώρα μέσα στο λιβάδι, κυλίστηκα στα γρασίδια και στα χόρτα, χαζέψαμε τα σπιτάκια και απολαύσαμε μια πρωτόγνωρη γαλήνη. Μετά, εντοπίσαμε καφενέ, όπου γινόταν μια γαμήλια γιορτή (και στα δικά σας!) και ήταν όλοι ντύμένοι παραδοσιακά (πολύ όμορφες φορεσιές), φάγαμε 2 σάντουιτς, 2 γλυκά και 2 μπίρες, προς 50 ευρώ το σύνολον, και χαζολογήσαμε με τα σπουργίτια που ερχόντουσαν στο τραπέζι μας για να τσιμπολογήσουν ψιχουλάκια. Δεν έκατσαν να τα φωτογραφίσω, ήταν ντροπαλά ή incognito μάλλον.
Πήραμε το δρόμο της επιστροφής σε κατάσταση έκστασης.

Επιστρέψαμε, λοιπόν, από το Hamar, αρκούντως εντυπωσιασμένοι. Το βράδυ ποτάκι κοντά στο ξενοδοχείο, υπό το γνωστό «μέσα-έξω» καθεστώς σε μπαρ με πολύ ωραίες ξύλινες επενδύσεις, αλλά απαίσια ταριχευμένα ζώα (αρκούδα, τάρανδος και άλλα τέτοια. Φρίκη…).

Την επομένη το πρωί, το ίδιο πρωινό, όπως και την Κυριακή και πέρασμα από το σπίτι του Ίψεν, που ήταν κλειστό. Απ’έξω δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, αλλά ίσως εσωτερικά να έχει ενδιαφέρον.

Τελευταία αφήσαμε την επίσκεψη στο Μουσείο του Munch. Μετά τις αλλεπάλληλες κλοπές της Κραυγής (υπάρχουν πολλές Κραυγές, και η μία έχιε κλαπεί αρκετές φορές), τα μέτρα ασφαλείας είναι ιδιαιτέρως αυξημένα, ενώ απαγορεύεται η φωτογράφιση (εννοείται πως το ελληνικό δαιμόνιο δεν κώλωσε και τράβηξε μια χαρά φωτογραφίες!).

Το Μουσείο φιλοξενεί θερινή έκθεση με θέμα Munch og Ibsen (Μουνχ και Ίψεν), πολύ ενδιαφέρουσα. Ο Μουνχ προσφανώς είχε κατασκευάσει τα σκηνικά για πολλές παραστάσεις του Ίψεν, ενώ παράλληλα υπήρξε μεγάλη αλληλεπίδραση των δύο καλλιτεχνών. Ο Ίψεν ήταν από τους πρώτους που εντυωσιάστηκαν από το ζωγράφο, και τον ενθάρρυνε πολύ, ιδιαίτερα αφού είδε τον πίνακα «Γυναίκα» (ο πίνακας παρουσιάζει την ίδια γυναίκα σε τρεις φάσεις: της ελπίδας, της ερωτικής διάθεσης και της απομόνωσης – συγκλονιστικός!).

Εκτός από το τμήμα που αφορά στον Ίψεν, το Μουσείο φιλοξενεί πολλούς πίνακες και σκίτσα του Μουνχ. Πέρα από τις Κραυγές, εντυπωσιάζει το πρωτόλειο σκίτσο της Μαντόνας, το Φιλί (ονειρεμένο! τα δυο πρόσωπα δεν διακρίνονται, το ένα είναι μέσα στο άλλο), οι παραλλαγές του άρρωστου παιδιού (θέμα πολύ συχνό στο Μουνχ, ο οποίος έζησε το θάνατο της αδερφής του από φυματίωση σε πολύ μικρή ηλικία).

Είχαμε ακόμα την τύχη να μας εκνευρίσουν 5 Γιαπωνέζοι, που φωτογραφήθηκαν δίπλα στην Κραυγή ο ένας μετά τον άλλο, μιμούμενοι το ύφος του προσ·ώπου του πίνακα (χέρια στα αυτιά, στόμα ανοιχτό), έλεος πια!

Όπως και να’χει, η Κραυγή είναι συγκλονιστικός πίνακας, σε όλες τις εκφάνσεις της. Τα χρώματα, η τεχνική, το συναίσθημα. Αποτελεί παράδειγμα του πειραματισμού του Μουνχ με την τεχνική ζωγραφικής σαν τομή κορμού δέντρου. Μάθαμε πως ο πίνακας γεννήθηκε από πραγματικό γεγονός: ο ζωγράφος με ένα φίλο του έκαναν τον περίπατό τους σε ένα γεφύρι, κατά το σούρουπο, όταν ξαφνικά «ο ουρανός πήρε το χρώμα του αίματος και ακούστηκε από μπροστά μας μια απόκοσμη κραυγή» (η απόδοση ελέυθερη από την γράφουσα).

Βγαίνοντας από το Μουσείο, μας υποδέχτηκε ένας τεράστιος θερμός ήλιος και αδράξαμε την ευκαιρία να γρασιδοκυλιστούμε για τελευταία φορά. Σχεδόν αποκοιμήθηκα. Η τελευταία εικόνα ήταν δυο κοπέλες με τα ποδήλατα και τα σκυλιά τους· η μία πετούσε ένα μπαλάκι στο σκύλο της ο οποίος έτρεχε να το πιάσει. Απλά πράγματα. Καθημερινά. Και πολύτιμα.

Πήραμε το δρόμο προς το αεροδρόμιο, με το κεφάλι γεμάτο από εικόνες: ο βελούδινος νυχτερινός μπλε ουρανός, η ασημένια θάλασσα, τα δάση…

Θα ξαναπάω οπωσδήποτε. Έχω ακόμα να δω το Bergen, το Lillehamer, τα φιορδ, το βόρειο σέλας…

Ο μικρός Vicking


H θέα από το κάστρο

 

 

 

 

 


Από το καραβάκι

 

 

 

 

 

Μουτρωμένο κοριτσάκι –
δημιούργημα του Vegeland,
από το πάρκο του

 

 

 

 

 


Το Νορβηγικό Κοινοβούλιο

 

 

 

 

 

 


Ηλιοβασίλεμα τα μεσάνυχτα

 

 

 

 

 

 


Μια πάπια, μα ποια πάπια -στο πάρκο των Ανακτόρων

 

 

 

 

 


Η Παναγία αφαιρεί
το
φωτοστέφανο (από
την
Πινακοθήκη)

 

 

 

 

Τα βουνά της σκέψης

 

 

 

 

 

 


Hamar

 

 

 

 

 

 

Hamar

 

 

 

 

 

 

Η Κραυγή του Munch

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Φιλί του Munch

 

Advertisements