Μέχρι τα 27 μου, ήμουν ένα υγιέστατο κοριτσάκι, κομμάτι στρουμπουλό, αλλά υγιέστατο. Εκεί γύρω στα 27 (πάνε δυόμιση χρόνια τώρα), άρχισα να παθαίνω διάφορα το ένα μετά το άλλο (θα τα απαριθμήσω άλλη φορά, γιατί είναι πολλά και θα ξημερώσουμε!), σα να γέρασα πρόωρα ένα πράμα! Μέτρησα 8 φορές που πήγα στα επείγοντα του νοσοκομείου σε λιγότερο από ένα χρόνο (για να μη μιλήσω για το πόσες ώρες και χρήμα έχω σπαταλήσει σε γιατρούς, φάρμακα και τέτοια -μακριά από μας!). Το αποτέλεσμα ήταν να καταντήσω υποχόνδρια και υστερική (αυτό το είχα από πριν, αλλά επιτάθηκε) και με το παραμικρό να τρέχω στο γιατρό και τα νοσοκομεία. Είναι λάθος το ξέρω, μου το είπε κι ο ψυχολόγος μου, προσπαθώ να το αντιμετωπίσω, αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα. Προς στιγμήν, έχω καταφέρει να μην σπέρνω τον πανικό στην εκάστοτε ομήγυρη και να τρώω όλο το άγχος μόνη (ή περίπου), κάθε φορά που φοβάμαι πως έχω πάθει κάτι καινούριο.

Το τελευταίο που έπαθα ήταν στα μάτια. Για να μη μπούμε σε ιατρικής φύσης λεπτομέρειες, εν ολίγοις, επειδή είμαι μύωψ (πολύ μύωψ όμως, στραβούλιακας δηλαδή!), ο αμφιβλυστροειδής μου είναι πολύ ευαίσθητος (το χρυσό μου!) και έχει πάθει κάτι που το αποτέλεσμά του είναι να βλέπω μαύρα στίγματα. Είναι σα να κοιτάω μέσα από βρώμικο τζάμι, δηλαδή. Αυτό μου προέκυψε το Δεκέμβρη. Πήγα σε ένα σωρό γιατρούς και όλοι μου είπαν τα ίδια: αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά δεν θεραπεύεται, θα μάθεις να ζεις με αυτό, κι αν ποτέ δεις και αστραπές, είναι επείγον και να τρέξεις στο πρώτο νοσοκομείο. Μάλιστα! Μού’καναν την καρδιά περιβόλι, όπως αντιλαμβάνεστε. Στην αρχή θεώρησα πως είμαι ένα στάδιο πριν την τύφλωση (άρχισα να φαντάζομαι πως, σαν άλλος Όμηρος θα γράψω κι εγώ κανένα έπος, να αναγνωριστώ από τις επόμενες γενιές τουλάχιστον, το θέμα δεν το βρήκα, αλλά πού θα μου πάει!) και έφτανε να αναβοσβήσει ένα φως, για να νομίζω πως βλέπω αστραπές και κεραυνούς και πώς πάει, τυφλώθηκα! Κανονική υστερία. Αυτό κράτησε δυο-τρεις μήνες, μετά ψιλοσυμφιλιώθηκα με την κατάσταση, ήμουν προσεκτική και επιθεωρούσα την όρασή μου τακτικά, αλλά μέχρι εκεί.

Και φτάνουμε στο θέμα… Εδώ και τρεις τέσσερις μέρες, η υποχονδρίαση ξαναχτύπησε δριμύτερη. Βοηθούντος του γεγονότος ότι έχουμε καλό καιρό, άρα περισσότερο φως, άρα τα μαύρα στίγματα φαίνονται καθαρότερα και περισσότερα, άρχισα πάλι να νομίζω ότι τυφλώνομαι… Άγχος τρομερό και αναστάτωση μεγάλη. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, έβλεπα εφιάλτες με πρωταγωνιστές τον Όμηρο και τον Ray Charles, έβλεπα αστραπές παντού (σκέτο αστροπελέκι!) και χτες, είπα, δεν πάει άλλο, θα πάω στο γιατρό, να μου επιβεβαιώσει πως δεν έχω τίποτα, να ησυχάσω για δυο τρεις μήνες τουλάχιστον.

Μετά τη δουλειά, λοιπόν, πήρα τηλέφωνο τη γιατρό μου, και με πρόδηλη την αγωνία στην τρεμάμενη φωνή μου, της λέω «έχω πρόβλημα, να έρθω;». Έλα, μου λέει, αλλά δε θα είμαι εδώ για πολύ, ως τις 7.30… Άλλο άγχος! Περνάω από το σπίτι, για να πάρω την κάρτα υγείας (κάτι σαν βιβλιάριο υγείας) και παίρνω τηλέφωνο για ταξί (είναι γνωστό πως δεν οδηγώ, εκ πεποιθήσεως και βαρεμάρας, και το ιατρείο είναι όχι μακριά, αλλά για να φτάσω με συγκοινωνίες, θα έπρεπε να πάρω ένα τραμ κι ένα λεωφορείο και να περιπλανιέμαι για καμιά ώρα, άρα θα την έχανα σίγουρα τη γιατρό). Λοιπόν, όποιος νομίζει πως πρόβλημα μαζικών μέσων μεταφοράς και κίνησης έχει η Αθήνα, πλανάται πλάνην οικτράν! Μια βρυξελλοδοκιμή θα σας πείσει πως η Αθήνα είναι παράδεισος!

Παίρνω τηλέφωνο στο πρώτο ταξί, σε μισή ώρα μου λένε! Μα, είναι επείγον, τους λέω. Ε, δεν έχουμε αυτοκίνητο πιο νωρίς, έχει πολλή κίνηση τέτοια ώρα (εμ, γι’αυτό το θέλω το ταξί, μάνα μου!). Καλά, λέω κι εγώ, θα βρω άλλη λύση. Παίρνω δεύτερο ταξί, σε 45 λεπτά μου λέει! Να χαρώ εξυπηρέτηση, σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα, στην κατάστασή μου δε με έπαιρνε να κάνω αστειάκια… Σας παρακαλώ, του λέω…. και με έβρισε! Αλήθεια: «και τι θέλετε να σας κάνω εγώ; αφού δεν έχουμε αυτοκίνητο (καρδιά μου!)» και άλλα πολλά. Τον έστειλα κι εγώ από κει που’ρθε, βλαστήμησα την αχρηστοσύνη μου που δεν οδηγώ, και τηλεφώνησα σε μια φίλη με αυτοκίνητο να ζητήσω βοήθεια. «Έρχομαι αμέσως!», είπε και να’ναι καλά η κοπέλα.

Για μια απόσταση που κανονικά διανύεται σε 10 λεπτά, κάναμε μισή ώρα, αλλά φτάσαμε ηρωικά στις 7.20 και η γιατρός ήταν ακόμα εκεί! Της εξηγώ το πρόβλημα και μου λέει ότι, έτσι που της τα λέω (η κατά φαντασίαν ασθενής), πρέπει να με δει στο νοσοκομείο, όπου έχουν παραπάνω εξοπλισμό και μηχανήματα, για να είμαστε σίγουροι. Και να πάω αύριο πουρνό, στις 8.30 (σήμερα δηλαδή) να με δει. «Κι αν τυφλωθώ ως αύριο;», το είπα, η αθεόφοβη, αλήθεια! «Ε, άμα δεν τυφλωθηκες εδώ και τρεις μέρες, δεν θα το πάθεις στις επόμενες δώδεκα ώρες!», είπε η γυναίκα και δίκιο είχε. Βρήκα λογικό το επιχείρημα, αλλά δεν καθησυχάστηκα, βέβαια.

Τέλοσπάντων, γύρισα σπίτι, και πέρασα το βράδυ μου, κάνοντας διάφορα πειράματα με φως ή με σκοτάδι να εντοπίσω πόσες αστραπές έβλεπα ανά λεπτό. Η αλήθεια είναι πως δεν είδα καμία, αλλά πρέπει να φαντάστηκα καμιά εκατοστή…

Κοιμήθηκα πάντως, μετά από τόσες αϋπνίες, τόσες μέρες, είχα εξαντληθεί. Και μολονότι έχω μεγάλη δυσκολία με το πρωινό ξύπνημα, 7.20 ήμουν στο πόδι.

Η απόσταση από το σπίτι μου στο νοσοκομείο είναι μετρημένα 20 λεπτά με το μετρό. Υπολόγισα κι άλλα 20, για το περπάτημα ως το μετρό και πιθανές άλλες καθυστερήσεις, και 7.50 ήμουν ήδη έξω από το σπίτι.

Και φτάνω στο μετρό. Και βλέπω μιλούνια τον κόσμο και τον κοσμάκη να βγαίνουν από το σταθμό. Μπαίνω κι εγώ και βλέπω αμέτρητο πλήθος στην αποβάθρα κι ένα συρμό σταματημένο και άδειο. Το φωτεινό πινακάκι που υποτίθεται πως δείχνει σε πόση ώρα έρχεται ο επόμενος συρμός, σβηστό! Προφανώς, για άλλη μια φορά το βρυξελλιώτικο μετρό δεν λειτουργεί… Αλλά έπρεπε να συμβεί αυτό σήμερα;

Αδιέξοδο. Βγαίνω από το σταθμό, βρίζοντας και ορυώμενη, αλλά λύση δεν έβρισκα. Παίρνω τηλέφωνο για ταξί (από το κινητό), διότι ταξί δεν θα έβρισκα αλλιώς, και μου λένε πως θα έρθει σε 20 λεπτά. Ήταν ήδη 8.10, οπότε 20 λεπτά ήταν πολλά, αλλά δεν είχα και άλλη επιλογή. Δέχτηκα και πάνω που έκλεινα το τηλέφωνο, εμφανίζεται, σαν από μηχανής θεός, λεωφορείο που με βόλευε, γιατί πάει σε άλλο σταθμό μετρό που έχει και πιάτσα ταξί απ’έξω. Ορμάω μέσα -και μαζί μου καμιά τριανταριά άλλοι-, ξεκινάμε και επειδή δεν είμαι αναίσθητος άνθρωπος, πέρνω στο ραδιοταξί να ακυρώσω την παραγγελία μου. Και τι μου λένε οι απίστευτοι; «Μα, δεν υπάρχει παραγγελία στο όνομά σας!». Δεν το πιστεύετε, ε; Ούτε κι εγώ το πίστευα, αλλά ήταν γεγονός. Θα καθόμουν να περιμένω στο δρόμο σαν το μαλάκα…

Τέλοσπάντων, να’ναι καλά το λεωφορείο, αλλά πήγαινε το ευλογημένο σαν τη χελώνα στο μύθο του Αισώπου. Μόνο που αυτό θα έβγαινε δεύτερο, σίγουρα. Με τα πολλά έφτασα στο τέρμα του λεωφορείου, πήρα ταξί -βέβαια, ήταν ήδη 8.25, και 8.30 θα έπρεπε να είμαι στο νοσοκομείο-, και φυσικά κολλήσαμε στην άπειρη κίνηση, και, δυστυχώς οι Βέλγοι ταξιτζήδες δεν είναι σαν τα δικά μας τα παληκάρια, που, ναι μεν, θα σε βρίσουν, αλλά και την παρανομία τους θα κάνουν για να φτάσουν πιο γρήγορα, και θα χωθούν στους άλλους και με κόκκινο θα περάσουν… Καμία σχέση.

Έφτασα στο νοσοκομείο στις 9.05. Είχα ειδοποιήσει βέβαια τη γιατρό για την καθυστέρηση, αλλά φυσικά ντρεπόμουν φριχτά, διότι μου έκανε χάρη να με δει χωρίς ραντεβού και η γαϊδούρα είχα αργήσει 35 λεπτά…

Περιττό να σας πω ότι μου έκαναν όλες τις πιθανές εξετάσεις, επί 2 ώρες, με κοιτούσαν 2 γιατροί, με πέρασαν από 5 μηχανήματα, μου έβαλαν 8 ειδών σταγόνες στα μάτια και, εν ολίγοις, μόνο που δεν μου τα έβγαλαν τα μάτια για να τα εξετάσουν -και φυσικά, χαίρω άκρας υγείας… και έπος δεν πρόκειται να γράψω…

Advertisements