Πριν από 8 ή 9 χρόνια -πάει καιρός και δεν θυμάμαι, θα σας γελάσω και δεν το θέλω- ο κολλητός μου φίλος (ο αδερφός που δεν έχω για την ακρίβεια) πήγε για 6 μήνες στη Λυών για erasmus. Ήταν ο πρώτος μας -από μια σειρά πολλών, αλλά τότε δεν το ξέραμε- αποχωρισμός. Αυτοί που ακολούθησαν ήταν πιο μακροχρόνιοι και πιο σπαραξικάρδιοι, με αποκορύφωμα τον τωρινό, που το πάει για μονιμότητα, αλλά τότε δεν το ξέραμε, όπως είπα, και τέλοσπάντων, δεν είναι αυτό το θέμα. Στο τέλος του εξαμήνου και με την ευκαιρία των διακοπών των Χριστουγέννων, πήγα να τον δω -και κυρίως να δω τη Λυών.

Ήταν το δεύτερό μου ταξείδι στο εξωτερικό (το πρώτο ήταν στο Παρισάκι, πριν από δε θυμάμαι πόσα χρόνια, το οποίο είχα μάλιστα κερδίσει με τον ιδρώτα του προσώπου μου, καθώς ήταν η επιβράβευσή μου από τους γονείς που είχα πάρει το Sorbonne II.
Τούτο το δεύτερο ταξείδι όμως, ήταν το πρώτο στο εξωτερικό, που έκανα ολομόναχη! Μεγάλη συγκίνηση! Δεν ήξερα τότε πως λίγα χρόνια μετά θα έπαιρνα αεροπλάνα με τη συχνότητα που τρώω σοκολάτες!
Οι γονείς με αποχαιρέτησαν στο αεροδρόμιο, σαν να έφευγα μετανάστης «στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές». Βροχή έπεφταν τα «να προσέχεις», «να ντύνεσαι καλά, κάνει κρύο εκεί» και τα «φρόνιμα, ε!». Φρόνιμα, εμένα μου λες!!, έλεγα από μέσα μου. Είχα αποχαιρετήσει και το τότε αμόρε, πρώτη φορά μετά από 3 χρόνια αποχωριζόμασταν για τόσο καιρό, μεγάλη τομή σας λέω!

Είχα τράνζιτ πτήση μέσω Παρισιού και το δεύτερο αεροπλάνο ήταν ένα καρυδότσουφλο που κουνιόταν και τρανταζόταν σαν σεισμόπληκτο, χειρότερα κι από τη Δημητρούλα στα νερά του Αιγαίου. Εκεί έκανα και την πρώτη γκάφα του ταξειδιού: ζήτησα από την αεροσυνοδό «γαλλικό καφέ». Μάλιστα. Σαν αμερικανάκι που ζητάει «γαλλικές πατάτες»… Φρίκη, αλλά το προσπέρασα μέσα στην συγκίνηση του ταξειδιού.
Έφτασα τελικά στον προορισμό μου, όπου με υποδέχτηκαν ο κολλητός μου, με δυο φίλους του, την Α. και τον Γ. και με ένα νοικιασμένο Ford Ka, στο οποίο σαν από θαύμα χωρέσαμε 4 άτομα, μια βαλιτσάρα, δύο σάκοι και σακούλες, σκαουλάκια και λοιπά καλούδια που η μαμά του Π. (του κολλητού μου) έστελνε στο στερνοπούλι της (το δέμα του κοσοβάρου πρόσφυγα που λέγαμε).

Το ταξείδι μού έμεινε αξέχαστο -και σε όλους μας άλλωστε- για διάφορους λόγούς. Για μένα ένας από αυτούς ήταν πως έκανα πολλά πράγματα για πρώτη φορά. Μην πάει ο νους σας στο (πολύ) κακό.
Για πρώτη φορά, για παράδειγμα, είδα και συναναστράφηκα Γάλλους αληθινούς, με σάρκα και οστά, στο φυσικό τους περιβάλλον (μέχρι που μας τραπέζωσαν στα σπίτια τους δηλαδή, χωρίς να ξέρουν βέβαια πως δεν είμασταν λιτοδίαιτοι). Για πρώτη φορά, έφαγα fondue και raclette, παραδοσιακά φτιαγμένες σε γαλλόσπιτο.
Επίσης, είδα τους δύο ωραιότερους άντρες που έχω δει ποτέ. Γαλλικά πρότυπα (εμένα μου αρέσουν, δεν ξέρω για σας), τύπου Vincent Perez, και μάλιστα άρτι αφιχθέντες από το σκι, πρασινομάτηδες, καστανοί και ηλιοκαμμένοι! Να γλύφεις τα δάχτυλά σου!

Ο ένας ήταν πολύ καλός φίλος του Π., ο Aurélian, αλλά τον είχε προλάβει άλλη -η οποία μας επιθεωρούσε σαν στρατηγός μην τυχόν και πλησιάσουμε το κελεπούρι, η Α. κι εγώ! Ο δεύτερος ήταν φίλος του.
Ένα ωραίο βραδάκι, τρώγαμε οι τέσσερίς μας μαζί με τον Aurélian και την ακατανόμαστη, σε ωραιότατο εστιατόριο και λέει ο μορφωνιός ότι θα περάσει ένας φίλος του για καφέ (Ο φίλος του, όπως είδαμε εκ των υστέρων). Ούτε το όνομά του δεν θυμάμαι. Ντροπή! Θυμάμαι όμως τα ωραία του μάτια και διάφορα άλλα γαργαλιστικά, αλλά ας μην επεκταθώ.
Την ώρα, λοιπόν του γλυκού, κι ενώ σαβούρωνα απνευστί και χωρίς τύψεις ένα θεϊκό προφιτερόλ, βλέπει ο Aurélian το φίλο του από το παράθυρο και αναφωνεί «Α, νάτος!». Τιναζόμαστε η Α. κι εγώ (καθόμασταν η μια απέναντι στην άλλη), ακολουθούμε το βλέμμα του συνδαιτημόνα μας, καρφώνουμε, καταπίνουμε τη μπουκιά μας, σπρώχνουμε τα πιάτα μακριά μας (
μη φανεί οτί γουρουνιάζουμε κιόλας!), ανοίγουμε τσαντάκι, κοιταζόμαστε κρυφά στο καθρεφτάκι, στρώνουμε το μαλλί, και την ώρα που μπαίνει ο θεός στο μαγαζί, προλαβαίνουμε να ανταλλάξουμε δολοφονικό-ανταγωνιστικό-αλληλέγγυο-γεμάτο κατανόηση και προσμονή βλέμμα. Και όλα αυτά σε dt και εντελώς ταυτόχρονα, όπως ο Χοντρός-Λιγνός (στην περίπτωσή μας όμως ήταν η Χοντρή-Χοντρή…). Περιττό να πω ότι ο θεός δεν καταδέχτηκε να ρίξει ούτε ένα βλέφαρο σε καμία από τις δύο…
Στη συνέχεια της βραδιάς, ήπιαμε και οι δύο όλο το Βόσπορο σε αλκοόλ και την επομένη το πρωί φύγαμε όλη η τετράδα για Παρίσι, όπου θα περνούσαμε τα Χριστούγεννα σαν χαζοτουρίστες.

Πήγαμε λοιπόν, ωραία και καλά στο Παρισάκι, περάσαμε περίκαλα, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι κοιμόμασταν σε ένα hostel, φτηνιάρικο αλλά σχετικά καθαρό και εξαιρετικά πρωτότυπο: στο δωμάτιό μας υπήρχαν 4 κρεββάτια σαν κουκέτες τρένου και ένα μπάνιο, το οποίο περιείχε νιπτήρα και ντους. Κάτι έλειπε, έτσι; Δεν έλειπε μόνο αυτό που φαντάζεστε, το οποίο ήταν εκτός του δωματίου κάπου στον όροφο και το μοιραζόμασταν με κάτι Κινέζους και Ινδούς. Έλειπε και η πόρτα του μπάνιου και η κουρτίνα από τη ντουζιέρα! Το ντους λοιπόν έπαυε να είναι μια προσωπική εμπειρία και υπόθεση, γινόταν ένα κοινό βίωμα όλης της παρέας κι έτσι αναγκαστικά ήρθαμε πολύ κοντά όλοι μας…

Το κλου του ταξειδιού ήταν η επιστροφή. Ξυπνήσαμε αργά, ετοιμαστήκαμε όσο πιο γρήγορα γινόταν και φτάσαμε τρέχοντας στο σταθμό. Πηδήξαμε κυριολεκτικά στο τρένο 20 δευτερόλεπτα πρωτού να ξεκινήσει, χωρίς να ακυρώσουμε τα εισιτήρια στο ειδικό μηχάνημα, όχι από πρόθεση να κλέψουμε, αλήθεια λέω! Η ώρα λοιπόν περνούσε και συνειδητοποιούμε ότι κοντεύαμε να φτάσουμε στη Λυών, χωρίς να έχει περάσει ελεγκτής για να ακυρώσει τα εισιτήρια. Τι έχουμε λοιπόν; Τέσσερα υπέροχα παρθένα και αχρησιμοποίητα εισιτήρια του TGV αξίας εκείνη την εποχή 10 χιλιάδων δραχμών έκαστο. Ποσό ουδόλως ευκαταφρόνητο, αν σκεφτεί κανείς πως οι δικαοπές μας πλησίαζαν στο τέλος τους, ενώ οι οικονομίες μας το είχαν αγγίξει προ πολλού.
Το δαιμόνιο πνεύμα λοιπόν, δηλαδή η γράφουσα, γυρίζει το ωραίο εισιτηριάκι και διαβάζει τις οδηγίες που βρίσκονται πάντα στο πίσω μέρος κάθε εισιτηρίου που σέβεται τον εαυτό του, και τις οποίες κανείς ποτέ δεν μπαίνει στον κόπο να διαβάσει. Και τι διαβάζω; «Σε περίπτωση που ο επιβάτης δεν ταξιδέψει και εφόσον προσέλθει στο ταμείο πριν την προβλεπόμενη ώρα αναχώρησης της αμαξοστοιχίας δικαιούται να εξαργυρώσει το σύνολο του κόστους του εισιτηρίου. Στην περίπτωση που προσέλθει στο ταμείο μετά την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας, του επιστρέφεται το 80%»!!»
«Σκέφτεστε αυτό που σκέφτομαι;», ρωτώ την ομήγυρη, ενώ στο πρόσωπό μου σχηματίζεται το φιλάργυρο χαμόγελο του Σκρουτζ ΜακΝτάκ και τα στα μάτια μου ζωγραφίζονται δολαριάκια… «Δεν είμαστε πλέον άφραγκοι! Ε, ρε, πού θα σας βγάλω απόψε!». Ο Π. -γνωστή κότα- δηλώνει έντιμο και ηθικό στοιχείο και αρνείται να συμβάλει στην απάτη (ενώ δεν έχει κανένα πρόβλημα να συμμετάσχει στα κέρδη βέβαια). Η Α. (άλλη κότα) δικαιολογείται «Εγώ δε μιλάω γαλλικά. Αυτοί δε μιλάνε αγγλικά» (και πού το ξέρεις μωρή;). Ο Γ. ξεσπαθώνει «Ούτε κι εγώ μιλάω γαλλικά, αλλά χέστηκα! Θα πάω και θα μιλήσω αγγλικά και θα απαιτήσω τα λεφτά μου!» (ώπα, σύντροφε, κόψε κάτι! τα κλεψιμαίικα εννοείς!).
Αλλά ανακύπτει το ερώτημα: τα εισιτήρια είναι Παρίσι-Λυών κι εμείς θα πηγαίναμε να τα εξαργυρώσουμε στη Λυών, άρα πώς δεν ταξειδέψαμε;
ΙΔΕΑ: Θα πάμε δύο από τους τέσσερις (έτσι κι αλλιώς οι άλλοι δύο είναι κότες δηλωμένες!) και θα πουν ότι και καλά είμασταν 6, ταξιδέψαμε μόνο δύο και οι άλλοι τέσσερις έχασαν το τρένο, αλλά εμείς είχαμε τα εισιτήριά τους.
Σιγά μην το πιστέψανε, λέτε ε; Ε, λοιπόν, κι εγώ σας λέω ότι την ώρα που η υπάλληλος μας έσταζε κανονικότατα τα 40 χιλιαρικάκια σε γαλλικά φράγκα, ένιωθα σαν τον Σκρουτζ ΜακΝτάκ την ώρα που μετράει τα φλουριά του και και τα βρίσκει περισσότερα από την προηγουμένη!

Advertisements