Η ζωή μου στο Βέλγιο χωρίζεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη αποτελείται από την πρώτη περίοδο παραμονής μου στις Βρυξέλλες και η δεύτερη από την δεύτερη περίοδο παραμονής μου στις Βρυξέλλες (περιμένατε κάτι έξυπνο ε; χα! σας την έσκασα!). Η δεύτερη ξεκίνησε περίπου ενάμιση χρόνο πριν και μάλλον θα κρατήσει αρκετά. Η πρώτη ήταν ακριβώς πριν από τέσερα χρόνια και διήρκεσε 5 μήνες.
Ήρθα εδώ για να κάνω πρακτική άσκηση (stage). Aυτή είναι η επίσημη εκδοχή. Η αληθινή αιτία ήταν ότι επιθυμούσα διακαώς να φύγω από την Ελλάδα, από την Αθήνα και κυρίως από την οικογενειακή εστία. Ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία να κόψω τον ομφάλιο λώρο (25 χρόνια μετά την γέννησή μου), να είμαι ανεξάρτητη, να κάνω ό,τι μου αρέσει… (έτσι νόμιζα δηλαδή). Έκανα λοιπόν την άιτηση για την πρακτική, στην αρχή δε με δέχτηκαν, αλλά μετά άλλαξαν γνώμη (όπως έμαθα μετά, αυτός που είχαν προτιμήσει δεν πήγε τελικά, κι έτσι πήγα εγώ! αποφάγια πήρα δηλαδή). Με ειδοποίησαν στις 19 Φεβρουαρίου και έπρεπε να είμαι εκεί 1η Μαρτίου. Μου τηλεφώνησαν ένα απόγευμα Τρίτης, ήμουν στο μάθημα των ρώσικων (λίγο πριν αρχίσει το μάθημα και εννοείται πως δεν έχω ξαναπαρακολουθήσει μάθημα σε τέτοια «ως ει παρούσα» κατάσταση!) και βέβαια έπαθα σοκ.
Δεν είχα ξαναζήσει ποτέ, όχι στο εξωτερικό, ούτε καν σε άλλη πόλη, μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή και τα προστατευτικά φτερά της μανούλας, δεν είχα ξαναμετακομίσει, ψάξει για σπίτι, προσπαθήσει να προσαρμοστώ, χρειαστεί να νοιαστώ για ψώνια του σούπερ μάρκετ, πληρωμή λογαριασμών και άλλα τέτοια πεζά. Οι μοναδικές φορές που είχα ξαναμπεί σε αεροπλάνο ήταν οι εξής 4: στην πενταήμερη για Ρόδο, δύο φορές που είχα πάει στο Παρίσι και μία που είχα πάει στο Στρασβούργο, πάντα ως τουρίστας.
Είχα 12 μέρες στην διάθεσή μου για να βρω εισιτήριο, να μαζέψω βαλίτσες, να αποχαιρετήσω φίλους και γνωστούς και να φύγω! Και δεν είχα καθόλου χρόνο για να συνηθίσω στην ιδέα και να προετοιμαστώ -ούτε ψυχολογικά, ούτε πρακτικά. Και θα πήγαινα σε μια πόλη από την οποία το μόνο που ήξερα ήταν μια φωτογραφία του Ατόμιουμ στο βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου!

Ανάγκα και οι θεοί πείθονται, όμως. Επιλογή δεν είχα -δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο περίπτωση να χάσω την ιστορική ευκαιρία που μου παρουσιαζόταν, δεν το σκέφτηκα καν! Στις 28 Φεβρουαρίου, λοιπόν «μπήκα σ’ένα αεροπλάνο, πίσω δεν κοιτούσα» και ένιωθα να έχω ψηλώσει 22 πόντους, όχι δύο που λέει το τραγούδι! έφυγα από την Αθήνα φορώντας κοντομάνικο και αφήνοντας πίσω μου έναν ήλιο να! Μετά από 3 ώρες πτήσης, έριξα μια ματιά από το παραθυράκι του αεροπλάνου και είδα όχι πολύ μακριά ένα τεράστιο κατάμαυρο σύννεφο (δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου τέτοιο!). Παρακάλαγα με όλες μου τις δυνάμεις «Αχ, ας μην προσγειωθούμε εκεί! Και βέβαια, ακριβώς εκεί προσγειωθήκαμε! Το αεροπλάνο τρύπησε το μαύρο κι άραχνο σύννεφο και… welcome to Belgium!

Mάλιστα… Ο τρόμος και η απόγνωση που ένιωθα δεν περιγράφονται. Την επόμενη κιόλας μέρα κίνησα προς αναζήτηση σπιτιού. Βγαίνοντας από το μετρό, για να πάω στο πρώτο σπίτι που θα έβλεπα -το οποίο και πήρα, δεν είχα πολλές μέρες στην διάθεσή μου, σε τρεις μέρες θα ξεκινούσε η άσκηση-, θυμάμαι πως ένιωσα σαν μυρμύγκι μπροστά στα τεράστια (και κακάσχημα) κτήρια που αντίκρυσα (μετά έμαθα πως ήταν τα κοινοτικά). Μπήκα σε ένα tabac να αγοράσω τσιγάρα και πρώτο σοκ: οι άνθρωποι δεν μιλούσαν τα γαλλικά που ήξερα (άσε που μερικοί από αυτούς μιλούσαν μιαν άλλη ακατανόητη γλώσσα που μετά έμαθα πως είναι η φλαμανδική έκδοση της ολλανδικής). Δεύτερο σοκ: ήταν η πρώτη μέρα πλήρους απόσυρσης των εθνικών νομισμάτων και αποκλειστικής χρήσης του ευρώ. Μόνο που οι άνθρωποι φυσικά, δεν είχαν ακόμα εξοικειωθεί με το ευρώ και μιλούσαν ακόμα σε βελγικά φράγκα, τα οποία εγώ παντελώς αγνοούσα… Άντε να συνεννοηθεις…

Φτάνω λοιπόν στο σπίτι, ήταν ένα maison de maître αυτά τα κλασικά βέλγικα σπίτια, που σίγουρα έχετε δει σε πίνακες φλαμανδών ζωγράφων και που εκ των υστέρων ανακάλυψα ότι είναι πολύ περιζήτητα. Το κτήριο ήταν του 1919 (κι αυτό αργότερα το έμαθα), δεν πρέπει να είχε ανακαινιστεί μετά τον πόλεμο και η ιδιοκτήτρια έμενε στο ισόγειο και νοίκιαζε τον δεύτερο όροφο. Η διακόσμηση και η επίπλωση του flat ήταν όπως και η ιδιοκτήτρια: με το ένα πόδι στον τάφο. Αλλά επειδή βαριόμουν να ψάχνω και δεν ήθελα να πληρώσω ξενοδοχείο για πάνω από 2 μέρες και επειδή για κάποιο λόγο το συμπαθησα το σπιτακι (είχα δει πρόσφατα και την Amelie και μέσα εκεί ένιωθα κι εγώ σαν γκαρσόνα στην Μονμάρτρη (χωρίς τον Κάσοβιτς και με διαφορετική κουπ, η αλήθεια είναι, αλλά αυτά ήταν λεπτομέρειες) και υπέγραψα επί τόπου!
Εκ των υστέρων, ανακάλυψα επίσης, ότι πάνω από το δικό μου ήταν η σοφίτα, η οποία πρέπει να αποτελούσε μόνιμη κατοικία συμπαθών τρωκτικών, που κάθε βράδυ έκαναν γλέντι εκεί πάνω, αλλά κι αυτό λεπτομέρεια ήταν!
Η υπογραφή του ενοικιαστηρίου έγινε στο σπίτι της κυρούλας, η οποία φυσικά μιλούσε άπταιστα βελγικά και είχαμε πρόβλημα επικοινωνίας, καθώς είχα την ατυχία το ενοίκιο να είναι 397 ευρώ. Πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθείτε; Το πρόβλημα είναι στο ψηφίο των δεκάδων, γιατί το 90 στα γαλλικά λέγεται quatre-vingt-dix (τέσσερις φορές το είκοσι και δέκα!), ενώ στα βέλγικα nonante. Πιο λογικό το βέλγικο, θα μου πείτε. Σωστό, συμφωνώ, αλλά μην το πείτε στους Γάλλους! Με τα πολλά, συνεννοηθήκαμε, αλλά η κυρούλα θίχτηκε (Α, μα εδώ είναι Βέλγιο, δεσποινίς!).
Το άλλο θετικό του σπιτιού ήταν πως η κυρούλα είχε ένα τεράστιο καναδέζικο λυκόσκυλο και 2 γάτους τροφαντούς και δυσκίνητους! Εκεί έμαθα πως στα γαλλικά μιλούν και στους σκύλους στον πληθυντικό! Αυτό που εμείς λέμε «κάτω!» στα σκυλάκια, αυτοί το λένε «couchez!» (ξαπλώστε! -χαλαρώστε, μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια…).

Η άλλη χαριτωμένη εμπειρία ήταν η περιπέτεια της άδειας παραμονής. Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες για το αν, ως πολίτες κρατών της ΕΕ πρέπει ή όχι να πάρουμε άδεια παραμονής. Εγώ, πάλι, επειδή πρώτη φορά ήμουν σε ξένη χώρα και δεν ήξερα, και καλό είναι να τα έχεις καλά με τις αρχές του τόπου, μη με μαζέψουν και σε καμιά επιχείρηση σκούπα, είπα να την βγάλω. Και μου έβγαλαν το λάδι!
Πέρνω τηλέφωνο στην commune (σα να λέμε το Δήμο) και μου λένε πρέπει να έρθετε εδώ. Πάω κι εγώ και μου λένε, «α, μα δεν έχετε ραντεβού;». Ε, δεν είχα! Μου έδωσαν για τις 19 Μαϊου (31 Ιουλίου θα έφευγα, αλλά δε φάνηκε να τους ενοχλεί που για 3 περίπου μήνες θα ήμουν παράνομη!). Στις 19 Μαϊου όμως, εγώ ήμουν εκδρομή στο Παρισάκι. Όταν επέστρεψα, τους ξανατηλεφώνησα και προφασιζόμενη ότι είχα πολλή δουλειά και δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στο σημαντικό ραντεβού μου μαζί τους, ζήτησα άλλο ραντεβού.

-Δεν έχουμε πριν από τις 11 Ιουλίου! Που σημαίνει πως θα έχετε την κάρτα σας αρχές Σεπτεμβρίου.
-Ε, ξέρετε, είμαι στο Βέλγιο από αρχές Μάρτη και 31 Ιουλίου φεύγω!
-…
-Τι θα κάνουμε; Δεν μπορώ να έρθω κατ’εξαίρεση πιο νωρίς;
-Όχι, δυστυχώς! (πού νομίζεις κυρά μου πως είσαι; Στο ελλάντα;). Αλλά δε μου λέτε, σκοπεύετε να προβείτε σε αγορά ακινήτου;
-Ε, stagiaire είμαι! Και να ήθελα…
-Σκοπεύετε να συστήσετε εταιρία; συνέχισε απτόητος ο υπάλληλος!
«Ναι, με τα 695 ευρώ το μήνα που πέρνω, λέω να αγοράσω το παλάτι και να φτιάξω και μια ναυτιλιακή!» σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα γιατί θα μπλοκάριζε ο Βέλγος!
-Ε, δε νομίζω.
-Ε, τότε, δεν χρειάζεστε άδεια παραμονής, κυρία!

Καλά πέρασα στο Βέλγιο! Τόσο καλά που μού’λειψε και 2 χρόνια μετά ξανάρθα!

Advertisements