Ταπηρωκρανίωση στο έπακρο!
Φεύγω από τη δουλειά, επιτέλους στις 5.52. Χαρωπή, που έχει λίγο ήλιο, που είναι ακόμα μέρα, που ήρθε η άνοιξη και που οι Γάλλοι φοιτητές θα νικήσουν, βάζω τα ακουστικά στα αυτιά μου και, ακούγωντας τη Μαλάμω του Κραουνάκη, οδεύω εξίσου χοροπηδηχτά με τη Μαλάμω του τραγουδιού προς το μετρό.
Βγαίνοντας από το μετρό, μπαίνω στο σούπερ μάρκετ (που είναι πάνω στην έξοδο του μετρό και κυριολεκτικά 5 λεπτά από το σπίτι μου) να πάρω προμήθειες για τις αυριανές ολοήμερες εξετάσεις μου (άλλη κουβέντα αυτή). Αγοράζω λοιπόν 2 σοκολάτες, ένα κουτί μπισκότα, 2 κουτιά τσάι και 1 μπουκάλι χυμό και πηγαίνω στο ταμείο.

Παρένθεση. Το σούπερ μάρκετ μας λέγεται GB, αποτελεί τεραστιαίων διαστάσεων αλυσίδα στο Βέλγιο, κάτι σαν το Carrefour στη Γαλλία και, αν έχετε υπόψην το Υπέρ στην Κηφισίας, φανταστείτε ότι είναι ακόμα πιο μεγάλο. Εσχάτως, σε μια προσπάθεια να βγάλουν ακόμα περισσότερα λεφτά, έχουν εγκαινιάσει τα self-caisses, που είναι κάτι σαν ταμεία χωρίς υπάλληλο. Το σύστημα λειτουργεί ως εξής: παίρνεις τα ψώνια σου ένα – ένα, και τα σκανάρεις, ενώ στην οθόνη μπροστά σου εμφανίζεται το όνομα και η τιμή κάθε σκαναρισμένου προϊόντος. Στο τέλος, πατάς ένα κουμπάκι και πληρώνεις με όποιον τρόπο εσύ επιθυμείς (τραπεζική κάρτα, πιστωτική κάρτα, μετρητά και δεν ξέρω πώς αλλιώς -αλοίμονο, άμα είναι να σου τα πάρουν, σου δίνουν ακόμα και τη δυνατότητα να επιλέξεις το πώς! Μάλιστα, το μηχάνημα σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις και ανάληψη, αν θες!). Δίπλα στο σκάνερ και την οθόνη, βρίσκεται ένας κυλιώμενος διάδρομος (σε αυτόν ακουμπάς τα σκαναρισμένα αντικείμενα), στο τέλος του οποίου υπάρχουν σακούλες, για να μαζέψεις τα ψώνια στο τέλος. Επειδή η όλη διαδικασία, φυσικά δεν είναι καθόλου client friendly, έκαναν ολόκληρη καμπάνια, για να την προωθήσουν.
Ως συνεπής αριστερή (και τεμπέλα), δεν επέλεγα την self-caisse, συνήθως, γιατί άμα το κάνουν όλοι αυτό, στο τέλος θα απολυθούν όλοι οι ταμίες -χωρίς φυσικά να κατέβουν οι τιμές των προϊόντων! Κλείνει η παρένθεση.

Αυτή τη φορά, όμως, επειδή ήμουν βιαστική κι επειδή είχε τρελές ουρές στα νορμάλ ταμεία, πήγα στο self-caisse. Καλά να πάθω, για να μάθω να μην είμαι συνεπής στις αρχές μου!

Μπαίνω στη σειρά, ακούγοντας πάντα μουσική (μες τη σύγχυσή μου, ξέχασα τι). Έρχεται η σειρά μου και αρχίζω να σκανάρω τα ψώνια μου, ενώ η προηγούμενη από μένα βάζει τα δικά σε σακούλες, στο τέλος του προαναφερθέντος διαδρόμου.

Αφού πλήρωσα, πήγα να μαζέψω τα πράγματά μου, και διαπιστώνω ότι λείπει το ένα τσάι (αξίας ενός ευρώ και 25 λεπτών). Εννοείται: murphy’s law! Μια φορά που πήγα κι εγώ να το παίξω hi-tech, γκαντεμιάστηκα!
«Τη μ…κισμένη!», μονολογώ, αρκετά δυνατά σε άπταιστα ελληνικα -εννοείται. (άμα δε βρίσεις ελληνικά πώς να το φχαριστηθείς; Σιγά μην έλεγα «la conasse»).

Κλείνω τη μουσική, βγάζω τα ακουστικά, παίρνω τα ωραία μου πραγματάκια και την απόδειξη ανά χείρας, και πάω στον συμπαθητικό βέλγο (τονίζω για τους γνωρίζοντες, για τους μη γνωρίζοντες, ακολουθεί επεξήγηση στο τέλος) υπάλληλο που επιτηρεί την διαδικασία της αυτο-πληρωμής, κι είναι εκεί για να βοηθήσει σε περίπτωση ανάγκης. Φοράω το ωραιότερό μου χαμόγελο, και του λέω ευγενέστατα (η μετάφραση είναι κατά λέξη):
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα, κυρία.
-Ξέρετε, η προηγούμενη κυρία, μαζεύοντας τα πράγματά της, πήρε, κατά λάθος υποθέτω, ένα από τα δικά μου. Ορίστε η απόδειξη, ορίστε και τα ψώνια μου.
-Μμμμ… (παύση. Κοκκινίζει, ξεφυσάει -όλοι οι βέλγοι κοκκινίζουν και ξεφυσάνε, όταν αντιμετωπίζουν περίπλοκες υποθέσεις). Ελάτε μαζί μου, παρακαλώ.
Τον ακολουθώ πειθήνια, χαμογελώντας πάντα (και σκεπτόμενη «σιχαμένοι καπιταλιστές, τώρα θα δείτε! θα μου το πληρώσετε…το τσάι μου!), και φτάνουμε σε παρακείμενο πάγκο, όπου με παραδίδει σε χαμογελαστή, κοκκινομάγουλη κυρία (προφανώς προϊσταμένη του), στην οποία επαναλαμβάνει πιστά όσα του είπα.
Μόλις βάζει τελεία ο τύπος, η κυρία χάνει το χαμόγελο, κοκκινίζει ακόμα περισσότερο, με κοιτάει, την κοιτάω, κοιτάει τον τύπο, πάλι εμένα και τότε ο τύπος της λέει (θριαμβευτικά, μου φάνηκε): «Συγγνώμη με έχει καλέσει η Rosalie» και εξαφανίζεται.
Κοιτάω επίμονα την κυρία, η οποία μου λέει:
-Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά σας;
Κόκκαλο εγώ… Μα, καλά τι έλεγε ο τύπος τόση ώρα; Δε χάνω το θάρρος μου και τη ρωτάω με απεριόριστη αθωότητα:
-Δεν καταλαβαίνετε γαλλικά;
-Μα και βέβαια!
«Είναι σίγουρα βελγίδα» σκέφτομαι. «Πάμε άλλη μια φορά».
-Ξέρετε, η προηγούμενη κυρία…
-Ναι, το άκουσα, με κόβει, αλλά τι θέλετε;
-…
-Ξέρετε, δεν ξέρω να κάνω τίποτα. (Στα βέλγικα, στη θέση του ρήματος «μπορώ» χρησιμοποιούν το ρήμα «ξέρω«. Αντιλαμβάνεστε τις παρεξηγήσεις που γίνονται, όταν κάποιος ξέρει καλά γαλλικά μεν, όχι βέλγικα δε).
-Μα, λέω έκπληκτη, κοιτάξτε και στη σακούλα μου και στην τσάντα μου! Δεν το έχω, αλλά το έχω πληρώσει!
-Μα, σας πιστεύω (αλοίμονο αν δε με πίστευες, ηλίθια!), αλλά δυστυχώς, δεν ξέρουμε να κάνουμε τίποτα! Όπως κι αν είστε στο κανονικό ταμείο και ξεχάσετε μια σακούλα και κάποιος άλλος την πάρει κατά λάθος, πάλι δεν ξέρουμε να σας αποζημιώσουμε… Λυπ..
-Συγγνώμη, την διακόπτω, εννοείτε ότι θα φύγω έχοντας πληρώσει κάτι που δεν έχω αγοράσει;
-Λυπάμαι…
-Μα, και μόνο από καλή θέληση, για την καλή σας φήμη (geste commercial γαλλιστί), θα μπορούσατε να μου δώσετε ένα άλλο! Δεν είναι για το ένα ευρώ, όπως καταλαβαίνετε…
-Μα, βέβαια, καταλαβαίνω, δυστυχώς όμως δεν γίνεται…
-Καλώς, θα ήθελα να δω κάποιον ανώτερό σας, παρακαλώ…
«Όχι, που θα σας αφήσω, άθλιοι! Άμα ξαναπατήσω εγώ εδώ μέσα, να με φτύσετε…» σκέφτομαι, ενώ η κοκκινομάγουλη πάει να φωνάξει τον supérieur.
Φτάνει, λοιπόν, ένας γραβατωμένος, με μεταλλικό σκελετό γυαλιών, τυπικός γιάπης, που υποθέτω πως είναι υπεύθυνος ταμείων, αλλά την έχει δει σούπερ μάνατζερ.
-Καλημέρα σας.
-Καλήμέρα σας. Δεν ξέρω, σας εξήγησε η συνάδελφός σας τι συμβαίνει; (μην τα ξαναλέω και συγχίζομαι!).
-Ναι, ναι, αλλά δυστυχώς δεν ξέρουμε να σας βοηθήσουμε…
«Κι άλλος ανήξερος» σκέφτομαι, αρχίζοντας να αγγίζω τα όριά μου…
-Ναι, αλλά εσείς τι θα κάνατε στην θέση μου; Θα δεχόσασταν να πληρώσετε κάτι που δεν αγοράσατε;
Εκεί μου αραδιάζει κάτι μανατζερίστικα περί πολιτικής του καταστήματος, και δυστυχώς δεν εξαρτάται από μένα και λυπάμαι πολύ, και τα σχετικά…

Μάζεψα, λοιπόν, κι εγώ όσα ψίχουλα αξιοπρέπειας μου απέμεναν, και με την αυτοπεποίθηση στο μείον 10 και τα νεύρα στο κόκκινο, πήρα το δρόμο της επιστροφής…
Ούτε μουσικές, ούτε άνοιξη, ούτε τίποτα. Και τα πέντε λεπτά που έκανα, μέχρι να φτάσω σπίτι, έβριζα, έβριζα, έβριζα. Όχι για το ένα ευρώ, ούτε καν για το χουνέρι που έπαθα. Κυρίως, επειδή θα ξαναπάω στο σιχαμένο το GB, επειδή είναι στα 5 λεπτά από το σπίτι μου και σίγουρα θα βαρεθώ να πάω στο Delhaize, που απέχει 10 λεπτά. Πάντως, στο απαίσιο το self-caisse δεν ξαναπάω!

Επεξήγηση: Οι Βέλγοι είναι ένας συμπαθέστατος λαός, ευγενικοί, καλοί και χαριτωμένοι, αλλά ας πούμε πως έχουν μια πολύ δική τους λογική και εκεί που όλος ο πλανήτης καταλαβαίνει άλφα, αυτοί καταλαβαίνουν ύψιλον… Επίσης, έχουν συνήθως μια μυστήρια τάση να κάνουν τα απλά περίπλοκα, μα πολύ περίπλοκα όμως!

Advertisements