Όταν ήμουν παιδί σιχαινόμουν το Πάσχα. Ήταν συνδεδεμένο με πολλούς καταναγκασμούς στους οποίους καμία όρεξη δεν είχα να υποκύψω. Έπρεπε να φορέσω ρούχα που δεν μου άρεσαν, να μεταλάβω, να νηστέψω (ενώ το σπίτι ήταν γεμάτο με τσουρέκια και λαμπροκούλουρα) -και, το χειρότερο, να υπομείνω μια ολόκληρη Κυριακή με βάρβαρες σούβλες -που μου θύμιζαν τον Αθανάσιο Διάκο-, κλαρίνα και συγγενείς εξ αγχιστείας τους οποίους έβλεπα μια φορά τον χρόνο και με αγκάλιαζαν με λιγδιασμένα χέρια. Το κακό σε όλα αυτά ήταν κυρίως ότι “έπρεπε”.

Επίσης, δεν μου άρεσαν τα βαμμένα αυγά, γιατί ήταν πάντα σφιχτά και μύριζαν χημική μπογιά, ενώ εγώ τα προτιμούσα μελάτα ή τηγανητά με ψωμάκι βουτηγμένο στον κρόκο. Καθώς οι διατροφικές μου επιλογές είναι εξαιρετικά περιορισμένες, προφανώς σιχαίνομαι τα συκωτάκια και τα εντόσθια -οπότε ακόμα και το τέλος της νηστείας δεν το περίμενα με ιδιαίτερη ανυπομονησία -εκτός από τα κουλουράκια.

Ακόμα, μισούσα τα βαρελότα. Έβρισκα ότι όλη αυτή η πολεμική ατμόσφαιρα ήταν εντελώς αντιφατική με το υποτιθέμενο πνεύμα αγάπης, κατάνυξης και χαράς. Τα είκοσι λεπτά που περνούσαμε μπροστά στην εκκλησία μέχρι να ακούσουμε το “Χριστός Ανέστη”, να φιληθούμε και να φύγουμε, ήταν μαρτυρικά.

Πάνω από όλα, όμως, δεν χωρούσε στο μυαλό μου η αντίφαση της απέραντης θλίψης και μαυρίλας με την οργιώδη ανοιξιάτικη χαρά των ανθισμένων δέντρων, του ήλιου και των πουλιών που κελαηδούσαν χαρούμενα μες στην ζεστή μέρα. Την στιγμή που όλη η φύση είναι μες στην καλή χαρά, γιατί εμείς έπρεπε να θρηνούμε την εβδομάδα των Παθών; Και, όταν επιτέλους αυτή τελείωνε αναστάσιμα, γιατί εμείς έπρεπε να βρισκόμαστε εν μέσω καπνών από μπαρούτι και πολεμικών ιαχών;

Το Πάσχα ήταν η χειρότερη γιορτή και οι πιο αντιπαθητικές διακοπές -και όλη αυτή η μιζέρια ίσα που αντισταθμιζόταν από τα δώρα, τα καινούρια παπούτσια και την λαμπάδα -που και αυτά έπρεπε να τα καμαρώνω κρυφά, χωρίς να τα χαίρομαι επί μία μαρτυρική και νηστευτική εβδομάδα.

Μεγαλώνοντας, συνέχιζα να αντιπαθώ το Πάσχα, αλλά κατόρθωσα τουλάχιστον να αποφεύγω αρκετά από τα αντιπαθητικά και καταναγκαστικά έθιμα. Πάτησα πόδι για την μετάληψη και υποχωρούσα μόνο για τη νηστεία της Μεγάλης Παρασκευής.

Σιγά σιγά, άρχισα να εκτιμώ την Μεγάλη Παρασκευή, ιδιαίτερα από την στιγμή που έμαθα αρχαία και το κείμενο δεν ήταν πια ακαταλαβίστικο. Οι μελωδίες ηχούσαν όμορφα στα αυτιά μου, κι ας ήταν λυπητερές. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ κυρίως λυπητερή μουσική άκουγα. Παρέμενε βέβαια το μαρτύριο της μπαρουτοκαπνισμένης Ανάστασης, αλλά τουλάχιστον πλέον ένιωθα μια σχετική συγκίνηση στο άκουσμα του “θανάτω θάνατον πατήσας”.

Την πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να διαβάσω τα Εγκώμια σε τυπωμένο χαρτί και να αφιερώσω λίγο χρόνο να σκεφτώ τι ακριβώς λένε, βίωσα κάτι σαν αποκάλυψη. Τα Εγκώμια είναι ένα από τα ωραιότερα κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ. Στα μάτια μου το θρησκευτικό στοιχείο παραμεριζόταν, έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, γιατί στο προσκήνιο έρχονταν οι αναγωγές προς τις προχριστιανικές παραδόσεις και τους αρχαίους μύθους (η νεκρανάσταση της Περσεφόνης, η χαρά από την αφύπνιση της φύσης), και κυρίως το πανέμορφο κείμενο και το βαθύτερο νόημα. Η ουσία δεν ήταν πια, για μένα, το δράμα του Θεανθρώπου. Η ουσία ήταν η αναφορά σε νοήματα πανανθρώπινα, που ξεφεύγουν από τα στενά θρησκευτικά πλαίσια: η προδοσία, η αμφισβήτηση του πατέρα/Θεού, η πικρία, η ανθρώπινη διάσταση και τα συναισθήματα, το δράμα της μητέρας που βιώνει την θανάτωση του παιδιού της με έναν τόσο φριχτό τρόπο. Τα Εγκώμια έμοιαζαν σχεδόν… αιρετικά! Είχα πλέον ένα σημαντικό κίνητρο να εντριφύσω λίγο περισσότερο στο θέμα, κι έτσι ανακάλυψα το Τροπάριο της Κασσιανής και την Ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης. Συνέλαβα τον εαυτό μου να αδημονεί για την περιφορά του Επιταφίου.

Φέτος, είναι η δεύτερη φορά που κάνω Πάσχα εκτός Ελλάδας -και η πρώτη χωρίς την οικογένεια. Φέτος, λοιπόν, το Πάσχα μου λείπει. Η Μεγάλη Παρασκευή δεν είχε και τόση μεγαλοσύνη -και ήταν ηλιόλουστη. Ο Επιτάφιος, ίσα που βγήκε από την εκκλησία, έφτασε ως την γωνιά του δρόμου και μαζεύτηκε πάλι πίσω. Η Ανάσταση πάλι ήταν χωρίς ατμόσφαιρα μεν -αλλά και χωρίς βεγγαλικά δε. Και η σημερινή μέρα θα είναι -ευτυχώς- τουλάχιστον χωρίς σούβλες.

Φέτος, το Πάσχα μου έλειψε -και σχεδόν δεν το πιστεύω…

Χρόνια Πολλά -και του χρόνου σπίτια μας!