Το πρόβλημα, κύριε Μπόλαρη (που αν θυμάμαι καλά, ήσασταν και υποψήφιος Περιφερειάρχης στη Θεσσαλονίκη, αλλά χάσατε από το Νομάρχη της καρδιάς τους. Τώρα γίνατε Υφυπουργός Υγείας, μπράβο, και εις ανώτερα), το πρόβλημα που λέτε, κύριε Υφυπουργέ μου, είναι όντως μεγάλο. Μόνο που δε λύνεται με υπνωτήρια και συσσίτια. Μια λύση θα ήταν να αποφάσιζε η “κυβέρνησή” σας να εκδίδει βιβλιάριο απορίας στους ανθρώπους που κοιμούνται στο δρόμο de facto, εφόσον κοιμούνται στο δρόμο, άσχετα με το αν τους λείπουν μερικά ένσημα. Που ξέρετε δα, γιατί τους λείπουν τα ένσημα, έτσι δεν είναι; Μάλλον επειδή, όσο ήταν “απασχολούμενοι”, ο μισθός τους ήταν χαρτζηλίκι και προφανώς προτιμούσαν να δουλεύουν μαύρα. Μια άλλη λύση, κύριε Υφυπουργέ μου, θα ήταν η “κυβέρνησή” σας να μην άφηνε σε έλευθερη πτώση τον αριθμό των θέσεων εργασίας και να μην πετσόκοβε τους μισθούς. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον που προτείνετε εσείς ως λύση την δημιουργία θέσεων εργασίας. Ζητάτε δλδ να τις δημιουργήσει ποιος; Ο Μεγαλοδύναμος ας πούμε; Το μαγικό ραβδί του Μάγου του Οζ; Οι εξωγήινοι; Υφυπουργός είστε, τι σκατά κάνει η “κυβέρνησή” σας για το θέμα;
Μια τρίτη πιθανή λύση, ακόμα, θα ήταν η “κυβέρνησή” σας να έδινε λιγότερα λεφτά στις τράπεζες και περισσότερα στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Πιθανά δε, οι άνθρωποι αυτοί να μην βρισκόντουσαν τώρα στο δρόμο, αν το κόμμα σας δεν είχε τζογάρει τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων στη ρουλέτα των δομημένων (έτσι δεν τα λέγανε;). Λέω’γω τώρα.
Βασικά, το πρόβλημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, κύριε Πρωτοσύγκελέ μου, αν ο φορέας, τον οποίο εκπροσωπείτε φορολογούνταν κανονικά, αν όλες οι μεγαλο-επιχειρήσεις σαν και τη δική σας, φορολογούνταν με δίκαιο τρόπο. Μια άλλη πιθανότητα θα ήταν το μαγαζί σας να προσέφερε μερικά από τα ακίνητά του, για να στεγαστούν αυτοί οι άνθρωποι. Αν τους μισθούς των υπαλλήλων της επιχείρησής σας, δεν τους επωμιζόταν ο έλληνας φορολογούμενος, αλλά ο εργοδότης τους, δλδ το μαγαζί σας. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι άνθρωποι αυτοί πιθανά θα είχαν εργασία και σπίτι, και άρα δεν θα χρειαζόντουσαν ψυχολογική υποστήριξη. Γιατί, got news for you, τα ψυχολογικά τους προβλήματα μάλλον οφείλονται στην ανεργία και στο γεγονός ότι δεν έχουν, κυριολεκτικά, πού την κεφαλήν κλίναι. Ξανα-λέω’γω τώρα.
Αλλά, εκτός από αδιάβαστοι, είστε και ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Να δούμε πότε θα πάτε αδιάβαστοι, βέβαια, κι εσείς και όλος ο συρφετός του οποίου τα συμφέροντα, στην πραγματικότητα υπηρετείτε.
Μου είχες πει πως θα ‘ρθει κάποια μέρα που ό,τι αντικρίζω θα το ερωτεύομαι τώρα αρχίζω και θυμάμαι
Καθώς η κρίση βαθαίνει και μεγεθύνεται, πληθαίνουν οι φωνές που διαμαρτύρονται εύσχημα, γράφονται ολοένα και περισσότερα αξιόλογα κείμενα, οξύνεται η διαλεκτική ενάργεια πολλών. Διαβάζω κι εγώ λοιπόν ένα σωρό αξιόλογα πράγματα, πελαγοδρομώντας. Λένε πως σε περιόδους μεταβατικές και κρίσιμες, σαν και τούτη που ζούμε, η πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή ανεβαίνει σε ποσότητα και ποιότητα. Λένε πως η δημιουργικότητα αυξάνεται με ρυθμό ανάλογο προς εκείνο της αύξησης των προβλημάτων και των αδιεξόδων.
Η γκρινιάρα πλευρά του εαυτού μου δεν μπορεί να αποφύγει ένα κακιασμένο και ενδεχομένως ρητορικό ερώτημα. Πόσοι από όλους τους ανθρώπους δεν θα αλλάξουν ρότα, όταν η διέξοδος προκύψει; Πόσοι και ποιοι θα μετεξελιχθούν σε δημόσια πρόσωπα, όταν τα πράγματα αλλάξουν; Πόσοι και ποιοι θα εξαργυρώσουν την δημιουργική παραγωγή της όμορφης πέννας τους και πιθανά τα δακρυγόνα που θα έχουν εισπνεύσει;
Κακία και γκρίνια. Φταίει ίσως το αδιέξοδο που προκύπτει από αυτό που θεωρώ δυσανάλογο λόγο (με τη μαθηματική έννοια της λέξης) λόγων (με τη φιλολογική έννοια) και πράξεων (με την κυριολεκτική έννοια). Δυο χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, μισό και κάτι χρόνο μετά την έναρξη των διαφόρων κινημάτων αγανακτισμένων καταληψιών και σκηνιτών, μοιάζει κάπως η κατάσταση σαν αγώνας δρόμου μεταξύ των αισώπειων λαγού και χελώνας. Η κυρίαρχη αντίληψη και πολιτική στο ρόλο του λαγού, το 99% στο ρόλο της χελώνας. Ένα σωρό απόψεις, κρίσεις και ρητορικές διατυπώνονται, ένα σωρό καταλήψεις ξεφυτρώνουν, ένα σωρό μέτρα ανακοινώνονται, η παραζάλη δεν κάνει διάλειμμα και το αποπροσανατολισμένο πλήθος παλεύει για την επιβίωση.
Στην Αθήνα, οι άστεγοι αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Στο Δουβλίνο, κατειλημμένος παραμένει ο προαύλιος χώρος μιας μεγάλης τράπεζας. Στη Λήδρας, ο προβοκατόρικα διαιρεμένος λαός (ή έστω το πιο φέρελπες μέρος του) ζωντανεύει τη νεκρή ζώνη σε πείσμα των αρχών και των δυο τόπων. Την ίδια ώρα ο Αρχιεπίσκοπος στέκεται στο πλάι του “νόμιμου και ηθικού” ηγούμενου, οι Αθηναίοι αγανακτισμένοι ξαναμαζεύονται δειλά, νέα μέτρα ανακοινώνονται, τα γεγονότα τρέχουν με ταχύτητα φωτός και δεν προλαβαίνεις καν να ενημερωθείς, πολλώ δε μάλλον να δράσεις. Η επιβίωση όπως πάντα αγώνας δρόμου.
Επανερχόμενη στο αρχικό ρητορικό και χολωμένο ερώτημά μου, αρνούμαι να ενσωματώσω τη ματαιότητα. Όχι όσο γνωρίζω πως υπάρχουν πλάι μου τέτοιοι άνθρωποι: “πλάι μου” όσα χιλιόμετρα κι αν μας χωρίζουν. Γιατί πλέον ο κόσμος είναι όντως ένα μικρό χωριό. Και γιατί τα περάσματα στενεύουν και οι επιλογές γίνονται δίπολα. Ακόμα κι όταν κάποιες συζητήσεις φαντάζουν περιττές ή χτυπάνε σε τοίχο, η δημοκρατία παραμένει το ζητούμενο. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης περιπέτειας, γεμάτα πάλη, βία και λίγες ανακωχές, απλά δεν διαγράφονται, επειδή διαφωνούμε στο περιεχόμενο που δίνουμε στις λέξεις. Οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες, η ουδετερότητα δεν ταιριάζει καν στις νεκρές ζώνες.
Οι νεκρές ζώνες, τα λουκετωμένα μαγαζιά, τα εγκαταλελειμμένα σπίτια ζωντανεύουν, τη στιγμή που κάποιος κολλάει πάνω τους μιαν αφίσσα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που κουβεντιάζουν για δημοκρατία και οραματίζονται αλλαγές, πριν καν πιουν τον πρωινό τους καφέ (ξέρεις εσύ), ο κόσμος θα διατηρεί παλλόμενο το δυναμικό της βελτίωσης. Οι πράξεις περιμένουν να νοηματοδοτηθούν, κι αν τούτη την ώρα μοιάζουμε μαγκωμένοι και διστακτικοί, αφού επιμένουμε να φλερτάρουμε με τη διαλεκτική, η ανάφλεξη είναι απλά θέμα χρόνου.
Η αισιοδοξία είναι πράξη επαναστατική, η εμπιστοσύνη στην ομορφιά είναι αναγκαιότητα.
Είναι η όγδοη φορά, έχω πλέον την τεχνογνωσία, αλλά έχω συλλέξει και την Άρτα με τα Γιάννενα μέσα στην τελευταία δεκαετία και παίρνει χρόνο, έχει κούραση και μπόλικο άγχος. Στοιβάζοντας το παρελθόν μέσα σε κασόνια, χαρτόκουτα, βαλίτσες και σακούλες ΙΚΕΑ, δεν είναι η σωματική κούραση που με αδειάζει. Όχι μόνο. Δεν είναι ούτε η αλλαγή διεύθυνσης που πρέπει να δηλωθεί, οι συνδέσεις των αναγκαίων πολυτελειών του πολιτισμού μας που πρέπει να γίνουν, το ξεφύλλισμα του καταλόγου του ΙΚΕΑ και η έρευνα στα επιπλάδικα. Κι αυτά είναι, θέλω να τελειώνω επιτέλους.
Θέλω να τελειώνω επιτέλους με το παρελθόν. Να το αρχειοθετήσω, να κολλήσω ετικέτες στα ντοσιέ και να το παραχώσω στην αποθήκη. Τέλος. Αλλαγή κεφαλαίου. Εδώ στου δρόμου τα μισά, έφτασ’ η ώρα να σ’το πω, αποσυνδέω τα βαρίδια και λέω να πετάξω σαν το αερόστατο που μόλις κρέμασα στο φωτιστικό του υπνοδωματίου. Τι θέλει το αερόστατο για να πετάξει: λίγο ήλιο. Ήλιο θα βάλω κι εγώ στο καθιστικό μου, ήλιος να μπαίνει από τα παράθυρα του πέμπτου πλέον, ήλιος να φωτίζει τις κόκκινες στέγες που βλέπω από το παράθυρο της κουζίνας. Είναι αστείο, η μπροστινή πλευρά του σπιτιού κοιτάζει προς το παρελθόν, μ’ένα τρόπο.
Μπαίνοντας χτες στο άδειο σπίτι, το στομάχι μου βούλιαξε, βούλιαξε, βούλιαξε μέσα σε ένα “και τώρα;”. Και τώρα τέλειωσαν τα ψέματα, εδώ είσαι, σκάσε και κολύμπα. Σπρώξε τις κούτες, κουβάλα τις βαλίτσες και χμ, βάλε τη ρακή στην κατάψυξη να πιουν οι φίλοι που κουβάλησαν. Σήμερα ήταν λιγότερο άδειο, κάθε μέρα θα γεμίζει και περισσότερο, καθώς οι κούτες θα αδειάζουν, καθώς θα μπαινοβγαίνεις στα δωμάτια και στο σπίτι, θα φεύγεις το πρωί για τη δουλειά και θα γυρίζεις το βράδυ. Θα γεμίζει με στιγμές, γεγονότα, πράξεις και κυρίως επιλογές.
Αν κάτι έμαθα ως τώρα είναι πως το “για πάντα” δεν υπάρχει. Η ζωή έχει χιούμορ και φαντασία. Εκεί που δεν το περιμένεις, τα αναποδογυρίζει όλα και εσύ ξαναφτιάχνεις κούτες, φορτώνεσαι το σπίτι σου σαν τη χελώνα και πας γι’άλλα. Στην τελική, πόσα χρόνια ζούμε; Λίγα, πολύ λίγα για να χωρέσουν γκρίνιες, μιζέριες, φόβοι και παρεξηγήσεις.
Αν κάτι έμαθα τις τελευταίες πέντε μέρες είναι πως όσο αξίζουν οι αγαπημένοι φίλοι, δεν αξίζει τίποτα, τίποτα, Τ.Ι.Π.Ο.Τ.Α. σου λέω. Οι κούτες έγιναν πούπουλα, μόλις έσκασε η πρώτη πλακίτσα, το φόρτωμα έγινε χαβαλές και δεν πειράζει που οι τοίχοι είναι άδειοι και οι καρέκλες δεν φτάνουν. Δεν αντιπαλεύω τίποτα και κανέναν πλέον, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, ρακή σε κούπες του καφέ -σε άλλη κούτα ήταν τα ρακοπότηρα, δε γαμεί, σάμπως θ’αλλάξει η γεύση της ή μήπως θα γελάσουμε λιγότερο;
Ωραία είναι τώρα που είμαστε όλοι εδώ, αύριο όμως θα είμαι μόνον εγώ και, ντάξει, δυσκολάκι. Αλλά και πάλι, οι στέγες έξω από το παράθυρο θα παραμένουν κόκκινες, τα βιβλία θα μπουν στα ράφια τους και, να δεις που θα μάθω επιτέλους και να μαγειρεύω, μόνο και μόνο για να γεμίζει το σπίτι με γέλια και ρακοποσίες.
Ποτέ μην πεις ποτέ. Να ρωτάς μονάχα πότε. Όλα, ό.λ.α. είναι πιθανό να συμβούν, φτάνει να τα σκεφτείς, ή μάλλον ειδικά αν δεν τα σκεφτείς. Ξέρω κάποιον που πήρε το δρόμο της επιστροφής, χαλάστηκε μα γνώμη δεν άλλαξε. Ξέρω και κάποιον που πήρε το δρόμο του φευγιού και τα βρήκε δύσκολα αλλά χαμογελάει ακόμα. Και κάνει σχέδια. Αυτό είναι το σημαντικό, τα σχέδια. Ξέρεις, ας πούμε, στο τέλος του μήνα μπορεί και να γιορτάσω τα γενέθλιά μου κάπου στη Μέση Ανατολή. Δεν το αποφάσισα ακόμα, δεν ξέρω αν μου φτάνουν τα φράγκα, σκασίλα μου κιόλας, θα φτάσουν, δεν χάνω τέτοια ευκαιρία, κι άλλωστε η ουσία είναι να φτάνει ο χρόνος. Η ουσία είναι να βλέπεις τις στιγμές σου και τα απροσδόκητα που αυτές φέρνουν σαν δώρα, να ζεις την ομορφιά, να κοιτάς τις κόκκινες στέγες και να σκέφτεσαι “τι καλά που είναι κόκκινες”, να ανοίγεις το παράθυρο να μπει ο ήλιος, να μη λες όχι, να μη λες φοβάμαι, να πηγαίνεις απλά εκεί που είναι να πας. Γιατί απλά δεν γίνεται αλλιώς και, άκου με, είναι ωραία που δεν γίνεται αλλιώς.
Ναι, ξέρω, ο κόσμος έχει φτάσει στο μη περαιτέρω, κάπου στην Αφρική σκοτώνουν κόσμο επειδή ανέβηκε η τιμή του πετρελαίου, στην Αθήνα η ανεργία κάνει πάρτυ και η πείνα είναι ante portas, μου είπαν για παιδιά που δεν πάνε στις σχολικές εκδρομές γιατί δεν φτάνουν τα φράγκα, ναι, θυμώνω, θυμώνω, εξοργίζομαι κιόλας. Όμως, δεν μπορώ να μη στο πω, θα σκάσω αν δεν στο πω: η καινούρια χρονιά μου έχει χαρίσει ήδη δύο δώρα. Θέλω να κόψω τα δυο μου δώρα κομματάκια και να στείλω στην Αφρική, στις οικογένειες των σκοτωμένων, να στείλω και στην Αθήνα, στους πεινασμένους.
Αγάπη να υπάρχει, σου λέω. Αγάπη, νοιάξιμο και συντροφικότητα. Όλα τα άλλα είναι μικρά.
Μαρούσι: ανεβαίνω βιαστικά τις σκάλες προς την αποβάθρα του ηλεκτρικού. Ένα πιτσιρίκι στέκεται στην αριστερή πλευρά της κυλιόμενης, μπλοκάροντάς την. Εκνευρίζομαι: πάντα εκνευρίζομαι με αυτούς που μπλοκάρουν την αριστερή πλευρά της κυλιόμενης, εμποδίζοντας (εμάς) τους βιαστικούς να ανέβουμε. Ειδικά όταν ακούω το τρένο να έρχεται (και έχω -κλασικά- αργήσει). Σπρώχνω το πιτσιρίκι, μασώντας μια εκνευρισμένη συγγνώμη μέσα από τα δόντια μου. Προλαβαίνω το συρμό στο τσακ.
Ειρήνη: ανέκαθεν μου προκαλούσε θυμηδία ο πασιφιστικά ονοματισμένος σταθμός. Ειρήνη μες τις ερημιές της πιο χάλια πλευράς του δήμου. Το καλοκαίρι είχα δώσει ραντεβού με μια φίλη στην Ειρήνη, να βρεθούμε εκεί, να με μαζέψει με το αυτοκίνητο για να βγούμε. Θυμάμαι πως στεκόμουν στη στάση του λεωφορείου -κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, είχα φτάσει νωρίτερα- και χάζευα το ηλιοβασίλεμα ανάμεσα στους σκελετούς του Καλατράβα. Σκεφτόμουν πόση ανασφάλεια μου προκαλούσε αυτή η ερημιά δίπλα στη ΣΕΛΕΤΕ και το ΟΑΚΑ: χωράφια που ζωντανεύουν μόνο όταν παίζει ο Ολυμπιακός ή η ΑΕΚ.
Ειρήνη: οι πόρτες ανοίγουν και μπαίνει ακριβώς το σπρωγμένο πιτσιρίκι της προ-προηγούμενης στάσης. Παίζει μπαγλαμά, παίζει πολύ ωραία και τραγουδάει την Πριγκιπέσσα. Δεν έχει ωραία φωνή, δεν είναι στρωτή, ούτε σωστή. Αλλά τραγουδάει με σοβαρότητα, σα να νιώθει ευθύνη που “απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας”. Αναρωτιέμαι αν νιώθει τους στίχους, αν καταλαβαίνει τι θέλει να πει ο ποιητής. Το κεφάλι μου γεμίζει φιλοσοφικά ερωτήματα, καθώς του δίνω πενήντα απολογητικά λεπτά, πενήντα λεπτά γεμάτα συγγνώμες και ενοχές.
Ξανασκύβω στο βιβλίο μου.
Νέα Ιωνία: μπαίνει ο “μπορεί και να με θυμάστε, από την εκπομπή του Σταρ τάδε, το παιδί μου είναι τυφλό, πάσχω από επιληψία”. Δεν σηκώνω καν τα μάτια από το βιβλίο μου, έχω ξενερώσει τη ζωή μου και μόνο στο άκουσμα της λέξης “Σταρ”. Τι με έκανε να δώσω πενήντα λεπτά στο πιτσιρίκι, αλλά να απαξιώ ακόμα και να κοιτάξω τον επιληπτικό του Σταρ; Χωράνε φιλοσοφικά ερωτήματα, διακρίσεις, πνεύμα και ελιτισμός, όταν μιλάμε για χαμένες ανθρώπινες ζωές; Έχει σημασία αν όντως το παιδί του είναι τυφλό, κι αν πάσχει από επιληψία; Έχει, μάλλον. Η φτώχεια και η πείνα δεν ξεχωρίζουν αν τραγουδάς την Πριγκιπέσσα ή αν δηλώνεις πάσχων από ανίατη ασθένεια, η οποία πιθανά και να ανέβασε τις θεαματικότητες μιας εμπορευόμενης πόνο και μιζέρια εκπομπής. Δικαιολογούμαι πως δεν έχω άλλα ψιλά. Αν είχα, θα είχα βρει άλλη δικαιολογία, για να παραβλέψω τον ελιτισμό μου.
Μέχρι την Αττική, στο τρένο μπαινοβγαίνει η δυστυχία, οι αρρώστιες, τα “τρίγωνα-κάλαντα” σε ακορντεόν λα μινόρε και τα 2 πακέτα χαρτομάντηλα 1 ευρώ. Πόσες δραχμές θα κάνουν τα δύο πακέτα χαρτομάντηλα σε μερικούς μήνες; Δραχμές; Νέες δραχμές; Υποτιμημένες δραχμές; Υποτιμημένες ζωές, το δίχως άλλο.
Μπαίνω στο μετρό -άλλο τοπίο, εδώ δεν μπαινοβγαίνουν χαρτομάντηλα, ούτε πριγκιπέσσες, ούτε επιληπτικοί. Δε θυμάμαι να έχω δει ζητιάνους στο μετρό. Μπορεί και να έχει, δεν ξέρω, εξάλλου τι σημασία έχει αν στα μέσα μαζικής μεταφοράς επικρατούν ταξικές διακρίσεις. Έτσι κι αλλιώς το εισιτήριο κάνει 1,40 παντού. Έτσι κι αλλιώς, χλιδάτα ή μη, θα ιδιωτικοποιηθούν, θα εξευτελιστούν, θα προκαλέσουν απολύσεις, εφεδρίες, εθελούσιες εξόδους. Τελικά, θα αυξήσουν τα ποσοστά της ανεργίας, θα χαμηλώσουν την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας: αλλά ποιος νοιάζεται αν ο κακοπληρωμένος part-timer και ο απελπισμένος άνεργος έχουν καλές συγκοινωνίες; Ας πάνε και μπουσουλώντας στη δουλειά τους -αν έχουν: που θα πάνε και μπουσουλώντας, αν όντως έχουν, σαν σε άλλο προσκύνημα στην Παναγιά της χρυσοφόρου Τήνου.
Εκτός από την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας, πάντως, θα χαμηλώσει και το κόστος λειτουργίας, μπας και μειωθεί το δημόσιο χρέος. Που δε θα μειωθεί, αλλά κανείς δε νοιάζεται γι’αυτό, φτάνει τα νούμερα να βγαίνουν σωστά, φτάνει να λέμε πως το έλλειμμα δεν ξεπερνά το χψζ τοις εκατό. Φτάνει να το λέμε. Μπας και μας παίξουν κι εμάς οι νευρικές αγορές. Που δε θα μας παίξουν, στην τελική, αλλά ούτε κι αυτό δε νοιάζει στην ουσία κανέναν. Αυτό που νοιάζει είναι να μην πληρώσουν τα σπασμένα αυτοί που δεν πρέπει να τα πληρώσουν. Πάση θυσία -των άλλων, εκείνων που τραγουδούν πριγκιπέσσες και πουλάνε επιληψίες και χαρτομάντηλα. Ε, ας πάρουν κι ένα βάλλιουμ οι αγορές στην τελική.
Βγαίνω στο Πανεπιστήμιο. Η πόλη είναι άδεια, τα μαγαζιά κλείνουν -όσα δεν έκλεισαν οριστικά και με λουκέτο δηλαδή. Αυτή η πόλη είναι αδιανόητη όταν είναι άδεια. Αδιανόητη, το εννοώ, είναι σπούκυ, είναι σα να έχει βγει από την αρρωστημένη φαντασία δημιουργού έργου τρόμου. Α δ ι α ν ό η τ η. Υποφωτισμένη σαν φτηνό μπαρ, κιτρινιάρα και αναιμική. Η Πανεπιστημίου, ρε φίλε, δηλαδή, ο ομορφότερος δρόμος του κόσμου να μοιάζει πια με κακοφορμισμένη πληγή, μια κακοζωισμένη γυναίκα, δεν ξέρω, θυμώνω ασφυκτικά.
Όλοι λέγαμε κάποτε πόσο μας άρεσε η άδεια Αθήνα τον Αύγουστο. Ε, να τη φχαριστηθούμε τώρα που είναι άδεια ολοχρονίς. Έχει και φωτάκια χριστουγεννιάτικα, να στολίζουν την αδειοσύνη και τη γύμνια της. Μπράβο, δήμαρχε, καλόγουστα τα άσπρα φωτάκια.
Ώρες ώρες εκνευρίζομαι που άλλο από λέξεις και πληροφορίες δεν έχω. Που κι οι λέξεις γίναν λίγες και οι πληροφορίες δε φτουράνε πια, είναι τόσο πολλές. Κουβεντιάζουμε για τα συμπεράσματα της 21ης Ιουλίου, τη συμφωνία της 26ης Δεκεμβρίου. Θυμάμαι που στις πανελλήνιες αποστήθιζα τα δεν-θυμάμαι-πόσα πρωτόκολλα του Λονδίνου με τις διπλές ημερομηνίες (παλιό και νέο ημερολόγιο, τι σου λέω τώρα). Εκείνα τα πρωτόκολλα, ο διακανονισμός της Κωνσταντινούπολης και κάτι άλλες συνθήκες, όρισαν την τύχη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: δέκα χρόνια μάχες, τέσσερα χρόνια εμφύλιος (ναι, έγινε και εμφύλιος στην Επανάσταση), τέσσερις εθνοσυνελεύσεις που αποφάσισαν δημοκρατία και θεμελιώδεις αστικές αξίες, τύπου Ρουσσώ. Όλα αυτά, για να αποκρυσταλλωθούν σε ένα “πρωτόκολλο του Λονδίνου” και σε ένα “διακανονισμό της Κωνσταντινούπολης” που όριζαν ένα κουτσουρεμένο οικόπεδο -αλλά με βασιλιά. Και τι βασιλιά! Βαυαρό και πνευματικά καθυστερημένο.
Τρεις χρεωκοπίες και τέσσερις πολέμους μετά, το οικόπεδο είχε μεγαλώσει, μεσολάβησαν πολλές συνθήκες και πρωτόκολλα και διακανονισμοί (νομίζω μερικά υπογράφτηκαν επίσης στο Λονδίνο). Αναρωτιέμαι αν οι μαθητές του μέλλοντος θα διδάσκονται τις συμφωνίες των Βρυξελλών (με μονές ημερομηνίες, αλλά και πάλι μόνο από τις ημερομηνίες θα τις ξεχωρίζουν), αν θα σιχτιρίζουν κι αυτοί που όλες οι συμφωνίες υπογράφονταν στις Βρυξέλλες, όπως σιχτίριζα κι εγώ που όλα τα πρωτόκολλα είχαν υπογραφτεί στο Λονδίνο και έσπασα 3 κομπολόγια στην τρίτη λυκείου μέχρι να τις αποστηθίσω όλες, ξεχωρίζοντάς τες μονάχα από τις ημερομηνίες και τα στοιχειωδέστατα διαφορετικά σύνορα που όριζαν. Πόσες φορές τη συμφώνησαν εκείνη την αναθεματισμένη γραμμή “Αμβρακικού-Παγασητικού”; Κι αποκλείεται να είχαν ιδέα από την ομορφιά του Παγασητικού το ξημέρωμα -τότε στις πανελλήνιες ούτε κι εγώ είχα, αλλά σε όλη μου τη ζωή, κάθε που κοιτάζω τον Παγασητικό, η γραμμή ”Αμβρακικού-Παγασητικού” τρυπώνει στο μυαλό μου, μου χαλάει τη ρομάντζα: καταρραμένο εκπαιδευτικό σύστημα.
Ντάξει, μπορώ να μιζεριάσω κι άλλο για το πτυχίο που κορνιζάρισα και δε μου χρησίμευσε και σε πολλά, για τη δουλειά που κάνω και δε μου αρέσει, για την έρημη Αθήνα που επίσης δεν μου αρέσει, για τις συνθήκες και τα πρωτόκολλα που θα ακολουθήσουν, πολλαπλασιάζοντας τις πριγκιπέσσες και τα χαρτομάντηλα των δρόμων (ευρώ ή δραχμές δεν έχει σημασία, αν είναι να πολλαπλασιάζονται οι Γαβριάδες).
Για το πόσο μας δουλεύουν -μα πόσο πολύ όμως- και το παίρνουμε γραμμή όταν είναι ήδη αργά. Και που κάποιοι λένε θριαμβευτικά πως “εμείς τα λέγαμε αλλά μας θεωρούσατε γραφικούς” (και μεταξύ μας δλδ, δίκιο έχουν, αλλά το πηλίκο παραμένει ομοίως μηδενικό, και οι λογαριασμοί στις τράπεζες εξακολουθούν να έχουν αρνητικό πρόσημο -οπότε θά’λεγα τι να το κάνουν το δίκιο τους).
Αλλά έρχεται Πρωτοχρονιά του έτους που κατά τας γραφάς θα καταστραφεί ο κόσμος. Και γίνονται και ωραία πράματα σε αυτό τον κόσμο. Που μπορεί και να καταστραφεί, αλλά πριν να το πάθει αυτό δεν θα έχει σωπάσει την ομορφιά του, ακριβώς επειδή μερικοί ωραίοι τρελοί επιμένουν να την βλέπουν, να την αποτυπώνουν και να την μοιράζουν τζάμπα στα μπαρ και στους δρόμους.
Όλα τα σπουδαία πράγματα, όλες οι μεγάλες ανατροπές, όλες οι κοσμογονικές αλλαγές, όλες οι εκστατικές μεταβάσεις συνέβησαν, επράχθησαν από λίγους τρελούς -έτσι γινόταν πάντα. Μερικοί το λένε πρωτοπορία (avant-garde, τι όμορφη γαλλικούρα), άλλοι το λένε ματαιότητα, κι άλλοι προτιμούν να λένε πως η ιστορία έχει κυκλική πορεία. Τίποτα από όλα αυτά. Κάθε καινούριο είναι μοναδικό, συμβαίνει μονάχα μια φορά και είναι πάντα μεθυστικό και όμορφο και ακατάστατο.
Και το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή, το ξέρεις δα – βαθύ σκοτάδι αυτή η Πρωτοχρονιά.
Στο γύρισμα του καταστροφικού 2011 προς το καταστροφικό 2012, εμένα μου έχει κολλήσει στο ρηπήτ του εγκεφάλου αυτό εδώ:
Άντε, λοιπόν, μάγκες, καλή τύχη.
Προσοχή στις πρέζες μονάχα.
Έχω ένα φρονιμήτη που με ταλαιπωρεί δυο χρόνια τώρα. Όλο πάει να φυτρώσει κι όλο το μετανιώνει. Πριν από λίγες μέρες, είδα στον ύπνο μου ένα τοκετό. Ξύπνησα με μια αίσθηση απελευθέρωσης, délivrance τη λένε οι Γάλλοι και μάλλον είναι πιο δηλωτική του συναισθήματος η λατινική λέξη. Όπως όταν έχεις μόλις τελειώσει μια δουλειά, το συγύρισμα του σπιτιού ας πούμε, όταν έχεις ξεφορτωθεί ένα μπελά, έχεις ξεμπερδέψει με μια ταλαιπώρια. Υποθέτω πως έτσι πρέπει να νιώθουν τα μωρά όταν βγουν τα δόντια τους, οι γυναίκες μετά τον τοκετό, οι φαντάροι που απολύονται.
Μια έκφραση που απεχθάνομαι είναι οι “γκαστρωμένοι καιροί”. Πέραν της αισθητικής μου αντίρρησης (γενικά το γκάστρωμα είναι μια λέξη που μου φέρνει ναυτία), αναρρωτιέμαι ποιοι καιροί είναι στέρφοι. Υπήρξαν άραγε εποχές στείρες; Τούτη δω σίγουρα δεν είναι τέτοια, προφανώς εγκυμονεί, απλά ο τοκετός της μοιάζει να καθυστερεί και το αποκύημά της είναι άδηλο. Όταν βλέπω στο δρόμο εγκύους, με πιάνουν ανάμεικτα συναισθήματα. Σκέφτομαι πόσο επιθυμητό είναι το μωρό που θα γεννηθεί, τι ζωή άραγε να το περιμένει, πόσα νιώθουν οι γονείς του γι’αυτό, αλλά και ο ένας για τον άλλο, τι έκρηξη συναισθημάτων να συνέβη την ώρα της σύλληψης. Παράξενο που μιλάμε για “σύλληψη” σε αυτό το κόντεξτ. Ένα έμβρυο συλλαμβάνεται: ομοίως κι ένας εγκληματίας ή ένας διαδηλωτής. Λες και η κυοφορία αποτελεί μια μορφή εγκλεισμού. Φυλακισμένο λοιπόν το έμβρυο στη μήτρα της μητέρας, αυτό το μικρό κελί που του παρέχει τροφή, ασφάλεια, ζεστασιά, αλλά του στερεί την ελευθερία. Μια από τις σχετικές παραξενιές της γαλλικής γλώσσας είναι πως ο τοκετός ονομάζεται ακριβώς και délivrance, απελευθέρωση: της μητέρας από το βάρος, του εμβρύου από τον εγκλεισμό.
Όταν πάλι βλέπω στο δρόμο κυοφορούντα ζώα, σκύλους ή γάτες, με πιάνει ένας αδιόρατος φόβος, ένας πανικός σχεδόν. Ίσως επειδή στο μυαλό μου, τα αδέσποτα ζωντανά στην Ελλάδα (εδώ δεν έχουμε τέτοια), περνάνε μια κακόπαθη ζωή, συνήθως. Κι ένα εγκυμονών τέτοιο ζώο είναι ακόμα πιο ευάλωτο, διατρέχει μάλλον περισσότερους κινδύνους από τον υποσιτισμό και την κακομεταχείριση, δεδομένης και της δυσκίνητης φύσης του.
Σε λίγο βέβαια, πιθανόν να βλέπουμε στο δρόμο και αδέσποτες εγκύους γυναίκες, δεδομένου πως τα νεογέννητα πλέον κρατούνται όμηροι στα μαιευτήρια, μέχρι οι μητέρες να βρουν τα απαραίτητα λύτρα για την απελευθέρωση των μωρών. Έγκλειστα βρέφη σε παγερά μαιευτήρια και θερμοκοιτίδες, επειδή οι μανάδες τους είναι φτωχές. Στερημένα από την πρώτη μητρική τρυφερότητα και αγκαλιά, από το πρώτο μητρικό γάλα, επειδή δε βγαίνουν τα φράγκα.
Ποτέ μου δε χώνεψα το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα θαύματα αυτού του κόσμου, τα πιο ονειρικά δώρα της ζωής, ο έρωτας, η εγκυμοσύνη και η γένηση, στο πλαίσιο του δυτικοχριστιανικού βδελυρού πολιτισμού μας, είναι δεμένα με βρόμικο περιτύλιγμα: βρόμικες λέξεις και υπονοούμενα, ένοχες σιωπές γύρω από όλα όσα τα συνοδεύουν, πονηρά χαζογελάκια, ακόμα και φρικαλέες μέθοδοι βασανιστηρίων που στοιχειώνουν τη σεξουαλικότητα. Ποτέ μου δε χώνεψα το γεγονός ότι η γυναίκα θεωρείται βρόμικη επειδή έχει περίοδο. Ποτέ μου δε χώνεψα όλο αυτό το περίβλημα ηθικής που βασανιστικά φυλακίζει την ουσία της απελευθέρωσης. Τώρα, καλούμαστε να χωνέψουμε, να αποδεχτούμε και το γεγονός ότι ένα μωρό άμα τη αφίξη του στο μάταιο τούτο κόσμο, υποχρεώνεται να στερηθεί τα πρώτα μητρικά χάδια, επειδή οι γονείς του είναι φτωχοί. Κλείνουμε λοιπόν τον κύκλο της ποινικοποίησης του έρωτα και της κυοφορίας, εκτός από ηθικά και ταξικά. Άλλωστε πότε έπαψαν να είναι άρρηκτα δεμένα αυτά τα δύο; Μπας κι ήρθε πια ο καιρός να αποφασίσουμε να το δούμε κιόλας, να το καταλάβουμε, για να γίνει πλέον και ο τοκετός των εγκυμονούντων καιρών;
Και εν τω μεταξύ, εγώ περιμένω να αποφασίσει ο φρονιμήτης μου να φυτρώσει. Από τραπεζίτες πάλι, και εγώ και η κοινωνία, είμαστε κομπλέ.
Το Σάββατο στο bar “Work” στο Χολαργό, θα δώσουme το ρυθμό της αλληλεγγύης, θα τραγουδήσουμε και θα χορέψουμε για εμάς αλλά και για τους απεργούς της “Χαλυβουργίας Ελλάδος” που αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια τους και τις οικογένειες τους. Live dj set από τους “the boys who couldnt stop dreaming” και live visuals και μουσικές από τους “kokos” και “jason”.
Σάββατο, 3/12, bar “work”, Βουτσινά 61, Χολαργός (κλικ για google maps).
Ώρα έναρξης 10:00. Οικονομική ενίσχυση 3 ευρώ.
Διοργάνωση blog Γκράνμα.
Όλα τα έσοδα θα διατεθούν στο σωματείο των εργαζομένων της “Ελληνικής Χαλυβουργίας” για την οικονομική ενίσχυση του δίκαιου αγώνα τους.
Την ίδια μέρα (και περίπου την ίδια ώρα), την αλληλεγγύη μας προς τους απεργούς φιλμάρουμε και εδώ στο Βρυξελλοχώρι:
Au programme:
a) Projection du film ‘Z’ de Costas Gavras (1969), basé sur une vraie histoire de l’assassinat d’un député de la Gauche en Grèce sur fond de répression gouvernementale et dans l’ambiance politique turbulente des années 60.
b) Connexion en directe avec une autre soirée de solidarité à Athènes, et débat avec un des travailleurs des aciéries pour les dernières nouvelles sur leur lutte.
ΤΟ Δ.Ν.Τ. βρίσκεται στη Γουατεμάλα από το 1984. Τα τελευταία εφτά χρόνια η χώρα εμφανίζει εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη που θα ζήλευαν πολλά ανεπτυγμένα κράτη. Ο μέσος όρος αγγίζει το 4%! Ωστόσο, την ίδια στιγμή, το 1 στα 2 παιδιά κάτω των 5 ετών υποφέρει από την πείνα και τον υποσιτισμό.
Αυτά διαβάζουμε στην εισαγωγική παράγραφο που παρουσιάζει το ντοκυμαντέρ “Wonderful macroeconomics” του Εξάντα και του Γιώργου Αυγερόπουλου. Το ντοκυμαντέρ προβλήθηκε το Σάββατο στις Βρυξέλλες, στα πλαίσια του Festival des Libertés. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, το χειροκρότημα στο τέλος πολύ ζωντανό και η συζήτηση που ακολούθησε αρκετά ενδιαφέρουσα.
Για το ντοκυμαντέρ δεν έχω να σχολιάσω πολλά, πέραν του ότι είναι εξαιρετικό, να το δείτε οπωσδήποτε, και πως προβάλλει εικόνες από ένα κατά πάσα πιθανότητα πολύ κοντινό μέλλον που μας αφορά. Ένα από τα συγκλονιστικότερα σημεία του βρίσκεται προς το τέλος της ταινίας, όταν παρουσιάζεται ο αγώνας των εκτοπισμένων στην περιοχή του El Estor Μάγιας, ώστε να μην ξανα-εκτοπιστούν από την Καναδέζικη εταιρία εξόρυξης GMI και την γουατεμαλέζικη συνεργάτιδά της EXMIBAL. Η γη την οποία κατέλαβαν, μετά από χρόνιες διώξεις και εκτοπισμούς, στο El Estor, είναι πλούσια σε κοιτάσματα νικελίου. Τρεις φορές προσπάθησε να τους διώξει από εκεί η αστυνομία με βίαιο τρόπο, καίγοντας τις καλύβες τους και τρομοκρατώντας τους. Και τις τρεις φορές επανήλθαν. Την τέταρτη, η επέμβαση διενεργήθηκε από το security της εταιρίας, και αυτοί δεν αστειεύονται: εμφανίστηκαν με κανονικά όπλα και ματσέτες, σκορπώντας το θάνατο και τη φρίκη. Η γυναίκα του δασκάλου που σκοτώθηκε σε αυτή την επιχείρηση, προσπαθώντας να σώσει τα παιδιά που είχαν εγκλωβιστεί στην φλεγόμενη καλύβα-σχολείο, λέει πως θα συνεχίσουν τον αγώνα για να μη χάσουν τη γη τους. Πού αλλού να πάνε άλλωστε;
Αυτοί οι Μάγιας αποτελούν και τον πιο ευάλωτο πληθυσμό, τα δικά τους παιδιά υποφέρουν κυρίως από τον υποσιτισμό. Είναι άλλωστε οι φτωχότεροι των φτωχότερων. Τα παιδιά τους συχνά τρέφονται μόνο με φασόλια και χόρτα. Σύμφωνα με μία από τις μητέρες που μίλησαν στο ντοκυμαντέρ, οκτώ μέρες το μήνα δεν έχουν να φάνε απολύτως τίποτα.
Τα νούμερα βέβαια ευημερούν και η Γουατεμάλα αποτελεί μια γη τις επαγγελίας για επενδύσεις και “ανάπτυξη”.
Στη συζήτηση που ακολούθησε την προβολή του ντοκυμαντέρ, με εντυπωσίασε το σχόλιο που έκανε κάποιος θεατής, ο οποίος με δυο λόγια είπε πως φταίνε και οι καταναλωτικές συνήθειες του “πρώτου κόσμου”, και πως αν εμείς πάψουμε να καταναλώνουμε προϊόντα που προέρχονται από χώρες-θύματα τέτοιας εκμετάλλευσης, κάποια στιγμή η πολιτική αυτή θα αλλάξει, αφού οι μεγάλες εταιρίες δεν θα πουλάνε πια τα αγαθά τους. Εξηγούμαι ευθύς εξαρχής, δεν έχω τίποτα εναντίον της τακτικής του μποϋκοτάζ, αποφεύγω να αγοράζω μπανάνες Τσικίτα, ρούχα H&M και Zara, και προϊόντα της procter&gamble. Προσωπικά, πάντως το κάνω περισσότερο για λόγους προσωπικής ηθικής, παρά επειδή πιστεύω πως θα φέρει κάποιο αποτέλεσμα. Σκεφτείτε λίγο, στις τωρινές συνθήκες ύφεσης και κρίσης, στην Ελλάδα, αν οι βέλγικες ντομάτες είναι φτηνότερες από τις ελληνικές, και ο μήνας δε σας βγαίνει με τίποτα, εσείς ποιες ντομάτες θα αγοράσετε; Ποιος μπορεί να σας κατηγορήσει, αν αγοράσετε τις βέλγικες (εκτός από το στομάχι και τα αισθητήρια όργανα της γεύσης και της όσφρησής σας) ; Όταν ο σκληρός ανταγωνισμός οδηγεί στο να είναι αισθητά ακριβότερα τα προϊόντα fair trade (τύπου oxfam) από τα κοινά βιομηχανικά των πολυεθνικών, πώς να ψωνίσει αγωνιστικά και με αίσθημα αλληλεγγύης η μέση νοικοκυρά; Και τέλοσπάντων, πόση πρόσβαση έχει όλος ο πληθυσμός τόσο στην πληροφορία, όσο και στα fair trade προϊόντα; Πόσες φορές δεν έχουμε δει την ικανότητα που διαθέτουν οι μεγάλες corporations να αποκλείουν από την αγορά τους μικρούς και “δικαιότερους ή υγιεινότερους” ανταγωνιστές τους, που τους χαλάνε τη σούπα, κάνοντας χρήση θεμιτών τε και αθέμιτων μέσων;
Ορθότατη, δικαιότατη και αξιολογότατη η λογική και πρακτική του μποϋκοτάζ. Μόνο που ο πόλεμος στην Παλαιστίνη και οι φρικαλεότητες στη Γάζα, δεν έχουν σταματήσει επειδή κάνουμε μποϋκοτάζ στα ισραηλινά προϊόντα.
Εν πάση περιπτώσει, να δειτε το ντοκυμαντέρ οπωσδήποτε. Η Γουατεμάλα δεν βρίσκεται τόσο μακριά όσο νομίζουμε.
Μου το θύμισε ο @masha_neval, το ριτουήταρα, το γουγλοπλάσαρα, το βάζω κι εδώ. Αγαπώ το Νάννι Μορέττι.
Τις τελευταίες μέρες τη νιώθω κι εγώ αυτή την απόγνωση και την αίσθηση παράλυσης που μοιάζει να έχει ο Μορέττι στην παραπάνω σκηνή, αυτό το πνίξιμο στο λαιμό, που λες πως θα σκάσεις, θα κάνεις μπαμ πραγματικά. Που νιώθεις πως κάτι πρέπει να γίνει κι αφού δεν το κάνουν οι άλλοι, θα το κάνεις εσύ, γιατί απλά δεν γίνεται αλλιώς, αλλά κάπως δεν ξέρεις τι να κάνεις και παλατζάρεις λίγο, στη φάση, αν κάνω κάτι ό,τι νά’ναι, παίζει να κάνω και μλκία, οπότε, να κάνω ή να μην κάνω; Κάνεις τελικά, μερικές φορές όντως κάνεις μλκία, άλλες φορές βγαίνει σε καλό, εξαρτάται εν πολλοίς από το state of mind σου, από την ευρηματικότητα της στιγμής, από την έμπνευση, από τις συγκυρίες, από-δεν-ξέρω-κι-εγώ-τι.
Αλλά απλά δεν γίνεται να μην κάνεις, γιατί αν δεν κάνεις, εκτός που θα σκάσεις, θα το μετανιώνεις και για οχτώ τέρμινα, θα μείνεις με την απορία και θα χάσεις και τον ύπνο σου, άστο καλύτερα, βουρ και κάντο, και βλέπουμε.
Παίζω και με την ιδέα να μην κάνω, έτσι γι’αλλαγή, να αλλάξω κατηγορία, να πάρω ας πούμε καλλιτεχνικά (τα ροζ στο τρίβιαλ, ξες), πού ξέρεις, μπορεί και να πεταρίσει τελικά η πεταλούδα στο Πεκίνο, μπορεί και να ευθυγραμμιστούν για μια φορά τα άστρα και να έρθουν αλλιώς (όχι τα άστρα, τα επίγεια). Παίζω ακόμα και με την ιδέα να δω μπας και μπορώ να αποδεχτώ αυτά που αρνούμαι να δεχτώ, έτσι γι’αλλαγή, μια φορά να μην κατεβάσω καντήλια, όχι επειδή θα καταπιώ αποδεχτώ, αυτά που δε με βολεύουν, αλλά επειδή θα συμφιλιωθώ μαζί τους (λες; μπα).
Για πρώτη φορά μετά από δεν ξέρω πόσα χρόνια εδώ μέσα έχω δύο ντραφτ στο ντάσμπορντ, που τα στριφογυρίζω από δω, τα τσιγαρίζω από κει, αλλά παραμένουν ντραφτ. Επειδή γενικά πάσχω από ψυχαναγκασμό, ποτέ δεν άφηνα ντραφτ για πάνω από ας πούμε δυο μέρες. Ή που πάμπλις, ή που ντηλήτ. Αυτά τα δυο ντραφτ, έμειναν, λιγάκι επίτηδες, λιγάκι από έλλειψη χρόνου, λιγάκι από έλλειψη διάθεσης, λιγάκι από πολλά τσίπουρα και βότκες (συνοδεία άλλων καταχρήσεων). Δε θα τα ντηλήτ, δεν ξέρω αν θα τα πάμπλις, ας πάω κόντρα στον εαυτό μου για μια φορά, εκείνο το μ@λ@κισμένο εαυτό που δε μπορεί να ανεχτεί τα ασυγύριστα και τα άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη, ας αποδεχτώ επιτέλους τα άπλυτα (πιάτα) και τα αμάζευτα (τυριά και ποτήρια) στο τραπέζι του σαλονιού, γιατί η προτεραιτότητα τώρα είναι άλλη, άλλο συγύρισμα και άλλη ακαταστασία, η εντροπία έχει τη χάρη της και το μπουρδέλο επίσης, δε με αναγνωρίζω καν.
Η προτεραιτότητα είναι άλλη, με ρώταγες τις προάλλες αν σκέφτομαι να αλλάξω δουλειά αφού αυτή δε μου αρέσει και αφού (είπες εσύ, όχι εγώ) αυτή δεν κάνει για μένα, μπορώ και καλύτερα, σπουδαιότερα, ουσιαστικότερα. Μπορώ. Θέλω; Έχω άλλη προτεραιότητα, αυτό σου απάντησα, κι ανάθεμα κι αν κατάλαβες φιλαράκι τι εννοούσα. Δεν κατάλαβες, χαώθηκες και πάλι με τα δικά σου και πώς δεν έπρεπε να το (ξανα)κάνεις αυτό και πάλι μου ήρθε στο μυαλό εκείνο των Archive που έχει κολλήσει στο ρηπήτ εδώ και κάτι μήνες, αλλά που εσύ δεν το ξέρεις, ακούς άλλα. Αφού δεν το’χεις και δεν καταλαβαίνεις, πού να σου εξηγώ τώρα. You either get it or not. Ε, #not. Έχω φτάσει να σκέφτομαι και να λειτουργώ με χάσταγκ, μένσια και πάμπλις. Όχι πάμπλις, λοιπόν, ντραφτ. Ντραφτ, ασυμμάζευτα ποτήρια, mode provisoire κι ό,τι γίνει. Στο κάτω κάτω, σου’πα, άλλες οι προτεταιότητές μου σε αυτή τη φάση.
Βασική ας πούμε προτεραιότητα να μην χρειάζεται να (σου) διηγηθώ κάτι, για να χωνέψω πως συνέβη και πως το έζησα. Να μη χρειάζεται να μοιραστώ για να πάρω τη χαρά του βιώματος. Είναι ψιλο-ακροβασία, βασικά, οκ, δεν τό’χεις, το ξέρω, αλλά μήπως τό’χω κι εγώ; Είναι πάντως.
Αύριο, που λες, δεν έχω πλάνο. Συμβαίνει συχνά τον τελευταίο καιρό. Από anticipation κι επειδή οι (πουτ@νες) οι παλιές δομές αντιστέκονται, τα συγυρίζω μες το κεφάλι μου, τα οργανώνω, τα τακτοποιώ και τελικά γίνονται αλλιώς. Ε, αφού αλλιώς θα γίνουν, τι να σπαταλάω ενέργεια να τα κανονίσω; Δεν είναι και καιρός για σπατάλες. Από την άλλη όμως, κι αυτή εξαναγκαστική αδράνεια, η αναμονή, το να-δεις-που-κάτι-θα-γίνει, κούραση και σπατάλη ενέργειας επίσης. Αν τελικά ξαναβρεθούν τα ασυμμάζευτα ποτήρια στο τραπέζι, θα σου πω μερικές ιστορίες που δε σου είπα, γιατί προοικονόμησα πως σιγά να μη σε νοιάζουν και γιατί κακώς θεώρησα πως δε με ένοιαζε να στις πω. Είχα χάσει και όλη μου την απαράμιλλη ευφράδεια, χρόνια είχα να το πάθω αυτό το speaker’s block (καλά ήταν, λέω ex post) και είπα, άστο μωρέ μην τις ψάχνεις τις λέξεις τώρα, πιες εκεί άλλο ένα τσίπουρο καλύτερα, βούλωστο εν πάση περιπτώσει, δε βαρέθηκες τόσα χρόνια να μιλάς.
Βασικά δεν έχω απάντηση άλλη από αυτό το reagisci, αντίδρασε επιτέλους, κάνε κάτι.
Et ceci n’est pas un texte politique. Pas du tout. Ceci n’est pas un texte tout court, d’ailleurs. Ceci est une partie de moi-même. Et je sais même pas comment il a été mis sur l’écran, comment est-ce possible que je vais appuyer sur le bouton bleu, ici à côté, à gauche. Euh ben, dis donc…
Δεν έχω τι άλλο να γράψω. Άλλωστε, ειπώθηκαν όλα για τότε και για τώρα. Και όλοι ξέρουμε ποιος είναι αυτός. Όπως και τότε, σκάνε γκαζάκια, επικρατεί αναταραχή, ανασφάλεια, ρευστότητα, οι μέρες είναι πονηρές.
Θυμάμαι ένα σκιτσάκι του ΚΥΡ, στο οποίο είναι γραμμένα σε ένα τοίχο Δεκεμβριανά, Ιουλιανά, Απριλιανά, Ιουνιανά, Σεπτεμβριανά, 4η Αυγούστου και ένα τυπάκι από κάτω μονολογεί “Ευτυχώς έμειναν και μερικοί μήνες για να μη θυμάμαι τίποτα”.
Τελειώνουν οι μήνες, τελειώνουν οι ώρες, οι μέρες της αφθονίας τους είναι μετρημένες; Το Πολυτεχνείο δεν ήταν γιορτή, και τέτοιες μέρες (αλλά πλέον όχι μόνο τέτοιες μέρες), σκέφτομαι ονόματα:
Γρηγόρης Λαμπράκης, Σωτήρης Πέτρουλας, Αλέκος Παναγούλης, Ιάκωβος Κουμής, Σταματίνα Κανελλοπούλου, Μιχάλης Καλτεζάς, Νίκος Τεμπονέρας, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Κάποιοι από αυτούς γίνανε δρόμοι. Κι έχουν τη δική τους ιστορία. Όπως και ο Καραμανλής, ο(ι) Παπανδρέου, ο Σημίτης. Όλες αυτές οι θλιβερές φιγούρες που στοιχειώνουν ζωές και καθημερινότητα.
Όπως και νά’χει, εμείς έχουμε τους στίχους και τα τραγούδια μας, έχουμε καθαρά πρόσωπα και όλη αυτή τη βρομιά και την ξεφτίλα, τις υπερβαίνουμε.
Ψηφίστηκαν πριν από δυο χρόνια, βάσει του πλάνου ότι υπήρχαν λεφτά. Πέντε μήνες αργότερα σέρβιραν μιαν αλήθεια, που πολλοί ήξεραν ήδη, και βάση αυτής της αλήθειας (ότι λεφτά τελικώς δεν υπήρχαν), το αποτέλεσμα ήταν η εμπλοκή της χώρας στην περιπέτεια της τρόικας. Η περιπέτεια που ξεκίνησε με τρείς νεκρούς, σύντομα κατέστη σαφές πως ηταν προαναγγελθείς θάνατος. Μαγειρεμένος προ των εκλογών. Των εκλογών που χάρισαν μια αυτοδυναμία κίβδηλη με το μπόνους των 40 εδρών χάρη στη χουβαρντοσύνη του εκλογικού νόμου. Στους 18 μήνες που ακολούθησαν, το τρίπτυχο του θρησκευτικού δόγματος του Σικάγου “ιδιωτικοποιήσεις-περικοπές-απορρύθμιση“, εφαρμόστηκε απαρέγκλιτα, με χρήση της τακτικής εναλλαγής του “There Is No Alternative” με το “Δεν Υπάρχουν Άλλα Μέτρα”, με στόχο την πρόκληση σοκ και δέους, την παραζάλη των πολιτών, ώστε ναρκωμένοι να μην αντιδρούν. Η συνταγή, δοκιμασμένη και πολλάκις αποτυχημένη, εφαρμόζει την ίδια λογική είτε πρόκειται για πολιτικούς κρατούμενους σε κελιά δικτατοριών, είτε πρόκειται για ολόκληρους λαούς: είτε πρόκειται για χούντες, είτε για πολέμους, είτε για “εκδημοκρατισμό” (aka φιλελευθεροποίηση).
Δέκα οκτώ μήνες μετά, και ενώ οι πολίτες ετούτοι μοιάζουν να μασάνε κομμάτι λιγότερο από όσο μάσησαν άλλοι (θες επειδή έχουν χούντες και προτεκτοράτα στη συλλογική τους μνήμη; θες επειδή είναι λίγο αντιδραστικοί; θες επειδή αυτό που συμβαίνει είναι πρωτοφανές ακόμα και για τα δικά τους δεδομένα;), η κορύφωση του δράματος παλατζάρει μεταξύ γκροτέσκας φαρσοκωμωδίας και τραγικού δράματος. Μέσα σε δέκα μέρες, κατόπιν της σαφέστατης έκφρασης απονομιμοποίησης του πολιτικού κατεστημένου από το λαό, και ενώ οι νεκροί έχουν γίνει τέσσερις, έχει συναφθή μια συμφωνία της οποίας τις λεπτομέρειες ακόμα δεν γνωρίζει κανείς, πλην όμως κρίνεται απαραίτητη η εφαρμογή της. Έχει ανακοινωθεί ένα δημοψήφισμα-δεδηλωμένη μπλόφα διά στόματος acting Πρωθυπουργού στην ΚΟ, και ενώ κανείς δεν είχε ενημερωθεί. Έχει προκύψει ένα last minute dinner κατόπιν του οποίου οι πάτρωνες υπαγόρευσαν το μοναδικό eligible ερώτημα για το δημοψήφισμα-μπλόφα, αλλά και τη μόνη eligible απάντηση, αλλιώς “τη βάψατε”. Πρόκειται για πρωτοφανή εκβιασμό προς ένα λαό και ανάμειξη στα εσωτερικά ενός κράτους. Ο acting Πρωθυπουργός έχει ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή -για να πει μετά “okie dokie, θενκς για την ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά τελικά παραιτούμαι και θα γίνει άλλη κυβέρνηση”. Εν τω μεταξύ, το πολίτευμα, η νομιμότητα, η κυβέρνηση και η εφαρμογή της συμφωνίας, επί ένα 24ωρο κρέμονται -και καλά- από την απόφαση πολιτικών προσωπικοτήτων απείρου κάλλους και διαμετρήματος όπως η Εύα Καϊλή (κανένα άλλο σχόλιο) και πρώην Υπουργών-ογκόλιθων πολιτικής και ιδεολογικής σταθερότητας, όπως η Λούκα Κατσέλη (just to give you two names).
Eπί δύο ολόκληρες μέρες, μαδάμε μαργαρίτες “θα παραιτηθεί; δεν θα παραιτηθεί;” και αναμένουμε στο ακουστικό μας. Επί δύο ολόκληρες μέρες, μαδάμε κι άλλες μαργαρίτες σχετικά με το αν ο acting αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης “θα πει τελικά το ναι”, ώστε να συνέλθει εις γάμου κοινωνίαν με τον πολυπόθητο πρωθυπουργικό θώκο. Ο ένας παραιτείται-δεν παραιτείται, ο άλλος αναλαμβάνει-δεν αναλαμβάνει. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται επιτέλους να δικαιολογήσει το μισθό του, οργανώνει συνάντηση των δύο, σαν προξενήτρα, μπας και τους τα φτιάξει. Μάλλον πετυχαίνει το ειδύλλιο -και καλείται δεύτερη συνάντηση, μαζί μετα συμπεθέρια, να γιορτάσουμε τους αρραβώνες. Αλλά τελικά, τσα! Μας την έσκασε! Δε θα γίνει συνάντηση πολιτικών αρχηγών, after all, επειδή -λέει- οι ηγέτες της αριστεράς αρνήθηκαν να παραστούν στην παρωδία δημοκρατικής επίφασης. Και πότε ίδρωσε τ’αυτί σας για τους ηγέτες της αριστεράς ωρέ παληκάρια, για να ιδρώσει τώρα;
Και εν μέσω σεναρίων και διαρροής καταλόγων με πιθανά ονόματα πριγκήπων/τεχνοκρατών “κοινής αποδοχής” -πότε αποδεχτήκαμε από κοινού τον Παπαδήμο και δεν το θυμάμαι; πότε αποδεχτήκαμε τον Διαμαντούρο για να κάνει κάτι άλλο εκτός από την ευρωπαϊκή γλάστρα στο Στρασβούργο, θυμείστε μου λιγάκι-, μια ολόκληρη χώρα βρίσκεται ένα βήμα πριν τον κλινικό θάνατο, και τουλάχιστον άλλες τέσσερις, στριφογυρίζουν νευρικά τα δαχτυλά τους, στην αίθουσα αναμονής της ΜΕΘ του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Δημοκρατία: πολιτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ο λαός κατέχει την εξουσία. Πολιτειακοί θεσμοί, Σύνταγμα, κυρίαρχος λαός, εθνική κυριαρχία. Λέξεις που έχασαν κάθε νόημα πια. Έπεα πτερόεντα, κύμβαλα αλλαλάζοντα. Λέξεις στημένες στα 6 μέτρα και πυροβολημένες από κοστούμια Hugo Boss και ταγιεράκια Giorgio Armani: σοβαρά, υπεύθυνα, με αίσθημα καθήκοντος: “χτίζουμε την Ελλάδα που μας αξίζει”, “ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε”. Αυτά τα δωσίλογα κοστούμια και ταγιέρ υψώνουν το δάχτυλο και καταγγέλουν ένα λαό, με την κατηγορία της έλλειψης σεβασμού προς τους θεσμούς. Τους θεσμούς που οι ίδιοι προηγουμένως έχουν καταστήσει κουρελούδες και ρετάλια, άξια μονάχα για τις μονάδες διαχείρισης απορριμάτων που ποτέ τους δεν ήταν άξιοι να οργανώσουν. Ούτε καν αυτές. Ούτε καν ένα σκουπιδότοπο της προκοπής δεν στάθηκαν ικανοί δεν θέλησαν να φτιάξουν σ’αυτή τη χώρα. Έτσι, για τα μάτια του κόσμου, αδερφέ.
Ρετάλια. Ένας θίασος ατάλαντων, που δεν κρατά πλέον καν τα προσχήματα. Ένα μπουλούκι σαλτιμπάγκων που παίζουν τους κομπάρσους σε ένα κακοπαιγμένο έργο, μια παρωδία διαχείρισης ενός συστήματος που αργοπεθαίνει, παρασύροντας το σύμπαν στον επιθανάτιο ρόγχο του. Ένα τσίρκο που παίζει ζογκλερικά με τα κουρέλια της συνταγματικής νομιμότητας, την ίδια ώρα που ανθρώπινες ζωές ακροβατούν χωρίς δίχτυ προστασίας από κάτω.
Και κάποιοι ασχολούνται ακόμα, σκανδαλισμένοι τάχα, με τις καλτσοδέτες.