Μέσα στο χάος και τον ορυμαγδό, στην κεντρική του αρτηρία υπάρχει μια εκκωφαντική σιγή. Απλώνεται και σκεπάζει τα πάντα. Στο κέντρο της ύπαρξης, σύννεφα συνωστίζονται και λέξεις αραδιάζονται η μια δίπλα στην άλλη ανοργάνωτα και με απόλυτη συνοχή. Πέφτουν τα γράμματα, οι τόνοι και τα σημεία στιξής από ψηλά σα νιφάδες άτακτες κι αναρχίζουσες. Εικόνες καρφιτσωμένες στα σύννεφα ακυρώνουν τη λογική. Ένα θετικό πρόσημο πυροβολεί τα μη της παιδικής ηλικίας, τα όχι και τα δεν της ενηλικίωσης. Βόμβες, ερπύστριες και καταστροφικοί γαλάζιοι καπνοί πυκνώνουν την ατμόσφαιρα στα όρια της ασφυξίας. Κάθε ανάσα κι ένα επίτευγμα.
Σε στριμώχνουν από παντού, σε καταδιώκουν αριθμοί, κοστούμια και χαρτοφύλακες παραγεμισμένοι με ακλόνητα στοιχεία και στατιστικά ντοκουμέντα. Η αναπνοή γίνεται σχεδόν άθλος. Χαρτονομίσματα και νομοθετικές διατάξεις σχεδόν κατορθώνουν να εξουδετερώσουν τη σκέψη, αλλά πώς να καταστείλουν το συναίσθημα; Επιβάλλουν το μοναδικό συναίσθημα που έχουν με το μέρος τους, το μοναδικό επιχείρημα που μπορεί να ακυρώσει τη ζωή: τον φόβο.
Ένας κουρνιαχτός από δηλώσεις, αξιώσεις, απαιτήσεις πυροδοτεί τις εξελίξεις, στήνει ένα σκηνικό πολέμου, σικέ και ξένο. Αν σταθείς στο κέντρο του χάος και του ορυμαγδού, θα έχεις την καλύτερη θέα προς το πεδίο της μάχης. Είσαι στο κέντρο του πεδίου της μάχης. Σφαίρες και φωτιές σφυρίζουν γύρω σου, σχεδόν σε πετυχαίνουν, σχεδόν σε καταπίνουν, σχεδόν πεθαίνεις από ασφυξία.
cut
Στο κέντρο του πεδίου της μάχης, πίσω από τον καταιγισμό των πυροβολισμών, των δηλώσεων, των εκρήξεων και των αριθμών, βρες την σιωπή των λέξεων, εκείνων των λέξεων που βγάζουν νόημα, εκείνων των λέξεων που φωτίζουν το μέλλον και χαράζουν το δρόμο της ζωής. Εσύ, μόνον εσύ μπορείς να επιβάλεις την σιωπή που χρειάζεται για να ισορροπήσει η λογική με το συναίσθημα, για να βρεις τις απαντήσεις και να ξεδιαλέξεις τα ερωτημάτικα. Ποιες ερωτήσεις σε αφορούν και ποιες θολώνουν το τοπίο και ενισχύουν το χάος; Delete στις δεύτερες, enter στις πρώτες κι έχεις την απάντηση που σου χρειάζεται, τον δρόμο που είναι ο δικός σου, δύσκολος, εύκολος, βατός ή όχι, είναι ο δικός σου. Κάνε μια παύση, δώσε ευκαιρία στην σιγή και πάρε την επιλογή της σωστής μάχης, της σωστής ανακωχής, της δικής σου πορείας. Εκεί θα βρεις και άλλους να τους περιμένει, όπως και σένα η ζωή. Μην ελπίζεις, απλά πορεύθητι.
Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ετικέτες. Ετικέτες πάνω στα προϊόντα που αγοράζουμε, ετικέτες στα ντοσιέ, στα κουτιά των παπουτσιών, στα κουδούνια των πολυκατοικιών, στα γράμματα που λαμβάνουμε, στα επαγγελματικά ραντεβού, στις λεζάντες, στους δίσκους, στις καρέκλες και στις πόρτες μας. Πολιτικές ετικέτες. Ετικέτες στους ανθρώπους, στις πρώτες εντυπώσεις, στις τελευταίες εντυπώσεις, στους καβγάδες μας.
Ετικέτες στις σχέσεις μας. Ετικέτες και αιτίες.
Βγαίνοντας από τις πόλεις, μακριά από τα γκρίζα και νεφελώδη αστικά τοπία που αγαπάμε να συνηθίζουμε και συνηθίζουμε ν’αγαπάμε, έξω από αυτά, η φύση δεν βάζει ετικέτες. Και η φύση ολοένα και συρρικνώνεται.
Περνάμε τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής μας, εκπαιδευόμενοι στην ανάγνωση, επικόλληση και αξιολόγηση ετικετών.
Μερικοί από μας, περνάμε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεκολλήσουμε τις ετικέτες από πάνω μας, τις ετικέτες που μας φορέθηκαν από νωρίς, τις χαραγμένες σαν τατού πάνω δέρμα μας κι ακόμα πιο βαθειά.
Τις ξύνουμε με νύχια φαγωμένα από το άγχος μας, ματώνουμε τα δάχτυλα και την ψυχή, σε μια μάχη άνιση με αυτό που κατάφερε το πυρακτώμενο σίδερο μιας κατασκευασμένης παιδικής ηλικίας.
Θέλω να ρίξω στην πυρά, να τσαλαπατήσω στις λάσπες όλα τα κίτρινα άστρα που έραψα με τα ίδια μου τα χέρια στους ανθρώπους, στις σχέσεις, σε μένα την ίδια.
[αυτό το κείμενο δεν θα είχε γραφτεί, αν δεν είχα διαβάσει αυτό -ΚΚΜ, σας ευχαριστώ]
Αυτά συνέβαιναν περίπου 50 χρόνια πριν. Δυο χρόνια μετά τα Ιουλιανά, και κατόπιν μεγάλης αστάθειας, συγκεκριμένων προβοκατόρικων γεγονότων και λίγο πριν την διενέργεια, προγραμματισμένων για τον Μάιο, εκλογών, έγινε το πραξικόπημα και ακολούθησε η επταετής Χούντα. Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά.
Κι ύστερα τελείωσε η μεταπολίτευση. Πότε ακριβώς τη θάψαμε δεν μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια, αλλά σίγουρα η οπερέττα του Νοεμβρίου του 2011 αποτελεί ορόσημο για το τέλος της. Έξι και κάτι μήνες μετά, συμβαίνουν τα απροσδόκητα. Καταρχάς, κατά από την τελευταία πράξη της οπερέττας, την επωνομαζώμενη και παπατζηλίκι (εδώ εκλογές, εκεί εκλογές, πότε θα γίνουν εκλογές), προς μεγάλη μας έκπληξη, διενεργούνται εκλογές. Και προκύπτει από αυτές ένα αποτέλεσμα που, αφενός μας κάνει όλους να τρίβουμε τα μάτια μας, για ποικίλους λόγους, αφετέρου σχεδόν όλοι αδυνατούν να το διαχειριστούν. Το ίδιο το σύστημα θεωρώ πως πιάστηκε στα πράσσα. Θαρρώ πως ακόμα και η αριστερά πιάστηκε στα πράσσα. Γενικά, βρέχει ανθρώπους απ’τα σύννεφα.
Δεν έχει και πολύ νόημα ίσως να σχολιαστεί για ακόμα μία φορά το θέμα της, κοινβουλευτικής πλέον, Χρυσής Αυγής. Απλά το επαναλαμβάνω για να το εμπεδώσουμε: η Χρυσή Αυγή βρισκεται στο Κοινοβούλιο. Ένα καθαρά ναζιστικό συνοθύλευμα, ένα μάτσο τραμπούκων δολοφόνων, έχει πλέον κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Από κάποιους αυτό μεθοδεύτηκε πολύ έξυπνα, με στόχο προφανή: την μετατόπιση της συζήτησης από την ουσία, δλδ τα πραγματικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, στη μετάθεση ευθυνών στους μόνους που δεν φταίνε -τους μετανάσταες.
Την ίδια ώρα, κάποιοι άλλοι τύρβαζαν περί άλλα, ή προσπαθούσαν να επιβάλουν με το ζόρι σε μια κοινωνία σε καθεστώς ύφεσης και σοκ, την ιδέα πως η πολυπολιτισμικότητα είναι αποκλειστικά καλή, χωρίς όμως να διατυπώνουν υλοποιήσιμες λύσεις για το πρόβλημα με πειστικό τρόπο [για να μην παρεξηγηθώ, προφανώς και η πολυπολιτισμικότητα είναι ένα καλό πράγμα, προϋποθέτει όμως την ομαλή αφομοίωση όλων των πλευρών στο κοινωνικό σύνολο, όχι το ξεφόρτωμα ψυχών σε συγκεκριμένες γειτονιές, μετατρέποντάς τες σε γκέττο -και σίγουρα στο παρόν σύστημα η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί το άλλοθι για την εκμετάλλευση των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων].
Να το χωνέψουμε λοιπόν το γεγονός και να μην το αγνοήσουμε.
Περισσότερη σημασία πάντως έχει η ιστορική ευκαιρία που δίνεται στην αριστερά να αλλάξει το σκηνικό. Να διατυπώσει δλδ ευθέως πως οι λύσεις που προτείνονται από το σύστημα εδώ και δεκαετίες, και δη τα τελευταία δύο χρόνια, δεν είναι πανάκεια, πως υπάρχουν εναλλακτικές, που μάλιστα μπορούν να οδηγήσουν σε μια καλύτερη κοινωνία. Πως δεν υπάρχουν μονόδρομοι, αδιέξοδα και “δεν γίνεται αλλιώς”. Δεν σκοπεύω εδώ να γκρινιάξω, αναλύοντας τη στάση των αριστερών κομμάτων, αυτά ειπώθηκαν αλλού, πολύ καλύτερα. Η ουσία για μένα είναι πως παρουσιάζεται μια ευκαιρία να ακυρωθούν οι φιλελεύθερες πολιτικές που έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση μεγάλο κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού, μετατρέποντάς τον σε πειραματόζωο για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και να τεθούν συνολικότερα και με τρόπο συγκεκριμένο, ζητήματα που σχετίζονται με το ποια κοινωνία θέλουμε, σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζήσουμε, τι σχέσεις θέλουμε να φτιάξουμε και ποια μορφή θέλουμε να έχει τελικά η ζωή μας. Γιατί, χωρίς καμία διάθεση ελιτισμού ή οραματισμού, πιστεύω πως κάθε στιγμή, μα κάθε στιγμή είναι κατάλληλη για να κουβεντιάζουμε πολιτικά και οπωσδήποτε να πράττουμε πολιτικά.
Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται καν για “ευκαιρία”. Εκλογές σημαίνει επιλογή. Χωρίς να βαυκαλίζομαι πως τάχα ξαφνικά τριπλασιάστηκε ο αριστερός κόσμος στην Ελλάδα, θαρρώ πως πραγματικά, κάποιοι άνθρωποι επέλεξαννα διαμαρτυρηθούν για την κοινωνική καταστροφή που συντελείται, επιλέγοντας αριστερά και όχι φιλελευθερισμό, δεξιά ή φασισμό. Οι επιλογές αυτές επίσης υπήρχαν μεταξύ των 32 ψηφοδελτίων. Αλλά τελικά αυτοί οι άνθρωποι έβαλαν στο φακελάκι ένα αριστερό χαρτάκι. Αυτό συνιστά επιλογή, συνειδητή και σαφή. Η ευκαιρία ανήκει στην αριστερά που μπορεί, είτε κατά την προσφιλή της συνήθεια να στείλει τη μπάλα στην κερκίδα, είτε να σκοράρει. Hic Rhodus, hic salta.
Ήθελα να κάτσω να καταγράψω και πάλι τα γεγονότα που τρέχουν για άλλη μια φορά με ταχύτητα φωτός, για να τα θυμάμαι, να μην ξεχάσω τίποτα. Αλλά ίσως να είναι νωρίς ακόμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, παράλληλα με την πολιτική συζήτηση, παράλληλα με τις διεργασίες και τις ζυμώσεις, έχουμε όλοι μας καθήκον να μάθουμε (αν δεν ξέρουμε) ή να ξαναθυμηθούμε (αν ήδη ξέρουμε) τα γεγονότα του “σύντομου 20ου αιώνα“, πριν και μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, εντός και εκτός των τειχών. Για να μη μας πέσει πάλι καμιά φάρσα στο κεφάλι. Γιατί σ’αυτό το γήπεδο, κανείς δεν παίζει μπάλα μόνος του. Γιατί μόλις κουνήθηκε το πρώτο πιόνι στη σκακιέρα και δεν είναι καθόλου σίγουρο από ποια πλευρά ήταν.
Πριν από κάποια χρόνια, βρέθηκα σε ένα καφενείο στην Ολλανδία, Ουτρέχτη ή Ρότερνταμ ήταν, δεν θυμάμαι καλά, δεν έχει και σημασία. Χάζευα τη διακόσμηση του καφέ, πίνοντας ζεστή σοκολάτα ή κάτι τέτοιο: ήταν διάφορες αφίσες αισθητικής 50s, τύπου πιν-απς, όπου εικονίζονταν διάφοροι τύποι εν ώρα εργασίας ή καθισμένοι σε τραπέζια (τράπεζες ίσως;) να μετράνε χαρτονομίσματα, φλουριά και κέρδη. Οι εικόνες συνοδεύονταν από τσιτάτα, τύπου “όσο πιο πολύ πλουτίσεις σε αυτή τη ζωή, τόσο πιο σίγουρο ειναι πως θα πας στον Παράδεισο, γιατί αυτό θα σημαίνει πως έχεις δουλέψει σκληρά” και άλλα παρεμφερή που εξήραν την χαρά της σκληρής εργασίας, την αξία της εγκράτειας και της λιτότητας, την ματαιότητα των αισθητικών απολαύσεων.
Όσοι έχουν έρθει σε επαφή με την ολλανδική κουλτούρα και νοοτροπία, πιθανώς να χαμογελάσουν ειρωνικά. Οι αφίσες αυτές αντικατοπτρίζουν με μεγάλη σαφήνεια ακριβώς αυτή την κουλτούρα και νοοτροπία, οι οποίες είναι βαθειά επηρρεασμένες από τη χειρότερη εκδοχή του προτεσταντισμού, τον καλβινισμό. Πρόκειται για μια χαώδη διαφορά μεταξύ γερμανικού και λατινικού κόσμου, των δύο κόσμων που χωρίζει, σε γενικές γραμμές, γεωγραφικά ο Ρήνος. Ο προτεσταντισμός γενικά δεν έπιασε πολύ στον λατινικό κόσμο, ενώ έκανε μεγάλο σουξέ στον γερμανικό -αφήνω στους εθνολόγους να εξηγήσουν το γιατί, οι δικές μου ερμηνείες είναι καθαρά εμπειρικές και δε μας πολυαφορούν εδώ.
Ο προτεσταντισμός, τον οποίο η γράφουσα θεωρεί πολύ χειρότερο από τον καθολικισμό, τον οποίο δεν έχει και σε καμιά μεγάλη υπόληψη, αποτελεί μεγάλη όσο και κακή επιρροή στην κουλτούρα του δυτικού κόσμου. Πιθανώς να βγάλω μπόλικη χολή, αλλά έχω παραδέιγματα. Η Ολλανδία, μια κατεξοχήν προτεσταντική χώρα, έχει τις λιγότερες αργίες και ημέρες άδειας για τους εργαζόμενούς της (εντός ΕΕ, τουλάχιστον). Στην Ολλανδία δεν είναι αργία η Πρωτομαγιά (ούτε καν bank holiday, όπως στη Βρετανία, για παράδειγμα), ενώ αντιθέτως είναι τα γεννέθλια της Βασίλισσας Βεατρίκης (παραμονή Πρωτομαγιάς). Στην Ολλανδία, όπως και σε πολλές προτεσταντικές χώρες, τα σπίτια δεν διαθέτουν κουρτίνες και πατζούρια: πρόκειται για προτεσταντικό κατάλοιπο, σύμφωνα με το οποίο, “ένας καλός χριστιανός δεν έχει τίποτα να κρύψει από τον έξω κόσμο”.
Υπό το πρίσμα της θεοποίησης της εργασίας και της αντίληψης για τη ζωή ως αέναου αγώνα για συσσώρευση πλούτου, ο προτεσταντισμός πήγε χεράκι-χεράκι με τον καπιταλισμό και βρήκε έναν αγαστό συνεργάτη στο πρόσωπο του (νεο)φιλελευθερισμού. Οι συνδέσεις είναι πολύ προφανείς, νομίζω, και ξεπερνούν το φολκλόρ κλισέ που θέλει πχ τους Ολλανδούς (αλλά και γενικότερα τους προτεστάντες) τσιγγούνηδες.
Στέκομαι λίγο σε αυτή τη λογική που θέλει τον “άνθρωπο” να περνά τη ζωή του εργαζόμενος σκληρά, με στόχο να προσφέρει στην κοινωνία, αλλά κυρίως να συσσωρεύσει πλούτο. Βάζω τη λέξη “άνθρωπος” σε εισαγωγικά, γιατί ακριβώς όλοι οι άνθρωποι τελικά δεν εργάζονται εξίσου σκληρά και δεν αποκομίζουν κέρδη ευθέως ανάλογα της εργασίας που προσφέρουν και του κόπου τους. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει, κι όσο τα χρόνια περνούν και ειδικά στην περίοδο της κρίσης, αυτό το γεγονός καθίσταται ολοένα και πιο φανερό. Τις προάλλες μου έλεγαν για μια κοπέλα που έχασε τη δουλειά της, επειδή ο εργοδότης την αντικατέστησε μια κάποιον άλλο εργαζόμενο που δέχτηκε να δουλεύει χωρίς να πληρώνεται. Για την ψυχή της μάνας του. Ή για να πάει στον Παράδεισο ίσως, αν το δούμε προτεσταντικά, και μάλλον θα πάει μια ώρα αρχύτερα.
Στέκομαι, λοιπόν, σε αυτή τη λογική και αδυνατώ να αποφύγω ορισμένους συνειρμούς. Στην παρούσα συγκυρία, εκτός από την προφανή ταξική αντιπαράθεση/σύγκρουση/πόλεμο/όπωςθεςπεςτο, θαρρώ πως διεξάγεται σε δεύτερο και λιγότερο αναγνώσιμο επίπεδο, μια άλλη σύγκρουση: ιδεολογική. Είναι λογικό: καθε σύγκρουση έχει την υλική και την ιδεολογική πλευρά κι αυτές οι δυο είναι φυσικά αλληλεμπλεκόμενες και αλληλοεξυπηρετούμενες. Αυτή η θεωρητική/ιδεολογική σύγκρουση, τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα επίπεδο που μπορούμε να το ονομάσουμε “σκοπό ή νόημα της ζωής” [οκ,αν σου'ρθαν στο μυαλό οι Monty Python, καλώς καμωμένο ]: ζούμε γιατί; Εκτός δλδ από το προφανές, επειδή μας έφεραν οι γονείς μας στον κόσμο, ζούμε Χ χρόνια και επιθυμούμε αυτά να τα ξοδέψουμε με ποιον τρόπο; Μπορείς να πεις πως αυτό είναι ένα υποκειμενικό ερώτημα. Εγώ θα έλεγα πως είναι ένα πολιτικό/ιδεολογικό ερώτημα, που επίσης ενέχει στοιχεία υποκειμενισμού. Ο προτεσταντισμός, ας πούμε, λέει πως ζούμε για να μαζέψουμε λεφτά, κι όσο πιο πολλά μαζέψουμε, τόσο πιο εύκολα θα ανοίξουν για μας οι πόρτες του Παραδείσου. Ο καπιταλισμός λέει ένα παρόμοιο πράγμα, χωρίς την θρησκευτική αφήγηση περί μεταθανάτιας ζωής. Υπάρχει και η αντίληψη που λέει πως ζούμε σε κοινωνίες και άρα, ζούμε με στόχο να συντηρούμε και να βελτιώνουμε τις συνθήκες αυτών των κοινωνιών: πολύ vague η λογική, μήπως να ορίζαμε την κοινωνία και τον ρόλο του καθενός από τα μέλη της;
Η προσωπική μου αντίληψη, την οποία θα έθετα και σε δοκιμασία, αλλά πάντως είναι ένα αμάλγαμα ιδεολογικού, επιθυμητού και, ενδεχομένως, φαντασιακού, λέει περίπου πως ζούμε για να ζούμε καλά, ζούμε για να έχουμε ποιότητα ζωής, ζούμε για να δημιουργούμε και να προσφέρουμε, ζούμε για να προχωράμε τον κόσμο μπροστά (ναι, πολύ vague θα μου πεις, το “μπροστά” είναι και ευρύ και υποκειμενικό). Κρατώ το “να ζούμε καλά, με ποιότητα ζωής”, που επίσης εμπεριέχει υποκειμενισμό, αλλά πάντως σίγουρα αποκλείει τον τρόπο και τις συνθήκες ζωής ενός πολύ μεγάλου μέρους του πλανήτη. Πάντως, δεν ζούμε για να δουλεύουμε. Δεν ζούμε για να μαζεύουμε λεφτά. Δλδ, οκ, κάποιοι το κάνουν: ρωτήστε πόσο πλούτισαν οι ψυχολόγοι τους.
Η εργασία σίγουρα αποτελεί μέσο (αυτο)πραγμάτωσης και αξία κοινωνική, αλλά όλα αυτά τίθενται υπό ορισμένο πρίσμα και ιδεολογική αναφορά. Αλλιώς γίνεται αντιληπτή η αξία της εργασίας στην μαρξιστική θεώρηση και αλλιώς στην καπιταλιστική (τι σου είπα τώρα). Σε κάθε περίπτωση πάντως, τόσο η αξιολόγηση της εργασίας, όσο και ο σκοπός της, αλλά κυρίως το ποιος καρπώνεται και κεφαλαιοποιεί τα προϊόντα και τα κέρδη της, είναι ένα κεντρικό ιδεολογικό/πολιτικό ζήτημα: η απάντηση που δίνω εγώ, είναι προφανώς μαρξιστική. Παράλληλα, πηγαίνοντας το θέμα ακόμα πιο πέρα, δεν βρίσκω καθόλου κακή την προοπτική η ποσότητα της εργασίας να μειώνεται προοδευτικά, αυξάνοντας τόσο την ποιότητά της, όσο και την απόλαυση του ανθρώπου που την ασκεί, χάρη για παράδειγμα, στα τεχνολογικά επιτεύγματα ή σε μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κοινωνική οργάνωση.
Προς συζήτησιν όλα αυτά, πιθανά. Ο στόχος του ποστ που ξεκίνησε από κάποιες προπαγανδιστικές αφίσες των 50s στην Ολλανδία και κατέληξε σε μια κουβέντα περι υπεραξίας (ουσιαστικά αυτό είναι το κεντρικό θέμα), ήταν οι αυριανές εκλογές. Προφανώς. Όσο κι αν η παρατήρησή μου της ελληνικής κοινωνίας αυτές τις μέρες και όχι μόνο, μού υποδεικνύει πως πιθανά ο κόσμος δεν είναι έτοιμος ή δεν έχει την διάθεση να κουβεντιάσει θεωρητικά/ιδεολογικά, κι όσο κι αν με θεωρήσεις στη γκοζμάρα μου, εγώ νομίζω πως ποτέ δεν είναι άκαιρο να κουβεντιάζουμε σε ιδεολογικό επίπεδο. Τουναντίον. Νομίζω επίσης, πως ακόμα και αν αυτή η κάλπη τέξεται θετικά αποτελέσματα για την αριστερά (με το ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο τοποθέτησα την αριστερά στο άνωθι λινκαρισμένο ποστ), αυτό δεν δηλώνει απαραίτητα πως όλος αυτός ο κόσμος που στοιχήθηκε αριστερά, έχει λυμένα και αυτά τα ιδεολογικά ζητήματα. Δουλειά της αριστεράς να τα ανοίξει και να προωθήσει την συζήτηση, να κατέβει από την έδρα της και να τα κάνει τάληρα. Να ζυμώσει, να κουβεντιάσει, να καβγαδίσει, να πείσει. Να προτείνει το όραμά της και το πρότζεκτ της, απενοχποιημένα και με παρρησία, αφού “έτσι κι αλλιώς, η γη θα γίνει κόκκινη”. Και επιμένω πάρα πολύ σε αυτό: να τα κάνει τάληρα.
Γιατί η αυτονόητη αλήθεια, που σαφέστατα τοποθετείται αριστερά, είναι πως αυτός ο τόπος, όχι αποκλειστικά ο δικός μας (να το συζητήσουμε και αυτό το “δικός μας”), ο κάθε τόπος υπάρχει για να δίνει ζωή στους ανθρώπους του, για να τους προσφέρει τις αναγκαίες συνθήκες να δημιουργούν ομορφιά, να ποιούν έργο, να πλάθουν ποίηση, να ζυμώνουν όραμα, να φτιάχνουν χαρά, να καταστρώνουν προοπτικές. Να ζούν, να δημιουργούν και να αγαπούν. Αυτόν τον τόπο, τον κάθε τόπο, τον κάθε δικό μας τόπο, δεν τον χαρίζουμε έτσι εύκολα.
Σήμερα ανακάλυψα ένα κομμάτι ομορφιάς στο σπασμένο μωσαϊκό του πεζοδρομίου, στη Θεμιστοκλέους, απέναντι από την Καντακουζηνού. Κάποτε έλεγα πως ο πιο όμορφος δρόμος του κόσμου είναι η Πανεπιστημίου, στο ύψος της Βιβλιοθήκης και της Κοραή. Τα τελευταία χρόνια αγαπώ τη Θεμιστοκλέους. Κρίμα που δε φωτογράφισα τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο, είχα πάλι αργήσει στο ραντεβού μου και δεν προλάβαινα.
Απόψε βγήκα με αγαπημένους φίλους, παιδικούς, από κείνους που δεν χρειάζεται να εξηγείς, τα πιάνουν με τη μία. Λέγαμε πως αναβάλλουμε πράγματα από φόβο να τα ζητήσουμε ή από αμέλεια, ή κι από τα δύο. Σήμερα ανέβαλα να τους πω πως τους αγαπώ. Το σ’αγαπώ το αναβάλλω πάντα. Κι ίσως να μην κάνω και λάθος.
Τις προάλλες βρέθηκα σε γειτονιές που’χα χρόνια να δω και μ’επιασε μια συγκίνηση και μια στενοχώρια. Ίσως κανείς να μην αγαπά την Αθήνα, όσο εγώ, ίσως κανείς να μην χαλιέται τόσο πολύ που τη βλέπει να μαραζώνει και να ξοδεύεται άδικα κι ανώφελα. Θυμώνω με αυτούς που φέρονται στην Αθήναμου με αυτό τον χυδαίο και ασεβή τρόπο. Η Αθήνα είναι από τις πόλεις που τους αξίζει σεβασμός και υποκλιση και καραρισπέκτ, επειδή ανέχεται όλους αυτούς που τη βιάζουν χωρίς ντροπή και χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Ακόμα και στη γωνία Στουρνάρη και Ζαΐμη, εκεί δίπλα στους ξέχειλους κάδους με την δυνάμει τροφή για άστεγους, ακόμα και εκεί, η Αθήνα δεν χάνει τη γοητεία της. Γιατί δίπλα ακριβώς είναι η Μπουμπουλίνας και το Πολυτεχνείο κι όποιος δε νιώθει ρίγος στη Μπουμπουλίνας, δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει και δεν του αξίζει βλέμμα.
Πόσο σπουδαία τα βλέμματα που διασταυρώνονται πάνω από ρακοπότηρα που τσουγκρίζουν. Η ουσία είναι ο δρόμος που περπατάς και που δεν καταλήγει πουθενά, είπε ανάμεσα σε δυο γουλιές ουΐσκυ. Llevo en el alma un camino / destinado a nunca llegar. Από τον πλήρη έλεγχο στην αυταπάτη απουσίας ελέγχου, η απόσταση είναι μονάχα ένα γύρισμα του κέρματος.
Η Θεμιστοκλέους. Ένα στενό με τίποτα το αξιόλογο, εκτός από ένα σουβλατζίδικο, ένα ουζερί κι ένα καφενείο που κλείνουν μέσα τους πάνω από μια δεκαετία κεφαλαιοποίησης συναισθημάτων και ανάσες οινοπνεύματος. Ένα στενό με σπασμένα στενά πεζοδρόμια. Τα πεζοδρόμια της Αθήνας, αυτά με τους σαράντα πόντους φάρδος είναι όμορφα ρε. Γκρινιάζουν όλοι γι’αυτά τα στενά πεζοδρόμια, δε νιώθουν πως τα βερολινέζικα βουλεβάρτα δεν κολλάνε, δεν μπορούν να ταιριάξουν σε δρόμους που κουβαλάνε στα ντουβάρια τους επουλωμένες πληγές από σφαίρες κάποιου Δεκέμβρη. Μας πήραν την Αθήνα, νανού-νανού, μονάχα για ένα μήνα. Το θυμάσαι, όχι;
Σήμερα μας την ξαναπαίρνουν την Αθήνα, γιατί τους αφήνουμε; Γιατί τους αφήνουμε να μας πάρουν τα παιδικά μας χρόνια και τις όμορφες στιγμές μας και τα σχέδιά μας; Επαναλαμβάνομαι σχεδόν αυτιστικά λέγοντας πως την κουβαλάω μέσα μου αυτή την πόλη, με τα στενά της πεζοδρόμια, τα σπασμένα της πλακόστρωτα, τα αποτσίγαρα στα παρτέρια και τις μπαρουτοκαπνισμένες γωνιές. Μα την κουβαλάω με χαρά και συγκίνηση και με μια ελαφρότητα βασανιστική όσο και λυτρωτική. Η Αθήνα είναι μια πόλη αγαπησιάρικη, χαριτωμένη και επιβλητική, που τραβάει στα άκρα, καπριτσιόζα, που-κάνει-αυτό-που-θέλει-ο-κόσμος-να-γυρίσει-ανάποδα. Γι’αυτό τη γουστάρω.
Σ’ένα αυτοκίνητο, σε χωματόδρομους νησιών, λεωφόρους αθηναίικες, στην εθνική, την παραλιακή ή τη Συγγρού, με ταχύτητες μικρές ή μεγάλες, αναλόγως τα κέφια. Αναλόγως το τραγούδι που τραγουδάμε. Πόσο εύκολα πιάνουμε το τραγούδι ρε. Και τι καθηλωτικό ρίγος, τι απόλυτος αισθησιασμός, τι εθισμός ο Βαμβακάρης. Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες τα φύλλα της καρδιάς. Όλο το μελόδραμα, η χαρμολύπη και η υπερβολή που χαρακτηρίζει το συλλογικό μας ασυνείδητο και την συλλογική μας μνήμη συμπυκωμένο σε πέντε στιχάκια. Κι εμείς που τραγουδάμε χρόνια τώρα, ανταλλάζουμε κασσέτες και cd και ανείπωτα και ανέγγιχτα, πλάνητες μες τα χρόνια που περνούν και μας αγγίζουν γλυκά, αφήνωντας χνάρια τρυφερά, εμείς ενώνουμε τους δρόμους, τα χέρια και τα νοιαξίματα και προχωράμε. Γιατί, πώς αλλιώς;
Αν σταθείς στην κορυφή του Συντάγματος, γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Πανεπιστημίου, απέναντι από τα λουλουδάδικα, δεν βλέπεις πού τελειώνει η λεωφόρος -αυτή η πανέμορφη λεωφόρος που’χει την ατυχία να κουβαλάει το όνομα μιας μονάρχισσας. Έτσι κι εμείς, δεν ξέρουμε πού τελειώνει ο δρόμος, αλλά δεν έχει και σημασία, γιατί αγοράσαμε καινούρια παπούτσια και λέμε να τα λιώσουμε ψάχνοντας την άκρη που ξέρουμε πως δεν θα βρούμε, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί θα περνάμε καλά, γιατί όλα θα πάνε καλά, γιατί δεν γίνεται να πάνε αλλιώς.
Ξημερώνει Πρωτομαγιά. Ξενυχτάω διαβάζονταις αυτό, αυτό και αυτό. Κάθομαι να γράψω, μπας και βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Το περιστατικό που αναφέρει η μπ. και τα σχόλια στο ποστ της ecpoir, μου έχουν προκαλέσει μια όχι ελαφρά στομαχική διαταραχή.
Δύο ποστ νωρίτερα, χτες το μεσημέρι στην εκπομπή του Βυτίου στο μπαμπλ και σε κάθε συζήτηση που ανάβει αυτές τις μέρες εν όψει εκλογών, μιλώ με πάθος υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές, υπέρ της στήριξης προς την Αριστερά. Αναφέρομαι σε μνημονιακό και αντιμνημονιακό πολιτικό κόσμο, σε ταξική πόλωση, σε αντιθέσεις που οξύνονται. Ωραίες ορολογίες, σπουδαίες φιλοσοφίες, ακαδημαϊκή προσέγγιση, ψύχραιμη, όσο μπορώ εγώ να είμαι ψύχραιμη (όχι πολύ).
Και μετά έρχεται η κοινωνία και η πραγματικότητα και σου τρίβουν τις αλήθειες τους στη μούρη, σου λένε “πάρε να’χεις να πορεύεσαι”. Περάσαμε δυο χρόνια και βάλε να καταδικάζουμε τη βία του γιαουρτιού. Περάσαμε την “θρησκευτική κατάνυξη” του Πάσχατου. Φρίττουμε συχνά ενθυμούμενοι πως κάποτε στη χώρα μας, ο κόσμος έκλεβε ένα καρβέλι ψωμί και συχνά ο φούρναρης καταχέριαζε τον κλέφτη. Αναρωτιέμαι όλες αυτές οι (ασχέτως γένους) κυράτσες που περνάνε τις κυριακές τους στην εκκλησία, όλοι αυτοί οι καθως πρέπει κυρΠαντελήδες, οι φιλήσυχοι πολίτες, όλοι αυτοί που ζουν ανάμεσά μας, υπερθεματίζουν άραγε της αυτοδικίας του νοικοκύρη προς τον επίδοξο κλέφτη; Όλοι αυτοί καταγγέλλουν “τη ρωσίδα πουτάνα που δεν ενημέρωσε τους πελάτες της ότι ήταν οροθετική”, που “το’κανε επίτηδες για να μεταδώσει τη μιζέρια της”.
Προσπαθώ να κατανοήσω τους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται στα αντανακλαστικά των νοικοκυραίων, την αναλγυσία, τη φιλαυτία και το φιλοτομαρισμό τους. Προσπαθώ να φανταστώ σε τι οικογένειες μεγάλωσαν όλοι αυτοί που σκέφτονται έτσι, τι άκουσαν στη γειτονιά, τα σπίτια και τον περίγυρό τους. Η ελιτίστική πλευρά μου μού θυμίζει τον Αλτουσέρ που μιλά για ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Οι ιδεολογικοί είναι χειρότεροι, πάντα το πίστευα αυτό. Τους πολεμάς πιο δύσκολα. Σκέφτομαι πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους θα επιβεβαιώσουν τον Αλτουσέρ, ψηφίζοντας χρυσαύγουλα. Κοιτάζω έκπληκτη τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των μικροαστικών και χαμηλότερων στρωμάτων. Σκέφτομαι σε ποιο παράλληλο σύμπαν ζω στην πραγματικότητα εγώ, σε σχέση με ανθρώπους που ζουν 8 χιλιόμετρα μακριά μου.
Ξαναδιαβάζω το ποστ του Βυτίου. Δε με πείθει σαν λύση ο αναχωριτισμός, όχι μονάχα επειδή είναι ελαφρώς “παρτάκικη” αντίδραση, αλλά κυρίως επειδή το τέρας μπορεί να έρθει να σε βρει όπου κι αν πας. Ακόμα κι αν δεν έρθει αυτοπροσώπως, η ηχώ του θα σε φτάσει μέσω δικτύων, καλωδίων και οθονών. Ξαναδιαβάζω τα σχόλια στο ποστ της ecpoir και εξοργίζομαι για μια ακόμα φορά, αλλά κατόπιν στέκομαι ενεή μπροστά στην άβυσσο που με χωρίζει από ανθρώπους που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο. Αδυνατώ να πιστέψω πόσο υποκριτικά λοβοτομημένη είναι αυτή κοινωνία. Η αποδόμηση του κοινωνικού ιστου, η αποσύνθεση της κοινωνίας προφανώς έχει φτάσει πολύ βαθειά. Από την άλλη, κάποιες αντιλήψεις απλά δεν ξεκόλλησαν ποτέ από την Λάρισσα της δεκαετίας του ’50. Κι από την τρίτη, σε συνθήκες οριακές, σε συνθήκες πόλωσης, σε συνθήκες όπου ενεργοποιούνται τα άκρα, προφανώς ενεργοποιούνται και ακραία ένστικτα, αντιδράσεις που μας θυμίζουν το ζώο που μια ζωή προσπαθούμε να ξεπεράσουμε, αλλά συνήθως δεν.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πριν από 126 χρόνια, κάποιοι άνθρωποι στο Σικάγο σκοτώθηκαν διεκδικώντας το οχτάωρο. Το οποίο έχουμε ήδη κηδεύσει, πολύ πριν επισφραγιστεί η κηδεία του διά νόμου. Μέσα σε αυτά τα 126 χρόνια, κατακτήθηκαν δεκάδες εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, τουλάχιστον στον “πολιτισμένο δυτικό κόσμο” (στον οποίο αναρωτιέμαι αν δικαιούνται να ανήκουν ορισμένοι από αυτούς που σχολίασαν στο ποστ της ecpoir: άραγε επικαλούνται και τους παρθενώνες αυτά τα άτομα; άραγε τους ενοχλούν τα τζαμιά και οι μουσουλμάνοι, επειδή αυτοί δε σέβονται τις γυναίκες τους; αλλά φυσικά άλλο το στεφάνι μας και άλλο η πουτάνα, το ξέχασα, σόρρυ). Σε κάθε περίπτωση, πλέον έχουμε φτάσει στο σημείο όπου εκχωρούμε κάθε έννοια δικαιώματος, σίγουρα εργασιακού, προφανέστατα και ατομικών ελευθεριών. Έχουμε φτάσει στο σημείο που ακόμα και η ίδια η αστική δημοκρατία γελάει με την κατάντια της και τσαλαπατά το ίδιο της το Σύνταγμα.
Έχουμε όμως φτάσει και στο σημείο που δεν έχουμε πια δικαίωμα να μιλάμε για την περιβόητη αλληλεγγύη που τάχαμου επιβίωνε τουλάχιστον στην δική μας τη χώρα. Ειδικά βέβαια, για ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες, δεν είμαι πολύ σίγουρη αν αυτή υπήρξε ποτέ. Απλά αυτούς τους λεκέδες τους κάλυπτε καλά η θρησκόληπτη και ηθικοπλαστική υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας, που βάζει την οικογένεια στο επίκεντρο μεν, αλλά μόνο τη δικιά της. Τώρα ο εχθρός μου είναι ο μετανάστης, ο κλέφτης, η πουτάνα, ο εργάτης χωρίς χαρτιά, ο έγκλειστος της Αμυγδαλέζας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο ιδιωτικός υπάλληλος, ο άλλος άνεργος που διεκδικεί τον ίδιο άθλιο μισθό με μένα, ο γείτονας που δεν εμπιστεύομαι πια.
Τώρα εχθρός μου είναι μάλλον ο εαυτός μου. Να σταθώ να τον κοιτάξω κατάμουτρα. Να θυμηθώ να τον φτύσω κιόλας. Λίγο πριν λιντζάρω αυτόν που κλέβει ένα καρβέλι. Λίγο πριν διαπομπεύσω την πουτάνα -που δεν έχει καμία σχέση φυσικά με τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Λίγο πριν ξεσκίσω τις σάρκες του μελαχροινού ζητιάνου. Λίγο πριν απομείνω εντελώς μόνος και απροστάτευτος. Λίγο πριν το παιδί και το εγγόνι μου έρθουν να μου ζητήσουν τα ρέστα.
Λίγο πριν να πάω να ψηφίσω. Ή λίγο πριν δεν πάω. Δυο ποστ πριν έλεγα πως πρέπει να πάμε να ψηφίσουμε αριστερά. Αν μη τι άλλο, εξακολουθώ να πιστεύω στις αξίες και το ήθος της αριστεράς που βάζει στο κέντρο της τον άνθρωπο, που δεν θα πει “η ρωσίδα πουτάνα οροθετική”, θα πει “η Τατιάνα”. Γιατί οι άνθρωποι έχουν όνομα. Και πες με ρομαντική και ιδεαλίστρια. Ε, είμαι.
Εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε την Κυριακή. Πιστεύω ακόμα πως από σήμερα ως την Κυριακή πολλά ακόμα θα συμβούν. Διόλου τυχαίες οι Αμυγδαλέζες και οι οροθετικές έξι μέρες πριν τις εκλογές. Το σύστημα παίζει τα τελευταία του χαρτιά. Και με μερικά κομμάτια της κοινωνίας έχει δουλέψει αρκετά καλά τόσες δεκαετίες, ώστε αυτά τα χαρτιά να πιανουν. Η λοβοτομή έχει λειτουργήσει και τώρα πλέον, είναι σημαντικότερη η ρωσίδα οροθετική και οι 600 πιθανά μολυσμένοι πελάτες της από τις επόμενες περικοπές, από την αποσύνθεση του συστήματος Υγείας και το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Τώρα το θέμα είναι να ξεφορτωθούμε τις ξανθιές πουτάνες και τους μελαμψούς εργάτες που μας λερώνουν. Δεν είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει. Αυτοί είναι.
Επιδιώκω τα καλύτερα. Αναμένω όμως τα χειρότερα. Αυτά που θα μας λερώσουν ακόμα πιο βαθειά, αν δεν σταθούμε κοντά στον διπλανό μας, αν δεν δράσουμε, ε.π.ι.τ.έ.λ.ο.υ.ς.
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή
(Μάνος Ελευθερίου)
Δέσμευση, ψυχαναγκασμός, στοργή, είμαι καλά -είσαι καλά; Γράφουμε όταν απλά δεν γίνεται να κάνουμε αλλιώς. Χρόνια ήθελα να γράψω ένα κείμενο παραθέτοντας ασύνδετα λέξεις, χωρισμένες με κόμματα, δεν το κατάφερα ποτέ. Κι απόψε το ξεκίνησα, αλλά τελικά βγαίνει αλλιώς.
Λέξεις παραταγμένες στη σειρά χωρίς φανερή σύνδεση μεταξύ τους, αλλά σε απόλυτη αρμονία και συνοχή, όπως είναι και οι άνθρωποι, χάντρες σε κομπολόι, πολύχρωμες χάντρες που κάνουν τσικ τσικ όταν αγγίζονται. Τι ήχο κάνουν οι άνθρωποι όταν αγγίζονται;
Γράφουμε όταν εμείς κι αυτά που είναι δικά μας δεν είναι καλά. Γράφουμε κι οι κανόνες της γραμματικής, της κοινωνίας και της ζωής δεν έχουν σημασία. Οι κανόνες της ζωής. Η ζωή δεν έχει κανόνες, απλά ροή, κυλάν οι μέρες και άλλοτε δεν έχουν σημασία, άλλοτε κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο καθώς αλλάζουν. Αλλάζουν οι μέρες, αλλάζουν οι ζωές, αλλάζουν οι άνθρωποι και η ροή διαρκώς αλλάζει ρυθμό.
Αποτοξίνωση, βόλτες, τοξίνες, τοξικά αγγίγματα, συναισθήματα και νοιαξίματα. Ροή, ρέω, κυλώ, κατρακυλώ, θόρυβος, ησυχία, αναστεναγμοί και ψίθυροι. Τάσεις προς το δράμα. Μελόδραμα και κεραυνοί. Το δωμάτιο είναι απόλυτα άηχο, ακούγεται μονάχα το γουργούρισμα του σκληρού δίσκου, για να θυμίζει την ύπαρξη. Ούτε καν ανάσα. Κόμποι στο λαιμό οι κόμποι της ζωής και, προφανέστατα, ό,τι δεν λύνεται κόβεται. ό,τι όμως κόβεται, ματώνει. Ματώνει και μερικές φορές αφήνει σημάδια που φωνάζουν. Κόμπος στο στομάχι και ανατριχίλα.
Κανείς ποτέ δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό οου γίνεται μες το κεφάλι σου, είσαι πάντα απόλυτα μόνος και τρομάζεις από αυτό ακριβώς το γεγονός και δεν θες να συμβαίνει, όσο κι αν ώρες ώρες αυτό είναι η καλύτερη επιλογή.
Μοναξιά, συντριβή και αλήθειες. Αλήθειες που θες να μάθεις, γιατί ξέρεις πως θα γρατζουνίσουν. Η έλξη του πόνου, horror vacui που μαγνητίζει με την κοχλιώδη μορφή του, που δεν τελείωνει ποτέ. Σαν την Αλίκη όταν πέφτει στο πηγάδι. Σαν τον χειρότερό μου εφιάλτη, εκείνον τον επαναλαμβανόμενο της ακατάπαυστης πτώσης, της τόσο ζωντανής, που ξυπνώ με το αίσθημα της προσγείωσης στο στομάχι. Κι ο ίδιος κόμπος στο στομάχι, αυτός ο γνωστός της μη παραδοχής, της μη αποδοχής, του όχι που ποτέ δεν ειπώθηκε εκεί που όφειλε, αλλά λέγεται συχνόπυκνα εκεί που δεν έχει καμία αξία, με τρόπο πείσμωνα, χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα.
Κάθε που μιλάμε, εξηγούμε και αναλύουμε, μιλάμε τελικά πάντα για τον εαυτό μας. Κι αναζητούμε ακριβώς την κατανόηση και την αποδοχή, αλλά πάντα, πάντα στις λάθος γειτονιές.
Κατανόηση. Αποδοχή. Άρνηση. Παραδοχή. Ειλικρίνεια. Αλήθειες. Λάμες που κόβουν με ακρίβεια χειρουργικού νυστεριού. Η στιγμή του σάλτο μορτάλε, η στιγμή της εκτόξευσης, ένα και το αυτό. Αβεβαιότητες, όλη η ζωή είναι μια αβεβαιότητα.
Τι είναι στη βάση του το συναίσθημα. Πού ακριβώς τοποθετείται, στον εγκέφαλο ή στην καρδιά; Κάνουμε πάντα τα ίδια που κατηγορούμε, τα ίδια που άλλοι έκαναν και μας πλήγωσαν. Και δεν παίρνουμε το μάθημά μας ποτέ. Κι επαναλαμβάνουμε τα ίδια ατοπήματα, χωρίς καν να συνειδητοποιούμε πως οδηγός μας είναι το πάτερν των ενοχών που φυτεύτηκε μέσα μας την στιγμή που μας έκοψαν τον ομφάλιο λώρο. Συναίσθημα, συναισθηματισμός, συναισθηματικός, λέξεις παρεξηγημένες που παίρνουν τη χροιά του συνωνύμου της αδυναμίας. Όσο πιο σκληρός απ’έξω, τόσο πιο ευάλωτος από μέσα, οι πανοπλίες κρύβουν απελπισίες και το χιούμορ συχνά δυστυχία. Αυτό το γνωστό, το κοινότυπο που λέγεται για το χαμόγελο του κλόουν.
Ήθελα να πάρω κάτι μαζί μου φεύγοντας, έτσι για το χάζι. Ας ήταν κι ό,τι πιο άχρηστο κι αχρείαστο. Για να το κοιτώ μετά και να σκέφτομαι. Να μην ξεχνώ. Καλύτερα που δεν. Το ξέχασα, μα πάντα υπάρχει ένας λόγος που ξεχνάμε να κάνουμε κάτι τέτοια απονενοημένα και παράλογα. Τελικά η πόρτα έκλεισε με θόρυβο και νεύρα. Κι έφυγα χωρίς. Κοροϊδεύουμε πάντα έναν καθρέφτη, τον δικό μας φυσικά, πως τάχα κάναμε αυτό που ήταν το σωστό. Φοράμε χαμόγελα υποκριτικής αυταρέσκειας, και κρύβουμε ένα πένθος που ποτέ δεν θα περάσουμε όλα του τα στάδια. Και τα πένθη συσσωρεύονται κάτω από πολύχρωμα -τάχα χαρούμενα- ρούχα.
Την επομένη που προκυρήχθηκαν οι εκλογές, Μεγάλη Πέμπτη, 12 του Απρίλη (μου αρέσουν πάρα πολύ οι συμβολισμοί), διάβασα αυτό και κατόπιν έριξα στη χαβούζα του τουήτερ τα κάτωθι:
Είμαι απόλυτα πεπεισμένη πως βρισκόμαστε σε μια από τις πιο κρίσιμες συγκυρίες της σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκής ιστορίας. Ακόμα, είμαι απόλυτα πεπεισμένη πως δεν υπάρχει αντικειμενικότητα, δεν υπάρχουν αντικειμενικές αλήθειες, υπάρχουν αντιθέτως πολλές πραγματικότητες και η προσωπική πραγματικότητα του καθενός μας. Αυτά είναι παραδοχές, οι οποίες για μένα έχουν αξιωματική ισχύ. Αν κάτι από αυτά σε βρίσκει αντίθετο, μη διαβάσεις παρακάτω, πιθανόν να εκνευριστείς.
Στη δεδομένη λοιπόν συγκυρία, υπάρχει η πολιτική του μνημονίου και της μοναδικής εναλλακτικής, που σαν τους πρώτους χριστιανούς, οι οπαδοί και υποστηρικτές της προωθούν με θρησκευτική πίστη και ευλάβια. Υπάρχει και η πραγματικότητα όσων πέφτουν θύματα αυτής της πολιτικής. Κοινώς, όπως πάντα συμβαίνει σε αυτού του τύπου τις μάχες, υπάρχουν δυο στρατόπεδα. Οι αντιθέσεις είναι αρκετά πολωμένες ήδη, και όποιος λέει πως η πόλωση είναι κακό πράγμα, ας ρίξει μια ματιά στην ιστορία. Η πόλωση δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή. Είναι μια ιστορική πραγματικότητα, μια συνέπεια συγκεκριμένων πολιτικών, κοινωνικών διεργασιών και, got news for you, συσχετισμών δυνάμεων. Ένα πράγμα μένει στον καθένα μας να κάνει: να διάλεξει πλευρά.
Γίνεται πολύς λόγος για τις εκλογές, αν αυτές αλλάζουν τον κόσμο, αν έχει σημασία η συμμετοχή, αν η αποχή συνιστά λύση, επιλογή, μήνυμα και όλα τα συναφή. Η προσωπική μου άποψη, που είναι και αδιαπραγμάτευτη και απλώς την εκθέτω, είναι η εξής: κανένα φετιχισμό δεν έχω με τις εκλογές. Οι εκλογές, κι αυτό είναι μια ιστορική αλήθεια, είναι μια κοινωνική κατάκτηση, που σε πολλούς κοινωνικούς σχηματισμούς (και στον ελληνικό επίσης), θυμίζω πως κατακτήθηκε με μπόλικους αγώνες και αίμα. Αυτό για να μην είμαστε επιλήσμονες και να μην παίρνουμε το θέμα έτσι χαλαρά, αλλά και να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους. Σημειώνω δε πως, τεχνηέντως, ποτέ δεν διδασκόμαστε την ελληνική ιστορία της περιόδου μεταξύ τέλους του Β’ Πακοσμίου πολέμου και της Μεταπολίτευσης. Γιατί άραγε; Μήπως γιατί κάποιοι θεωρούν καλό να μην ξέρουμε τι ήταν τα Ιουλιανά, τις έγινε στις εκλογές του ’61 και ’63, ποιος ήταν ο Πέτρουλας και ο Λαμπράκης; Πόσος κόσμος αλήθεια ξέρει τι σημαίνει 114; Αν δεν το ξέρεις, κοίτα εδώ: στο σημερινό Σύνταγμα πρόκειται για το άρθρο 120, το 1965 ήταν το 114. Λεπτομέρειες.
Οι εκλογές λοιπόν, δεν είναι φετίχ, είναι ένα εργαλείο, δομικό στοιχείο της αστικής δημοκρατίας, και όπως κάθε εργαλείο, χρησιμοποιείται κατάλληλα και προς το συμφέρον της πλευράς που έχει το πάνω χέρι στο συσχετισμό δυνάμεων. Για να το πω καθαρά, ο κόσμος δεν αλλάζει με τις εκλογές. Οι εκλογές όμως, ή μάλλον το αποτέλεσμά τους, μπορούν να δώσουν ώθηση στις εξελίξεις. Το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποτελέσει διαπραγματευτικό χαρτί, να δώσει ένα καλό boost σε άλλου τύπου διεργασίες. Παράλληλα δε, και κάνοντας μια αναγωγή, πιστεύω ακράδαντα πως ζητήματα όπως το γυναικείο, το περιβαλλοντικό ή το μεταναστευτικό αποκλείεται να επιλυθούν στα πλαίσια του παρόντος συστήματος: πλην όμως, κι επειδή δεν είμαι χριστιανή για να πιστεύω στην ανάσταση των νεκρών και στη μεταθανάτια ζωή, αν είναι εφικτό να γίνουν κάποιες βελτιώσεις in the meantime καλώς. Φτάνει αυτές να μην καθυστερούν τη γενικότερη πορεία προς την “δικιά μας ουτοπία”, και φτάνει να μην βαυκαλιζόμαστε: το σύστημα σου δίνει ψιχουλάκια τύπου άδεια μητρότητας ή ιθαγένεια στους μετανάστες, επειδή έχει κάτι να κερδίσει από αυτό ή επειδή νιώθει στριμωγμένο: μικρές νίκες μεν, την αξία τους έχουν, αλλά δεν αλλάξαμε και τον κόσμο επειδή πιθανά κατακτήσαμε αυτές τις πίστες. Τα κοιινωνικά δικαιώματα μπορούν και να αποτελέσουν μεγάλη λούμπα.
Ομοίως και με τις εκλογές. Για να το κάνω ταληράκια: αν υποθετικά έχεις ένα 30% των βουλευτικών εδρών στην αριστερά σε αυτές τις εκλογές, αλλιώς σπρώχνεται το κίνημα που θα έχεις (δεδομένα) εκτός Βουλής, απ’ότι αν η αριστερά εντός έχει ένα 10% (που δεν θα έχει τόσο, αλλά λέμε τώρα). Προφανώς, σκέτες οι βουλευτικές έδρες, δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα. Έχε ακόμα υπόψην τα εξής δεδομένα: αφενός είναι απόλυτα βέβαιο πως θα υπάρξουν κι άλλα μέτρα μετά τις εκλογές. Αφετέρου, υποθέτω πως δεν θες τα χρυσαύγουλα στο Κοινοβούλιο, σε όποιο πολιτικό χώρο κι αν ανήκεις (και σε αυτό το σημείο η υψηλή συμμετοχή στις εκλογές έχει αξία). Τρίτο και σπουδαιότερο: αυτό που συμβαίνει, δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, και το παιχνίδι δεν παίζεται μονάχα εντός των τειχών: πέρα από τις αναπόφευκτες συνέπειες και κλυδωνισμούς στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, ας μην ξεχνάμε τα αδερφάκια γουρουνάκια που βράζουν περίπου στο ίδιο καζάνι. Κι επειδή νταξ, ψιλοείμαστε και με το διεθνισμό (sic), αν ήμουν Ισπανίδα ή Ιταλίδα, δε θα με χάλαγε να μάθαινα πως η Ελλάδα ψήφισε αριστερά. Μάλλον θα μου έδινε έναν άλλο αέρα για τις κινητοποιήσεις που θα ακολουθήσουν.
Από και και πέρα, κι ίσως σε αυτό το θέμα θα έπρεπε να είχα αναφερθεί νωρίτερα, αλλά ας είναι, η συγκυρία είναι τέτοια που δεν χωράνε ευγένειες, αντικειμενικότητες και “δικαιοσύνες”. Η άλλη πλευρά εξαπολύει έναν ανηλεή αγώνα προπαγάνδας, αποπροσανατολισμού και εκφοβισμού, δεν φείδεται εξόδων και προσπάθειας σε αυτό το πεδίο και δεν είναι ούτε αντικειμενική, ούτε δίκαιη. Κοινώς υπηρετεί το συμφέρον της με μεθοδικότητα και δουλεύει για την υλοποίηση της στρατηγικής της με ζήλο. Ε, σε αυτό το πλαίσιο, και χωρίς καμία ενοχή ή δεύτερη σκέψη, κι έχοντας κατά νου πως το δίκιο είναι με την από δω πλευρά και πως η πραγματικότητά της είναι η πραγματικότητα των πολλών, προσωπικά θα στηρίξω την “προπαγάνδα της αριστεράς της στείρας άρνησης”. Κι όποιος ζητήσει προτάσεις, ας αναλογιστεί καταρχάς αν αυτό αποτελεί eligible πρόταση. Κατόπιν, να αναλογιστεί πως στην αριστερά γενικότερα, δεν περιμένει κανείς το Μεσσία, αλλά δουλεύουμε όλοι μαζί για να φτιάξουμε τον κόσμο που θέλουμε. Προτάσεις λοιπόν: για πες εσύ τι προτείνεις; Μνημόνιο ας πούμε;
Σ’αυτές λοιπόν τις εκλογές, θεωρώ κομβικής σημασίας την συμμετοχή, ακόμα και από όσους (και κυρίως από αυτούς) είναι δεδηλωμένα και ιδεολογικά πολέμιοι των εκλογών. Στην πολιτική είναι απαραίτητη η ευελιξία, και η επιλογή της τακτικής θα πρέπει πάντα να γίνεται βάσει ανάλυσης της συγκυρίας και των απαιτήσεών της. Όποιος δεν πάει να ψηφίσει, αναλαμβάνει ακέραια την ευθύνη της πράξης του, καθώς και των επιπτώσεων που αυτή θα έχει σε όλη την ελληνική κοινωνία και ακόμα σε όσους δεν έχουν δικαίωμα ψήφου (τους ανήλικους για παράδειγμα). Και για μένα είναι αυτονόητο πως δεν θα έχει κανένα δικαίωμα κατόπιν να ασκήσει κριτική ή να παραπονεθεί για όσα θα ψηφιστούν εντός Βουλής. Ας είχε εκφραστεί εγκαίρως.
Από κει και πέρα, εδώ πέρα δεν είμαστε κόμμα και δεν βγάζουμε γραμμή, απλά την αποψάρα μας λέμε. Κατά την αποψάρα λοιπόν της γράφουσας, οι μόνες πιθανές επιλογές σε αυτές τις εκλογές είναι αριστερά, και για την ακρίβεια ΚΚΕ, Συριζα ή Ανταρσύα. Κι αυτό γιατί είναι οι μοναδικές δυνάμεις με σαφή αντιμνημονιακή τοποθέτηση, κινηματική δράση και αριστερή προοπτική, αλλά και οι μοναδικές που δικεδικούν την είσοδο στη Βουλή με αξιώσεις (για την τρίτη μπορεί και να είναι wishful thinking βέβαια αυτό που λεώ ).
Σε κάθε περίπτωση, στις 6 του Μάη, και δεν είναι κινδυνολογία, κρίνεται το μέλλον όχι μόνο της δικής μας χώρας, αλλά πιθανότατα και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών. Για τα επόμενα, ας πούμε πενήντα χρόνια.
Σκέψου, κρίνε και αποφάσισε. Και μην ξεχάσεις ότι δεν υπάρχουναθώοι.
Είναι Μεγάλη Παρασκευή και είστε όλοι προς ή σε διακοπές, φαντάζομαι. Στην περίπτωσή όλων ημών που ζουμε στη Δυτική Ευρώπη και τα πέριξ, φέτος το Πάσχα άργησε, εμείς έχουμε αναστήσει ήδη. Μπορούμε άρα να ασχολούμαστε με άλλα πλέον.
Δεν πήγα στον Επιτάφιο. Κάποτε μου άρεσαν οι Μεγάλες Παρασκευές, όλη αυτή η φόρτιση, το βαρύ κλίμα, οι πασχαλιές και τα μωβ γενικά. Κάποια δόση, αυτό το πράγμα που εγώ βιώνα σαν ψυχαναγκαστική κατάθλιψη ήρθε κι έγκωσε και απλά δεν ήθελα άλλο. Ωραία τα απολυτήκια, ωραίες μελωδίες δηλαδή και κάποια όμορφα λόγια, σχεδόν ερωτικά. Αλλά μες την άνοιξη. Μες την άνοιξη αυτός ο ψυχαναγκασμός της θλίψης, πέρα που φανερώνει συγκεκριμένη λογική της συγκεκριμένης θρησκείας, είναι ό,τι πρέπει για ψυχολογικό ταρατατζούμ. Αυτή η λογική που λέει πως πρέπει να υποφέρεις πρώτα, για να απολαύσεις μετά, πρέπει να σταυρωθεί για να αναστηθεί -τι αναγωγή στην παρούσα συγκυρία ε; Ούτε ο Παπαδήμος να το είχε σκεφτεί δηλαδή. Αλλά δεν θα το πάω στο κοινωνικοπολιτικό, καμία όρεξη δεν έχω για περισπούδαστες αναλύσεις αυτή την ώρα.
Αυτή την ώρα λοιπόν, απλά σκέφτομαι, ρε πώς τα φέρνει η ζωή. Δεν είναι το πρώτο Πάσχα που περνάω μακριά από την Ελλάδα και δε με στεναχωρεί καν κιόλας, υποθέτω πως έχει καταστεί παραπάνω από σαφές πόσο δεν μου αρέσει το Πάσχα. Δεν.μου.αρέσει.το.Πάσχα. Θες κάτι κακές παιδικές αναμνησεις, θες τα βεγγαλικά που τα σιχαίνομαι, θες όλο αυτό το μακελειό, θες η νηστεία πριν το ξεσάλωμα. Βγάζει μια γκροτέσκα υπερβολή όλο αυτό. Κάποια φάση πριν από τρία; τέσσερα; χρόνια, δεν θυμάμαι και βαριέμαι να ψάχνω τώρα το λινκ, είχα γράψει εδώ μέσα ένα πολυ γλυακανάλατο κείμενο για τη Μεγάλη Παρασκευή, με μπόλικο συναισθηματισμό και μια τζούρα γλυκεράδα. Το ξαναδιάβαζα μετά και δεν μου είχε αρέσει καθόλου, έλεγα μα εγώ, είναι δυνατόν να γράφω τέτοιες μπούρδες, μα τις πιστεύω αυτές τις μαλακίες ρε φίλε;
Ψάχνοντας λοιπόν να βρω αυτό τον εαυτό που ποτέ δεν φανερώθηκε κανονικά και με σαφήνεια, τοποθετώντας ψηφίδες τη μια δίπλα στην άλλη, μπας και αποκαλυφθεί η μαγική εικόνα, ψηλαφώ τις εσωτερικές μου αντιφάσεις, όλα εκείνα που κάνω χωρίς να τα θέλω, όλα εκείνα που θέλω χωρίς τελικά να τα κάνω, κι όλα εκείνα που κάνω και άλλοτε είμαι εγώ άλλοτε είναι κάτι άλλο. Η χαζή και αλέγρα πλευρά του εαυτού μου λέει, έλα μωρέ, κουλ ντάουν, κι αυτό κι εκείνο εσύ είσαι, παραδέξου το μανίτσα να πάμε παρακάτω, κόλλησε η βελόνα. Η άλλη η δύσθυμη πλευρά που επιμελώς αποκρύπτεται από τα περισσότερα μάτια, το πέπλο που σκεπάζει με θυμηδία αυτό τον τρεγέλαφο του εαυτού, μου κλείνουν το μάτι πονηρούτσικα, υποννοώνας, χα! δε γλιτώνεις με την καμία από μας, εδώ θα είμαστε, βαρίδια στα πόδια, θες δε θες.
Δοκίμασα να επαναστατήσω εναντίον τους αλλά δράση-αντίδραση, είναι πιο ισχυρά. Δοκίμασα να πάω με τα νερά τους -τι πλήξη, τι πλήγμα, τι πληγή. Είπα μια δόση, να το κουβεντιάζαμε ρε φίλε, μου χεις κάνει τα νεύρα μανταλάκια όμως, τι θες πια; Μπα, μηδέν στο πηλίκο. Η πλευρά μου που σκέφτεται σαν μηχανικός, είπε να τα βάλει κάτω, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, μπας και κλείσουμε λογαριασμούς και λογιστικά βιβλία και ξεφορτωθούμε το περιττό βάρος. Ε, τελικά, άμα δεν κάτσεις να το κοιτάξεις το τέρας κατάματα για ώρα, ώστε κάποια στιγμή να κατεβάσει ντροπιασμένο τα ματια, να απονομιμοποιηθεί εκ της αποδυνάμωσής του και να φανερώσει τα αδύναμα σημεία του, απλά δεν παίζει να πάρει το καπελάκι του και να φύγει.
Νομίζω πως το στρίμωξα για τα καλά όμως. Το βλέπω να στέκεται κοντά στην πόρτα. Θα την ανοίξει και θα φύγει, δεν υπάρχει περίπτωση να μην. Ως τότε θα μου λεκιάσει λίγο το χαλάκι της εισόδου, τι τα θες, τέρας και παστρικό δεν γίνεται. Θα την κάνει όμως, δεν μπορει, ας φύγει κι από το μπαλκόνι άμα θέλει, αλλά εδώ να μείνει αποκλείται, δεν χωράει πλέον.
Τις προάλλες είδα το πιο παράξενο όνειρο του κόσμου. Προσπαθούσα λέει να κλείσω την πόρτα του σπιτιού, για να μην εισβάλει κάποιος κίνδυνος, κάτι κακό τελοσπάντων, αλλά η πόρτα όσο κι αν την έσπρωχνα δεν έκλεινε. Το πήρα για καλό σημάδι. Όχι άλλες κλειστές πόρτες. Τέντα ορθάνοιχτα, παράθυρα και πόρτες να μπεί αέρας κρύος και ζωογόνος, φως εκτυφλωτικό και καθαρτικό. Όχι.άλλες.κλειστές.πόρτες.Τελεία.
Η πιο γαμάτη στιγμή στο ρόλερ κόστερ, είναι η στιγμή που στέκεσαι στην κορυφή, πριν το τρενάκι κάνει κάθετη βουτιά με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν βουτήξει στο κενό. Απλά τα σπάει αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου. Μετά ουρλιάζεις από την έξαψη, τον γαργαλισιτκό και εξιταριστικό φόβο, η αδρεναλίνη απλά χτυπάει το πιο κόκκινο από όλα, αλλά ρε φίλε, νιώθεις σχεδόν κυρίαρχος. Αν μπορείς αυτό -τα μπορείς όλα. Λατρέυω τα ρόλερ κόστερ. Και γουστάρω απίθανα όταν η ζωή τα μιμείται.
ποστ μοιρασμένο, δανεισμένο και χαρισμένο στον Silent
Αυτός λοιπόν ο γαλανός ουρανός, ο ανέφελος, με το πράσινο και το μπλε από κάτω, δεν τα σβήνει τα αστέρια του και η καθηλωτική ομορφιά του είναι αδιαπραγμάτευτη και δεν εξαγοράζεται, δεν λερώνεται malgré tout. Βολτάροντας στο νότο, μέσα στην πιο ομορφη ανθισμένη φύση που υπάρχει, κι έχοντας στο μυαλό εικόνες των 90s και μουσικές παλιές και καινούριες, και στα μάτια χαμομήλια, ανεμώνες και μαργαρίτες, και στα μυαλά ρομάντζες και διάφορα άλλα αγαπησιάρικα. Φτάνοντας στην κορυφή της ανηφορίτσας, αντικρύζουμε το πιο απόλυτο μπλε που υπάρχει. Κατηφορίζοντας, το μπλε πλησιάζει και μας κατακλύζει. Ένα μεγάλο κομμάτι ευτυχίας.
Κι αντιθέτως μ’αυτά που λέει το τραγουδάκι, είναι άνοιξη φέτος αυτή, και μάλιστα από τις πιο κούκλες άνοιξες που έχω γνωρίσει. Εδώ στο νότο, που όλα μπορούν να συμβούν μες τα κεφάλια μας, αλλά και στην πραγματικότητα, στα βράδια μας και στα τραπέζια μας, τσουγκρίζοντας σφηνοπότηρα, κοιταζόμαστε στα μάτια, μάτια χαμογελαστά, τίγκα στις αλήθειες.
Είναι άνοιξη φέτος αυτή και τριγυρίζει με τον πιο βαμπ και επιβλητικό αέρα που υπάρχει, γοητεύει τα πάντα στο πέρασμά της, περνάει σα σίφουνας και παρασέρνει τις κακές σκέψεις. Με τέτοια άνοιξη, νιώθεις απλά παντοδύναμος, ανίκητος και ικανός για όλα. Βυθίζεσαι στο παγωμένο αλατόνερο, το δέρμα γεμίζει μυρωδιά ιωδίου και κάνεις όνειρα να μη φύγεις ποτέ, κάνεις όνειρα να αλλάξεις όλα αυτά τα μικρά ενοχλητικά, όχι, δεν κάνεις όνειρα, θα τα αλλάξεις. Και θα κατακτήσεις αυτό που θες κι έβαλες σκοπό, γιατί απλά δεν γίνεται αλλιώς, γιατί απλά το επιθύμησες και μια τέτοια άνοιξη, δεν μπορεί παρά να συμβεί. Νομοτελειακά. Και γάμα τα πλάνα.
Δεν γίνεται να μην. Ή μάλλον το να μην δεν υπάρχει καν σαν επιλογή. Η μοναδική επιλογή, η μοναδική δυνατότητα, είναι αυτό που’χεις βάλει στο κεφάλι σου. Εν τω μεταξύ, απολαμβάνεις αλατόνερα, οινοπνεύματα και χταποδάκια, ένα σκέτο πολλά βαρύ, μια βόλτα στο λιμάνι με αυτό στα αυτιά σου και στο ρηπήτ-ρηπήτ-ρηπήτ και δεν χορταίνεις να βλέπεις, να ακούς και να σκέφτεσαι ανθρώπους, καταστάσεις και πράξεις.
Πράξεις. Και λέξεις. Μουσικές. Το χαμάμ. Ο φάρος. Η θέα. Αυτοί που δεν είναι πια εδώ. Αυτοί που απλά λείπουν, αλλά είναι τόσο κοντά γιατί τους κουβαλάς μέσα σου. Κουβαλώντας τους είσαι ανάλαφρος, σχεδόν πετάς σαν τη στάχτη του τσιγάρου που στάζεις στον αέρα. Πιο ελαφριά κι από σαπουνόφουσκα, πιο χαρούμενη κι απο το γαλανό φλιτς-φλιτς. Ξεροψήνομαι σε ένα παγκάκι σαν τηγανήτα, το δέρμα τσιτώνει από την αφυδάτωση, καφές, τσιγάρο, χαλβάς πορτοκάλι και εικόνες πορτοκαλί και μωβ.
Αυτοί που δεν είναι πια εδώ. Αυτοί που λείπουν. Αυτοί που αγαπώ. Με πλυμμηρίζουν. Καθώς ξεροψήνομαι. Μαλάκα, βενσερέμος. Αυτή την άνοιξη. Τελεία. Τέλεια.
Τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που ενώνουν τον φάρο απέναντι, αυτήν που μόνο η μάνα της Κανέλλα τη φωνάζει, μια αγαπημένη φωνή, έναν πολύ συγκεκριμένο στίχο, μια πολύ αλμυρή γεύση, το λίγωμα στα μάτια.