μια απ’τα ίδια με ολίγη

Chaussée de Waterloo, St Gilles

Έχω στα σκαριά τρία ντράφτ. Τα δύο μάλλον δε θα δουν το πάμπλις ούτε με κυάλια. Όταν ξεκίνησα να τα γράφω ήμουν “κάπως”. Ακόμα κάπως είμαι, αλλά κάπως αλλιώς. Πάντα κάπως είμαι δλδ, ώρες ώρες απορώ πως με ανέχονται οι άνθρωποι, εμένα και τα moods μου, αυτά που οι Γάλλοι λένε πολύ πετυχημένα “humeur”, που βγαίνει από την ίδια ρίζα με το χιούμορ, παραξενιές της γλώσσας, ωραία πράματα, ενδιαφέροντα, ναχαμεναλέγαμε.

Cercle des Voyageurs, πίσω από τη Grand’ Place

Τις τελευταίες τρεις-τέσσερις μέρες περπάτησα πάρα πολύ στο όμορφο Βρυξελλοχώρι, είχα καιρό να το κάνω, θες ο καιρός που δε μας έκανε το χατήρι μέχρι πρότινος, θες τα moods και η κυκλοθυμία, θες που έλειψα πολύ, δε ξέρω. Είχα πάντως καιρό να περπατήσω στο Βρυξελλοχώρι έτσι πολύ, ειδικά στο κέντρο, μουχε λείψει δε ξες πόσο, το κατάλαβα τώρα που το ξανάκανα. Καθώς λοιπόν έκανα τις βόλτες μου στην πόλη με φιλοξενεί τόσο άδολα και που τη νιώθω δικιά μου με ένα τρόπο περίεργο, αλλά που ποτέ δε θα νιώσω δικιά μου όπως εκείνη την κούκλα του Νότου, ανακάλυψα διάφορες κρυμμένες γωνίτσες, διάφορες ομορφιές. Σκεφτόμουν, καθώς βολτάριζα με τους Pulp στα αυτιά, ότι αυτή η πόλη είναι διάσημη για τα λάθος πράγματα. Όλοι ξέρουν πως Βρυξελλοχώρι σημαίνει Mannekenpis, μύδια και σοκολάτες. Όμως, Βρυξελλοχώρι στην πραγματικότητα είναι τζαζ, κόμιξ, γκράφιτι και μπύρες. Κι ήθελα να κάνω ένα ποστ γι’αυτό, το κλωθογύριζα στο κεφάλι μου, να δείξω πόσο παρεξηγημένο είναι αυτό το αποπαίδι της Δυτικής Ευρώπης που θαθελε να είναι Παρίσι ή Άμστερνταμ, αλλά δεν είναι τίποτα από τα δύο, ανακατεύοντάς όμως και τα δύο με τον πολύ δικό του τρόπο. Αυτή η ευλογία που έχουν οι τόποι που είναι σταυροδρόμια, οι τόποι όπου συναντιούνται διάφορες κουλτούρες, γλώσσες, δραστηριότητες, άνθρωποι.

rue Morris, St Gilles

Το σκεφτόμουν λοιπόν και κάπως δούλευα ιδέες, συγκρίσεις, αναγωγές. Μετά πήγαμε στο Malte για κρασιά. To Malte είναι ένα από τα πιο μαγικά μέρη που έχω βρεθεί ποτέ, έχει μια πίσω αυλή που σε κάνει να νιώθεις πως είσαι τελείως αλλού, κάτι καρέκλες που αναρωτιέσαι τι έμπνευση είχε αυτός που τις έφτιαξε κι ένα μπαρ που υποθέτω πως θα ζήλευαν τα μπαρ πολλών κοσμοπολίτικων μεγαλουπόλεων, κάτι Λονδίνα και κάτι Νέες Υόρκες πχ. Και μετά κατηφορίσαμε στο κέντρο για τζαζιές και μπύρες. Στην παρέα μας είχαμε και δυο σπάνιους ανθρώπους από μας ήρθαν απο κείνη την κούκλα του Νότου. Μας έλεγαν πόσο πολύ τους αρέσει το χωριό μας, τους λέγαμε πόσο πολύ λατρεύουμε την κούκλα στην οποία ζουν, που όλοι έχουν βαλθεί να την καταστρέψουν με μανία, αλλά αυτή ακόμα αντιστέκεται, σαν άλλο γαλατικό χωριό. Σκεφτόμουν την κλασική κλισεδιά, πως ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που επιθυμεί και αναπολεί πάντα αυτό που δεν έχει.

Chaussée d’Ixelles, Ixelles

Και θυμήθηκα αυτό το ποστ του Βυτίου, που διαβάζοντάς το, ένιωσα την αγωνία του ανθρώπου που την αγαπάει αυτή την κούκλα του Νότου, κι ας γίνεται από όλες τις μπάντες το παν για να γίνει μισητή, αλλά που πόσο ν’αντέξει πια κι αυτός ο άνθρωπος τα απανωτά χτυπήματα. Και που παρόλ’αυτά εξακολουθεί να βρίσκει το χρόνο και την όρεξη να χαζολογήσει με τα πιτσιρίκια που σουτάρουν στο άπειρο, ενώ αντιδρά με τους ανεγκέφαλους δολοφόνους που μακελεύουν μετανάστες, γειτονιές και δομικές αξίες, χαλιέται που δε μπορεί να πάρει ένα φόρεμα στο κορίτσι του, αλλά παρόλ’αυτά κάτι μέσα του του λέει πως εδώ είναι η ουσία, εδώ είναι κι ο σκοπός και το παλεύει. Μετά χαώθηκα πάλι με τα δικά μου, με τα επαγγελματικά που μου τη σπάνε, με τα πλάνα που  κυοφορώ στο κεφάλι μου, με το θεματάκι μου που εγώ ζω εδώ, βιώνοντας τη ματαιότητα του να έχω το μισό μου μυαλό εκεί και να είμαι πάντα partagée, μοιρασμένη ανάμεσα σε δυο κόσμους που και αγαπώ και που θέλω να αλλάξω.

Café Arganne, rue du Jardin des Olives

Και κουβέντιαζα μετά πως όσο τίποτα θα ήθελα να είμαι αυτό τον καιρό στην Αθήνα, πως είναι ψυχοφθόρο να αποχαιρετάς ανθρώπους και να μένεις πίσω, πως μελαγχολώ όποτε φεύγετε, εσείς που έρχεστε, πως έχω μες το μυαλό μου συνεχώς πώς τα περνάτε, πως είναι τόσο εξουθενωτικό να έχεις την καρδιά σου σε δυο μέρη, και πως με χαρακώνει η ομορφιά και η δυστυχία αυτού του κόσμου. Θα σιχαθώ τη ζωή μου έτσι και γίνω αυτό που κοροϊδεύω, έτσι και γίνω Αστόρια, αλλά απόψε γιορτάσαμε τα γενέθλια της φίλης μας λες και ήμασταν εκεί, με τσίπουρα και μουσικές στη γλώσσα μας. Με γέλια και συγκίνηση που έχουν μια στάλα τραγικού, μια στάλα χαρμολύπης, με την τόσο χαρακτηριστική μας υπερβολή που όσο κι αν την κοροϊδεύω, όσο κι αν με ξενερώνει -ε, ξες, αυτό είμαι, δε ξεριζώνεται ρε φίλε, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Άντε τώρα εσύ να αναβαπτιστείς και να βγάλεις από το δέρμα και την ψυχή σου το Γκάτσο και τον Ελευθερίου.

Και μετά διάβασα αυτό. Και δε θα το γράψω το ποστ για το Βρυξελλοχώρι που είναι τζαζ, κόμιξ και μπύρες. Όχι γιατί δεν είναι, αυτά είναι. Αλλά γιατί απλά μετράω σα τους φαντάρους τις μέρες μέχρι τις 15 Ιουνίου, όχι για να πάω να ψηφίσω, μα για να πάρω τη τζούρα μου. Μλκ, παίζει σιγά σιγά και να μετατρέπομαι σε Αστόρια.

ΥΓ. Λίγο βαρέθηκα να μιλάω για δηλώσεις, συνεντεύξεις στημένες, πολιτικές μεταγραφές και κομματικο-οικονομικο-πολιτικά τερτίπια χαμηλοτάτης υποστάθμης. Είναι καιρός να μιλήσουμε για ανθρώπους. Για ζωές. Για ψυχές. 

le regard qui change

Λιακάδα και ζέστη και καλοκαίρι και τα πρώτα φορεματάκια και πέδιλα.

Ο ήλιος κάνει το ντεκλίκ. Παίρνοντας την Αλίκη, τη Τζιλ, τη Μάργκο και τη Σάρα Κέη από το χέρι περπατάς στην Λεωφόρου του Κυνηγιού και πηδάς μέσα σε ένα βαθύ πηγάδι που όλο στενεύει, στενεύει, στενεύει. Στα τοιχώματά του, γλυφιτζούρια με χοχλιδωτά σχέδια μώβ και κίτρινα, μπομπόνια χρυσαφιά και εντοιχισμένα έντομα σε όλες τις πιθανές εκδοχές. Χρώματα και σχέδια ζαλιστικά που οδηγούν την πτώση σε ένα καραμελωμένο μπούνκερ. Προσγείωση σε πουπουλένια σύννεφα. Έπεσες ή μήπως απογειώθηκες;

Δοκιμάζεις τις επιφάνειες, γεύσεις που μπερδεύουν το υφάλμυρο και το υπόγλυκο, όλα καινούρια και απροσδιόριστα οικεία. Yφάλμυρο και υπόγλυκο, ανολοκλήρωτες γεύσεις, σαν υπόσχεση. Σαφείς μες τη σχετικότητά τους, μεταίχμιο. Είναι το πρίσμα που αλλάζει. Στρέφεις τον πρισματικό μεγεθυντικό φακό, κοιτάς μέσα από μια άλλη έδρα του και να που οι μαύρες επιφάνειες γίνονται λευκές, τα μπαρόκ σχέδια μινιμάλ και το φως προτοκαλί από απόκοσμο γαλάζιο. C’est le regard qui change.

Βγάζεις τα πέδιλα, σηκώνεις το φόρεμα και τσαλαβουτάς μέσα σε ένα ποταμάκι από γιαούρτι και μέλι , περπατώντας πάνω σε βότσαλα-καρύδια. Απέναντι, ο Λιούις Κάρολ παίζει πρέφα με τον Ντίκενς και δεν κερδίζει κανείς. Οι ήρωες των παιδικών καρτούν κρέμονται με μανταλάκια φυστικί από τα κλαδιά και τα φύλλα των φουντουκόδεντρων. Το αεράκι μυρίζει σαν το βούτυρο από κουλουριών που μόλις ψήθηκαν και πηγαινόφέρνει φύλλα και εικόνες.

Η Σάρα Κέη και η Αλίκη πιάνονται μαλλί με μαλλί με τη Μάργκο και τη Τζιλ μέσα σε ένα τεραίν πασαλειμένο με σοκολατένιο φατζ. Ο αγώνας αμφίρροπος. Εσύ το μέρος ποιας ομάδας θα πάρεις; Η Αλίκη έχει ένα χαζό χαμόγελο σαν της LSD και η Σάρα Κέη την ηλίθια μελαγχολία της Μαντάμ Μποβαρύ. Η Μάργκο είναι καμένο χαρτί χαλαρά. Και η Τζιλ είναι απλά μπλε.

accords_de_reves_by_pedromedar

Accords de rêves by pedromedar-d2yal3o

Μπλε it is.
Pause. Ντεκλίκ. Reboot. 

σκόνη και χρυσόσκονη κι όλ’ αυτά

οπωσδήποτε play στο γιουτούμπι

Επιστρέφοντας σπίτι μετά τη δουλειά και μετά από μερικά προσέκα, περπατώ μέσα στο πάρκο που έχει πρασινίσει και λουλουδίσει και μοσχοβολάει άνοιξη. Το σκούρο πράσινο των δέντρων φαντάζει ακόμα εντονότερο στο φόντο του γκρίζου μολυβί ουρανού. Μάης μήνας και μουλιάσαμε στη βροχή, αλλά δεν πειράζει, κι ας περνάει από το μυαλό μου η γνωστή παροιμία για τον “καταρραμένο τόπο”. Στα αυτιά μου ηχεί αυτό και σκέφτομαι πως οι πολιτικοί στίχοι μπορεί να είναι και εξόχως ερωτικοί. Κι εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου, θυμάμαι ένα μεσημέρι Νοέμβρη στα Χαφτεία, πάνε πολλά πολλά χρόνια.

Το λοιπόν, που λες, φιλαράκι, είναι μερικά πράγματα που δεν θα τα καταλάβω ποτέ. Δεν θα καταλάβω ποτέ πώς λειτουργούν οι άνθρωποι, τι ακριβώς συμβαίνει στον εγκέφαλό τους, αν κοιτάξεις μια ακτινογραφία (ή μήπως αξονική; μια απεικόνιση τελοσπάντων) του ανθρώπινου εγκεφάλου, βλέπεις ένα σωρό διαδρομάκια, τεθλασμένες, λαβυρίνθους, κάτι φιδίσιες πορείες. Λένε πως εκεί μέσα γίνονται ένα σωρό χημικές ενώσεις και κάτι άλλα περίεργα. Όσο ακατανόητες μου μοιάζουν αυτές οι χημικές ενώσεις, άλλο τόσο ακατανόητες μου φαίνονται οι σκέψεις και οι συμπεριφορές και η έλλεψη συνοχής μεταξύ των δύο, συχνά. Ψάχνω πάντα να βρω τη συνοχή, τους συνεκτικούς κρίκους, τους δεσμούς, τα λινξ. Που σπάνε τόσο εύκολα, που είναι όσο εύθραυστα, όσο και οι ανθρώπινες σχέσεις, όσο και οι ίδιοι οι άνθρωποι τελικά.

Ψάχνω πάντα τη συνοχή, προσπαθώ πάντα να λειτουργώ με συνοχή, χωρίς όμως να το κάνω όλες τις φορές με επιτυχία, ούτε κι εγώ. Η συνοχή και η ισορροπία είναι μάλλον μια ουτοπία και αυτές, σαν τόσα άλλα πράγματα, σαν την αταξική κοινωνία ίσως, την δικαιοσύνη και όλα αυτά τα όμορφα. Μερικές φορές, μου περνά από το μυαλό πως ακόμα και η δικαιοσύνη, αν την εξετάσεις αφαιρετικά και απεκδυμένη από το νομικό της κασκετάκι, είναι πολύ υποκειμενικό πράγμα, είναι θέμα οπτικής γωνίας. Όπως τα πάντα δλδ, η δικιά μου αλήθεια δεν έχει σχέση με τη δικιά σου και αυτό που βιώνω εγώ, you either get it or not, και μάλλον #not. Μια πολύ καλή μαγιά για χάος, παρεξηγήσεις και ατέρμονους (παράλληλους) μονολόγους με γιατί, πώς, από πού κι ως πού.

Έχει νόημα; Έχει και δεν έχει. Δεν έχει. Δεν θα καταφέρω ποτέ μου να αποκρυπτογραφήσω τον εγκέφαλο των άλλων, αυτών των άλλων, όσο κοντά μου κι αν βρίσκονται, όσο κι αν νιώθω να τους καταλαβαίνω, δεν πιάνω μία. Ούτε κι αυτοί εξάλλου, και δεν χρειάζεται να εξηγείς, να νιώθεις χρειάζεται, αλλά χωρίς defragment δεν παίζει, όποτε ασ’το καλύτερα, πάμε για μπύρες να μου πεις οτιδήποτε, ακόμα και για την Τσέλσι, που ειλικρινά δε με νοιάζει καθόλου. Όχι την Κλίντον, την άλλη του Ρώσου ολιγάρχη, που κι οι δυο τους δλδ ειναι τα least of my concerns, αλλά τι να λέει, από το να σπάω το κεφάλι μου να αποκωδικοποιήσω γρίφους, δε γαμιέται, Τσέλσι και ξερό ψωμί, μη σου πω δλδ να μου πεις και για μανικιούρ που το βαριέμαι θανατερά.

Flash back. Εδώ και δεν ξέρω πόσα, δεν ξαναλέω χρόνια, Ούτε και θυμάμαι από πότε, κάθε που αποπειρώμαι να εικονοποιήσω την ευτυχία, στο μυαλό μου έρχεται, μη γελάσεις, η Κάντι να σκάει σαν καρπούζι μέσα σε ένα καταπράσινο λιβάδι και καθώς είναι ξαπλωμένη καταγής, γύρω της να ξεπηδάνε ψηλά χόρτα και μαργαρίτες κι άλλα τέτοια φυσιολατρικά. Ένα κοριτσίστικο καρτούν των 80s, όσο κακοφτιαγμένα ήταν τα καρτούν των 80s, 8 καρέ από κείνο, μερικά δευτερόλεπτα χαζοχαρούμενου γέλιου. Δεν είναι ακριβώς ευτυχία, είναι μάλλον η εικόνα της ξεγνοιασιάς αποτυπωμένη μέσα από  την πεμπτουσία της αμερικανιάς, το παραδέχομαι, είμαι παιδί που μεγάλωσε στα 80s όμως, με ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2, με την Αστροφεγγιά, το Μινόρε της Αυγής, τη Λιλιπούπολη και, σόρρυ κιόλας, την Κάντι, και ναι αυτό το κομμάτι το έχω πλέον απενοχοποιήσει, γιατί άμα λάχει έχω και Μπόλεκ και Λόλεκ στο σιβί μου, μη σου πω για Φρουτοπίες και “σαν πειρατής θα γυρνάς”.

Αυτό λοιπόν. Η εικονοποίηση της ευτυχίας, ένα χαζοχαρούμενο κοριτσίστικο γέλιο ξεχυμένο πάνω σε πράσινα χόρτα και μαργαρίτες κι όλα τα απλά και τόσο περίπλοκα τελικά, που συνθέτουν την ουτοπία και τις κοινές μνήμες όσων από μας θυμόμαστε το 1987 σαν κάτι παραπάνω από μια απλη ημερομηνία, το θρέσχολντ που λέγαμε με ένα καλό φιλαράκι, αυτά είναι κι άλλα δεν έχω.

Αυτά. 1980. Είμαι ένα μικρό μπουλουκάκι καθισμένο σε ένα παιδικό σκαμπώ μπροστά στο ψυγείο, στην κουζίνα, σε ένα μικροαστικότατο διαμέρισμα πίσω από τη Λεωφόρο Παπάγου. Η μάνα μου πλένει πιάτα και στο ράδιο -εκείνο το παλαιολιθικό με τα κουμπιά-, ο Σπυρος Σακκάς (αν θυμάμαι καλά) τραγουδάει το Χαρχούδα, κι αυτή παίζει να είναι μια από τις πιο ευτυχισμένες παιδικές μου αναμνήσεις.

Ψάχνω κι άλλες. Αν σου πω πως όλες τις καπελώνει αυτή; Ο Χαρχούδας ρε φίλε, όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτό το βιολί μου φέρνει δάκρυα στα μάτια, τι να λέμε τώρα. Αυτό μου φέρνει δάκρυα στα ματιά, κι ας ονειρεύομαι ακόμα και τώρα μόνο Χρυσαλιφούρφουρα, σκόνες και χρυσόσκονες, κι ας γύρισα κι ας ταξίδεψα πολύ. Άλλο νησί δεν θα ξαναγαπήσω, να το ξες.

Από τότε, έχουν κυλήσει μπόλικες αναμνήσεις στο ποτήρι μου και έχουν αφήσει τα χνάρια τους πάνω στα τοιχώματά του, σαν δροσοσταλίδες, σαν τις μαβιές σταγόνες που κολλάνε στο εσωτερικό του, καθώς πίνεις κρασί. Τώρα πια, δεν είναι τόσο απλό να καβαλήσεις το Φύστικο και να φύγεις ταξίδι σε λιμάνια ξένα. Πρέπει να ελέγξεις πρώτα το υπόλοιπο της πιστωτικής και τον Φύστικο τον λένε Λουφτχάνσα και δεν έχει για κατάρτι μια φυστικιά, έχει μονάχα σιδερένια φτερά και πίσω του αφήνει εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Τώρα πια όλα έχουν υπολογισμούς και πίσω σκέψεις κι αν δεν μετράς την κάθε λέξη μπορεί και να σε πουν γραφικό ή ανώριμο. Τώρα πια όμως, το κουβαλάς το Χοντρό Μπιζέλι μέσα σου, και τα θειούχα ρυάκια της Ισλανδίας σου φέρνουν στο νου το Γιαουρτοπόταμο. Κι όλα αυτά δεν είναι παλιμπαιδισμός, είναι συσσωρευμένη εμπειρία, γιατί τις νύχτες μπορείς να πετάς ανάμεσα σε σύννεφα από ροζ πουλιά φλαμίνγκος και να στριφογυρίζεις σε μωβ ουρανούς και ρόδινες αναμνήσεις.

Και χάρη σε αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, θυμάσαι πού και πού να μην ψάχνεις να καταλάβεις όσα δεν εξηγούνται, να μη σπας το κεφάλι σου με γρίφους, να live and let live and let go, να μην αναζητάς τη συνοχή εκεί που εξορισμού δεν υπάρχει. Και να σέβεσαι το πόσο εύθραυστοι, ευαίσθητοι και χλωμοί είναι οι άνθρωποι, ακόμα κι εκείνοι που στήνουν συρματοπλέγματα γύρω από το μυοκάρδιό τους, αυτό με τις ατσάλινες βαλβίδες.

Χάρη σε αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, μαθαίνεις να θαυμάζεις την γοητευτική τελειότητα της τελείας και του τέλους.

κριτής κι αφέντης είν’ο λαός*

*παραφράζοντας το Νίκο Γκάτσο και αριστερίζοντας χωρίς ντροπή ;)

Ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει σαν βασικό του εργαλείο τη θεραπεία του σοκ, είναι γνωστό και δεν χρειάζεται και μεγάλη ανάλυση. Όπως στις ξεπερασμένες μεθόδους ψυχοθεραπείας, έτσι και στις σύγχρονες (?) μεθόδους οικονομικής “θεραπείας”, καθώς ένας λαός δέχεται απανωτά σοκ, μουδιάζει και χάνει κάθε ικανότητα συνειδητοποίησης του τι ακριβώς βιώνει, πολλώ δε μάλλον αντίδρασης.

Από τις εκλογές της 6ης Μαΐου και δώθε, μοιάζει σα να βιώνουμε μια αντίστοιχη κατάσταση στην πολιτική σκηνή. Τα γεγονότα κυλάνε με ταχύτητα φωτός κι η δυσκολία αφομοίωσης και συνειδητοποίησης είναι μεγάλη. Ο σουρρεαλισμός επίσης. Μια καλή αντιμετώπιση είναι αυτή που λέει “παίρνω βαθείες ανάσες, μετράω από μέσα μου ως το 10 και συλλογίζομαι“, αλλά δεν ξέρω πόσοι από μας μπαίνουν σε αυτό τον κόπο και πόσοι -ακόμα λιγότεροι- έχουν αυτή τη δυνατότητα, ειδικά όταν οι λογαριασμοί τρέχουν, τα έσοδα συνεχίζουν να μειώνονται και γενικά η ζωή τραβάει την ανηφόρα.

Προφανέστατα το κεντρικό σημείο της ανάλυσης και εκτίμησης αυτής της συγκυρίας, ακούει στο όνομα Σύριζα και όλοι έχουν βαλθεί να προσωποποιούν τη συζήτηση, φερμάροντας τον Αλέξη Τσίπρα σε κάθε του βήμα και λέξη. Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε όμως ότι ο Σύριζα δεν είναι ο Τσίπρας, αλλά έντεκα συνιστώσες και δεν-ξέρω-πόσες τάσεις εντός του Συνασπισμού, και κακώς τείνουμε να το ξεχνάμε αυτό. Μπορεί η ηγεμονεύσουσα λογική εντός του σχηματισμού να είναι αυτή της κατά το κοινώς λεγόμενον “τάσης Τσίπρα”, αλλά δεν υπάρχει μονάχα αυτή.

Όλες αυτές τις μέρες, αναλωνόμαστε σε δεκάδες συζητήσεις και σπατάλαμε άπειρες εργατοώρες αναλύοντας δηλώσεις, πράξεις και επιλογές, κάνοντας εκτιμήσεις και εξάγοντας συμπεράσματα. Πολλοί είναι εκείνοι που πάγωσαν συνειδητοποιώντας ότι η “καταγγελία του μνημονίου” που κυριαρχούσε στο λόγο του δεύτερου πλέον κόμματος, μέχρι την 6η Μαΐου, μετατράπηκε σε “επαναδιαπραγμάτευση”. Πολλοί είναι εκείνοι που μπερδεύονται ακούγοντας στελέχη του κόμματος και αναρωτιούνται αν πχ ο Π. Λαφαζάνης και ο Γ. Δραγασάκης ανήκουν όντως στο ίδιο κόμμα. Κι εγώ ανάμεσά τους. Οι ερμηνείες ποικίλουν, οι αισιόδοξοι μιλούν για τακτική, έξυπνη ή λιγότερο έξυπνη, και, καίτοι μουδιασμένοι, κάνουν το ταμείο τους και καταλήγουν στο τι θα στηρίξουν στις επερχόμενες εκλογές.

Είναι όντως τακτική όμως; Ή είναι πολιτική γραμμή; Κι αν είναι όντως πολιτική γραμμή, μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε αν αυτή η διγλωσσία ή μεταστροφή, τεχνηέντως δρομολογήθηκε προ και μετά εκλογών; Μήπως νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για καλώς σκηνοθετημένη υφαρπαγή ψήφου;

Αν γυρίσουμε πίσω στο χρόνο και σταθούμε λίγο στο 1981, ας αναρωτηθούν όσοι θυμούνται και ας μάθουν όσοι γνωρίζουν, πόση σχέση είχε το Πασόκ του 1980, το Πασόκ του 1985 και το Πασόκ του 2000; Η προ εκλογών του 1981 ρητορική του Πασόκ ήταν σαφέστατα αριστερή, τη λες κι αντι-ιμπεριαλιστική ακόμα. Κατόπιν, κύλησε πολύ νερό στ’αυλάκι, τα μουστάκια ξυρίστηκαν και οι γραβάτες αυξήθηκαν, μαζί με τις πολιτικές επιλογές που μετατόπισαν το κόμμα πιο δεξιά, πιο δεξιά, εντελώς δεξιά. Οι αποχωρήσεις και τα πρόσωπα που “έθεταν εαυτόν εκτός κινήματος” αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, ειδικά στην πρώτη τετραετία. Ο Αριστοφάνης στους Ιππής αναφέρει χαρακτηριστικά πως ο λαός έχει την τάση να ξεχνάει και νανουρίζεται με υποσχέσεις γιατί έχει ανάγκη την ελπίδα. Πρόκειται για μια σχεδόν κοινοτοπία, μια χιλιοειπωμένη αλήθεια που όμως επιβεβαιώνεται συχνάκις και όχι πάντα θέτοντας τις καλύτερες προϋποθέσεις. Και φυσικά, οι εποχές αλλάζουν, η ιστορία έχει δυναμικό χαρακτήρα και όχι κυκλική πορεία, αλλά κακό δεν κάνει να κοιτάς και πίσω πού και πού.  

Και μετά την μεταστροφή του λόγου και τα παιχνιδάκια με τις λέξεις -που διόλου δεν είναι παιχνιδάκια όμως: άλλο πράγμα η καταγγελία και άλλο εντελώς η επαναδιαπραγμάτευση, η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια και οι διακυμάνσεις των εννοιών πολύ σαφείς, κι ανοίξτε και κάνα λεξικό επιτέλους-, έρχεται το πυροτέχνημα της πρότασης Αρσένη. Τακτικισμός είπαν, μικρής σημασίας είπαν το θέμα του υπηρεσιακού Πρωθυπουργού, μόνο που στο συμβολικό επίπεδο, υπάρχει μια γενιά για την οποία ο Αρσένης σημαίνει πολύ συγκεκριμένα πράγματα (για να μην πω δύο, καθώς, εκτός από τη γενιά των καταλήψεων του 1998, υπάρχει και η γενιά που θυμάται τον “Τσάρο της οικονομίας” και την λιτότητα της δεύτερης τετραετίας του Πασόκ). Κι ακόμα και για όσους δεν θυμούνται ή αδιαφορούν για τους συμβολισμούς, στο πολιτικό επίπεδο, η επιλογή Αρσένη δηλώνει καθαρά την διάθεση ψαρέματος ψήφων από συγκεκριμένη δεξαμενή. Και φυσικά και είναι λογικό να θέλεις να προσεταιριστείς τους δυσαρεστημένους πασόκους, μόνο που είναι άλλο πράγμα να τους μετατοπίζεις εσύ προς τις θέσεις σου και εντελώς άλλο να μετατοπίζεσαι εσύ προς αυτούς και μάλιστα με πολιτικάντικα τερτίπια χαμηλοτάτου επιπέδου. Παπανδρεϊσμό και λαϊκισμό το λένε άλλοι.

Είμαστε σε turning point και η επιλογή μας της 17ης Ιουνίου προοικονομεί το άμεσο, αλλά και το απώτερο μέλλον. Για άλλη μια φορά υπάρχει η ροπή αυτός ο λαός να επιλέξει με την πλάτη στον τοίχο. Από όλες τις μπάντες εξαπολύεται μια πρωτοφανής τρομοκρατία, από το κατάπτυστο πρωτοσέλιδο της “Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του ΔΟΛ” ως το -διπλωματικά σχεδόν άτοπο- τηλεφώνημα της μαντάμ Μέρκελ στον ΠτΔ, όλες οι δυνάμεις/τάσεις/πλευρές του αστικού μπλοκ επιστρατεύουν κάθε είδους τακτική και ρητορική, για να εκβιάσουν καταστάσεις, να τρομοκρατήσουν και να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη. Οι επόμενες μέρες κυοφορούν πολλές ακόμα εκπλήξεις.

Για μια φορά, ας έχουμε στο μυαλό μας πως ο φόβος και η ελπίδα είναι πολύ κακοί σύμβουλοι. Αντιθέτως, καλός οδηγός είναι μια άλφα αποστασιοποίηση, περισυλλογή και καθαρά πολιτική σκέψη και επιλογή. Είναι πολύ διαφορετικό να επιλέγεις τι δεν θέλεις από το να δηλώνεις τι θέλεις. Υποθέτω -δικαίως θαρρώ- πως αν κάτι δεν θέλεις σίγουρα είναι να δεις για μια ακόμα φορά τα ζιβάγκο να μετατρέπονται σε κοστούμια. Οι πολιτικοί οργανισμοί όμως δεν είναι αυθύπαρκτοι, δεν προκύπτουν από παρθενογένεση και δεν έχουν μια αυτόνομη ζωή ανεξαρτήτως κοινωνίας. Ίσα ίσα, κοινωνία και πολιτικοί οργανισμοί είναι συγκοινωνούντα δοχεία κι όσο κι αν νομίζουμε πως δεν έχουμε πρόσβαση στο να επηρεάζουμε τις επιλογές και τις πολιτικές των κομμάτων το αντίθετο ισχύει. Ο ίδιος ο Σύριζα είχε επιλέξει για σλογκανάκι το “Αλλάζουμε το σκηνικό”. Και το σκηνικό μπορούμε να αλλάξουμε και την ατζέντα.

Τα ψευδοδιλήμματα, οι τεχνητοί μονόδρομοι και η εκβιαστική τοποθέτηση των πολιτικών ζητημάτων είναι έξω από τη λογική της κοινωνικής μεταβολής. Στην τελική τελική, για τις δικές μας ζωές πρόκειται, κι αν δεν το κάνουμε εμείς, τότε ποιος; Κι εκτός από το Κοινοβούλιο, υπάρχουν και οι δρόμοι.

_______________________________
[Αν δεν το έχεις δει ήδη, ρίξε μια ματιά σε αυτό.]

#diplis_anagnwsis

Beautiful Disaster by ~Moownique

Μέσα στο χάος και τον ορυμαγδό, στην κεντρική του αρτηρία υπάρχει μια εκκωφαντική σιγή. Απλώνεται και σκεπάζει τα πάντα. Στο κέντρο της ύπαρξης, σύννεφα συνωστίζονται και λέξεις αραδιάζονται η μια δίπλα στην άλλη ανοργάνωτα και με απόλυτη συνοχή. Πέφτουν τα γράμματα, οι τόνοι και τα σημεία στιξής από ψηλά σα νιφάδες άτακτες κι αναρχίζουσες. Εικόνες καρφιτσωμένες στα σύννεφα ακυρώνουν τη λογική. Ένα θετικό πρόσημο πυροβολεί τα μη της παιδικής ηλικίας, τα όχι και τα δεν της ενηλικίωσης. Βόμβες, ερπύστριες και καταστροφικοί γαλάζιοι καπνοί πυκνώνουν την ατμόσφαιρα στα όρια της ασφυξίας. Κάθε ανάσα κι ένα επίτευγμα.

Σε στριμώχνουν από παντού, σε καταδιώκουν αριθμοί, κοστούμια και χαρτοφύλακες παραγεμισμένοι με ακλόνητα στοιχεία και στατιστικά ντοκουμέντα. Η αναπνοή γίνεται σχεδόν άθλος. Χαρτονομίσματα και νομοθετικές διατάξεις σχεδόν κατορθώνουν να εξουδετερώσουν τη σκέψη, αλλά πώς να καταστείλουν το συναίσθημα; Επιβάλλουν το μοναδικό συναίσθημα που έχουν με το μέρος τους, το μοναδικό επιχείρημα που μπορεί να ακυρώσει τη ζωή: τον φόβο.

Ένας κουρνιαχτός από δηλώσεις, αξιώσεις, απαιτήσεις πυροδοτεί τις εξελίξεις, στήνει ένα σκηνικό πολέμου, σικέ και ξένο. Αν σταθείς στο κέντρο του χάος και του ορυμαγδού, θα έχεις την καλύτερη θέα προς το πεδίο της μάχης. Είσαι στο κέντρο του πεδίου της μάχης. Σφαίρες και φωτιές σφυρίζουν γύρω σου, σχεδόν σε πετυχαίνουν, σχεδόν σε καταπίνουν, σχεδόν πεθαίνεις από ασφυξία.

cut

Στο κέντρο του πεδίου της μάχης, πίσω από τον καταιγισμό των πυροβολισμών, των δηλώσεων, των εκρήξεων και των αριθμών, βρες την σιωπή των λέξεων, εκείνων των λέξεων που βγάζουν νόημα, εκείνων των λέξεων που φωτίζουν το μέλλον και χαράζουν το δρόμο της ζωής. Εσύ, μόνον εσύ μπορείς να επιβάλεις την σιωπή που χρειάζεται για να ισορροπήσει η λογική με το συναίσθημα, για να βρεις τις απαντήσεις και να ξεδιαλέξεις τα ερωτημάτικα. Ποιες ερωτήσεις σε αφορούν και ποιες θολώνουν το τοπίο και ενισχύουν το χάος; Delete στις δεύτερες, enter στις πρώτες κι έχεις την απάντηση που σου χρειάζεται, τον δρόμο που είναι ο δικός σου, δύσκολος, εύκολος, βατός ή όχι, είναι ο δικός σου. Κάνε μια παύση, δώσε ευκαιρία στην σιγή και πάρε την επιλογή της σωστής μάχης, της σωστής ανακωχής, της δικής σου πορείας. Εκεί θα βρεις και άλλους να τους περιμένει, όπως και σένα η ζωή. Μην ελπίζεις, απλά πορεύθητι.

κίτρινα άστρα

Η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη ετικέτες. Ετικέτες πάνω στα προϊόντα που αγοράζουμε, ετικέτες στα ντοσιέ, στα κουτιά των παπουτσιών, στα κουδούνια των πολυκατοικιών, στα γράμματα που λαμβάνουμε, στα επαγγελματικά ραντεβού, στις λεζάντες, στους δίσκους, στις καρέκλες και στις πόρτες μας. Πολιτικές ετικέτες. Ετικέτες στους ανθρώπους, στις πρώτες εντυπώσεις, στις τελευταίες εντυπώσεις, στους καβγάδες μας.

Ετικέτες στις σχέσεις μας. Ετικέτες και αιτίες.

Βγαίνοντας από τις πόλεις, μακριά από τα γκρίζα και νεφελώδη αστικά τοπία που αγαπάμε να συνηθίζουμε και συνηθίζουμε ν’αγαπάμε, έξω από αυτά, η φύση δεν βάζει ετικέτες. Και η φύση ολοένα και συρρικνώνεται.

Περνάμε τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής μας, εκπαιδευόμενοι στην ανάγνωση, επικόλληση και αξιολόγηση ετικετών.
Μερικοί από μας, περνάμε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεκολλήσουμε τις ετικέτες από πάνω μας, τις ετικέτες που μας φορέθηκαν από νωρίς, τις χαραγμένες σαν τατού πάνω δέρμα μας κι ακόμα πιο βαθειά.

Τις ξύνουμε με νύχια φαγωμένα από το άγχος μας, ματώνουμε τα δάχτυλα και την ψυχή, σε μια μάχη άνιση με αυτό που κατάφερε το πυρακτώμενο σίδερο μιας κατασκευασμένης παιδικής ηλικίας.
Θέλω να ρίξω στην πυρά, να τσαλαπατήσω στις λάσπες όλα τα κίτρινα άστρα που έραψα με τα ίδια μου τα χέρια στους ανθρώπους, στις σχέσεις, σε μένα την ίδια.

[αυτό το κείμενο δεν θα είχε γραφτεί, αν δεν είχα διαβάσει αυτό -ΚΚΜ, σας ευχαριστώ]

τώρα είναι η στιγμή

Ετικέτες

, , ,

I.

Οι βουλευτικές εκλογές του 1961 στην πραγματικότητα ήταν πρόωρες, δεδομένου ότι η θητεία της Βουλής έληγε τον Σεπτέμβριο του 1962. Δεν υπήρξε ιδιαίτερος λόγος επίσπευσης παρά μόνο καθαρά κομματικός, όπως δήλωσε αργότερα ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο βιογράφο του, Ροζέ Μασίπ

[...]

Έμειναν στην ιστορία ως«εκλογές βίας και νοθείας». Η κυβέρνηση Καραμανλή, τα σώματα ασφαλείας και ο στρατός κατηγορήθηκαν ότι προέβησαν προεκλογικά σε εκτεταμένη τρομοκρατία εναντίον των κομμάτων του Κέντρου και της Αριστεράς αλλά και σε νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος.

Σημειώθηκαν βίαια επεισόδια κατά την προεκλογική εκστρατεία κατά των οπαδών της ΕΔΑ (η οποία συμμετείχε με την ονομασία «ΠΑΜΕ»), ακόμη και κατά υποψηφίων βουλευτών της. Στις συμπλοκές υπήρξαν και νεκροί από πυρά του στρατού και της χωροφυλακής. Ιδιαίτερα στην επαρχία στρατός, χωροφυλακή και παρακρατικοί (“μαγκουροφόροι”) άσκησαν ψυχολογική πίεση στους πολίτες να μη συμμετάσχουν στις προεκλογικές εκδηλώσεις της ΕΔΑ και να μην την ψηφίσουν. Προεκλογικό υλικό της ΕΔΑ κατασχέθηκε κατ’ επανάληψη, ενώ πολλές συγκεντρώσεις της παρεμποδίστηκαν είτε με την επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας είτε με τη δημιουργία επεισοδίων από πολίτες που εκτελούσαν διαταγές των τελευταίων.

II.

Οι εκλογές έγιναν στις 3 Νοεμβρίου 1963 απο την υπηρεσιακή κυβέρνηση Σ. Μαυρομιχάλη. Ο Μαυρομιχάλης ήταν αποφασισμένος να οργανώσει εκλογές όσο το δυνατό περισσότερο αδιάβλητες. Για πρώτη φορά δεν γίνονται βάσει των εκλογικών καταλόγων του 1940, αλλά βάσει της απογραφής του 1961. Ο Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής επιστρέφει από το Παρίσι για τις εκλογές. Μετά την ήττα του αναχώρισε ξανά στο εξωτερικό, αφήνοντας την αρχηγία, του κόμματός του, στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Το εκλογικό σύστημα ευνοεί τους δύο επικεφαλής συνασπισμούς, που μαζί κερδίζουν το 90% των εδρών με κάτι περισσότερο από το 80% των ψήφων.

Στις 8 Νοεμβρίου 1963 ορκίζεται η κυβέρνηση μειοψηφίας του Γεωργίου Παπανδρέου. Μή θέλοντας να κυβερνήσει με τις ψήφους της ΕΔΑ, η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου παραιτείται στις 30 Δεκεμβρίου1963. Ο Βασιλιάς Παύλος Α΄ διορίζει υπηρεσιακή κυβέρνηση, με επικεφαλής τον υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η οποία θα διενεργήσει τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964.

ΙΙΙ.

Με τον όρο Αποστασία ή Ιουλιανά αναφέρεται στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας η περίοδος πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου1965 έως την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Μετά την παραίτηση Παπανδρέου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις από μέλη της Ενώσεως Κέντρου παρά τη σφοδρή αντίθεση του αρχηγού της Γ. Παπανδρέου και της πλειοψηφίας των βουλευτών της. Οι πρωθυπουργοί και υπουργοί αυτών των κυβερνήσεων, καθώς και οι βουλευτές της Ε.Κ. που τελικά στήριξαν αυτές τις κυβερνήσεις χαρακτηρίστηκαναποστάτες, καθώς υπήρχε η εντύπωση σε πολιτικούς, δημοσιογράφους αλλά και ιστορικούς ότι η στήριξη που παρείχαν δεν πήγαζε από πολιτική ή ιδεολογική συμφωνία, αλλά ήταν προϊόν χρηματισμού και υποσχέσεων για ανάληψη κυβερνητικών αξιωμάτων. Η περίοδος αυτή ήταν περίοδος πολιτικής αστάθειας και εντάσεων με έντονη την ανάμιξη του νεαρού τότε βασιλιά Κωνσταντίνου στα πολιτικά πράγματα της χώρας κατά παράβαση του Συντάγματος του 1952. Οδήγησε σε απαξίωση των πολιτικών και άνοιξε τον δρόμο στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

[...]

Στο μεταξύ ο Γ. Παπανδρέου είχε κηρύξει νέο «ανένδοτο αγώνα» κατά της συνταγματικής εκτροπής. Στους δρόμους γίνονταν μεγάλες διαδηλώσεις οργανωμένες από την Ένωση Κέντρου και την αριστερή ΕΔΑ και συγκρούσεις με την αστυνομία. Σε μια τέτοια σύγκρουση σκοτώθηκε ο 25χρονος φοιτητής και στέλεχος της Αριστεράς Σωτήρης Πέτρουλας. Στις πορείες ακούγονταν έντονα αντιβασιλικά συνθήματα με κυρίαρχο το«Δε σε θέλει ο λαός, παρ’ τη μάνα σου και μπρος», ενώ χιουμοριστικό σύνθημα με αναφορά στη νεογέννητη κόρη του βασιλιά ήταν το «Αλεξία, πάρε θέση».

=================================================

Αυτά συνέβαιναν περίπου 50 χρόνια πριν. Δυο χρόνια μετά τα Ιουλιανά, και κατόπιν μεγάλης αστάθειας, συγκεκριμένων προβοκατόρικων γεγονότων και λίγο πριν την διενέργεια, προγραμματισμένων για τον Μάιο, εκλογών, έγινε το πραξικόπημα και ακολούθησε η επταετής Χούντα. Τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά.

Κι ύστερα τελείωσε η μεταπολίτευση. Πότε ακριβώς τη θάψαμε δεν μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια, αλλά σίγουρα η οπερέττα του Νοεμβρίου του 2011 αποτελεί ορόσημο για το τέλος της. Έξι και κάτι μήνες μετά, συμβαίνουν τα απροσδόκητα. Καταρχάς, κατά από την τελευταία πράξη της οπερέττας, την επωνομαζώμενη και παπατζηλίκι (εδώ εκλογές, εκεί εκλογές, πότε θα γίνουν εκλογές), προς μεγάλη μας έκπληξη, διενεργούνται εκλογές. Και προκύπτει από αυτές ένα αποτέλεσμα που, αφενός μας κάνει όλους να τρίβουμε τα μάτια μας, για ποικίλους λόγους, αφετέρου σχεδόν όλοι αδυνατούν να το διαχειριστούν. Το ίδιο το σύστημα θεωρώ πως πιάστηκε στα πράσσα. Θαρρώ πως ακόμα και η αριστερά πιάστηκε στα πράσσα. Γενικά, βρέχει ανθρώπους απ’τα σύννεφα.

Δεν έχει και πολύ νόημα ίσως να σχολιαστεί για ακόμα μία φορά το θέμα της, κοινβουλευτικής πλέον, Χρυσής Αυγής. Απλά το επαναλαμβάνω για να το εμπεδώσουμε: η Χρυσή Αυγή βρισκεται στο Κοινοβούλιο. Ένα καθαρά ναζιστικό συνοθύλευμα, ένα μάτσο τραμπούκων δολοφόνων, έχει πλέον κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Από κάποιους αυτό μεθοδεύτηκε πολύ έξυπνα, με στόχο προφανή: την μετατόπιση της συζήτησης από την ουσία, δλδ τα πραγματικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, στη μετάθεση ευθυνών στους μόνους που δεν φταίνε -τους μετανάσταες.
Την ίδια ώρα, κάποιοι άλλοι τύρβαζαν περί άλλα, ή προσπαθούσαν να επιβάλουν με το ζόρι σε μια κοινωνία σε καθεστώς ύφεσης και σοκ, την ιδέα πως η πολυπολιτισμικότητα είναι αποκλειστικά καλή, χωρίς όμως να διατυπώνουν υλοποιήσιμες λύσεις για το πρόβλημα με πειστικό τρόπο [για να μην παρεξηγηθώ, προφανώς και η πολυπολιτισμικότητα είναι ένα καλό πράγμα, προϋποθέτει όμως την ομαλή αφομοίωση όλων των πλευρών στο κοινωνικό σύνολο, όχι το ξεφόρτωμα ψυχών σε συγκεκριμένες γειτονιές, μετατρέποντάς τες σε γκέττο -και σίγουρα στο παρόν σύστημα η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί το άλλοθι για την εκμετάλλευση των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων].
Να το χωνέψουμε λοιπόν το γεγονός και να μην το αγνοήσουμε.

Περισσότερη σημασία πάντως έχει η ιστορική ευκαιρία που δίνεται στην αριστερά να αλλάξει το σκηνικό. Να διατυπώσει δλδ ευθέως πως οι λύσεις που προτείνονται από το σύστημα εδώ και δεκαετίες, και δη τα τελευταία δύο χρόνια, δεν είναι πανάκεια, πως υπάρχουν εναλλακτικές, που μάλιστα μπορούν να οδηγήσουν σε μια καλύτερη κοινωνία. Πως δεν υπάρχουν μονόδρομοι, αδιέξοδα και “δεν γίνεται αλλιώς”. Δεν σκοπεύω εδώ να γκρινιάξω, αναλύοντας τη στάση των αριστερών κομμάτων, αυτά ειπώθηκαν αλλού, πολύ καλύτερα. Η ουσία για μένα είναι πως παρουσιάζεται μια ευκαιρία να ακυρωθούν οι φιλελεύθερες πολιτικές που έχουν οδηγήσει στην εξαθλίωση μεγάλο κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού, μετατρέποντάς τον σε πειραματόζωο για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και να τεθούν συνολικότερα και με τρόπο συγκεκριμένο, ζητήματα που σχετίζονται με το ποια κοινωνία θέλουμε, σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζήσουμε, τι σχέσεις θέλουμε να φτιάξουμε και ποια μορφή θέλουμε να έχει τελικά η ζωή μας. Γιατί, χωρίς καμία διάθεση ελιτισμού ή οραματισμού, πιστεύω πως κάθε στιγμή, μα κάθε στιγμή είναι κατάλληλη για να κουβεντιάζουμε πολιτικά και οπωσδήποτε να πράττουμε πολιτικά.

Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται καν για “ευκαιρία”. Εκλογές σημαίνει επιλογή. Χωρίς να βαυκαλίζομαι πως τάχα ξαφνικά τριπλασιάστηκε ο αριστερός κόσμος στην Ελλάδα, θαρρώ πως πραγματικά, κάποιοι άνθρωποι επέλεξαν να διαμαρτυρηθούν για την κοινωνική καταστροφή που συντελείται, επιλέγοντας αριστερά και όχι φιλελευθερισμό, δεξιά ή φασισμό. Οι επιλογές αυτές επίσης υπήρχαν μεταξύ των 32 ψηφοδελτίων. Αλλά τελικά αυτοί οι άνθρωποι έβαλαν στο φακελάκι ένα αριστερό χαρτάκι. Αυτό συνιστά επιλογή, συνειδητή και σαφή. Η ευκαιρία ανήκει στην αριστερά που μπορεί, είτε κατά την προσφιλή της συνήθεια να στείλει τη μπάλα στην κερκίδα, είτε να σκοράρει. Hic Rhodus, hic salta.

Ήθελα να κάτσω να καταγράψω και πάλι τα γεγονότα που τρέχουν για άλλη μια φορά με ταχύτητα φωτός, για να τα θυμάμαι, να μην ξεχάσω τίποτα. Αλλά ίσως να είναι νωρίς ακόμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, παράλληλα με την πολιτική συζήτηση, παράλληλα με τις διεργασίες και τις ζυμώσεις, έχουμε όλοι μας καθήκον να μάθουμε (αν δεν ξέρουμε) ή να ξαναθυμηθούμε (αν ήδη ξέρουμε) τα γεγονότα του “σύντομου 20ου αιώνα“, πριν και μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, εντός και εκτός των τειχών. Για να μη μας πέσει πάλι καμιά φάρσα στο κεφάλι. Γιατί σ’αυτό το γήπεδο, κανείς δεν παίζει μπάλα μόνος του. Γιατί μόλις κουνήθηκε το πρώτο πιόνι στη σκακιέρα και δεν είναι καθόλου σίγουρο από ποια πλευρά ήταν.

Γιατί οι μέρες βρωμάνε Ιούλιο του ’65.

δεν παραδέχτηκα την ήττα

Ετικέτες

, , , ,

Πριν από κάποια χρόνια, βρέθηκα σε ένα καφενείο στην Ολλανδία, Ουτρέχτη ή Ρότερνταμ ήταν, δεν θυμάμαι καλά, δεν έχει και σημασία. Χάζευα τη διακόσμηση του καφέ, πίνοντας ζεστή σοκολάτα ή κάτι τέτοιο: ήταν διάφορες αφίσες αισθητικής 50s, τύπου πιν-απς, όπου εικονίζονταν διάφοροι τύποι εν ώρα εργασίας ή καθισμένοι σε τραπέζια (τράπεζες ίσως;) να μετράνε χαρτονομίσματα, φλουριά και κέρδη. Οι εικόνες συνοδεύονταν από τσιτάτα, τύπου “όσο πιο πολύ πλουτίσεις σε αυτή τη ζωή, τόσο πιο σίγουρο ειναι πως θα πας στον Παράδεισο, γιατί αυτό θα σημαίνει πως έχεις δουλέψει σκληρά” και άλλα παρεμφερή που εξήραν την χαρά της σκληρής εργασίας, την αξία της εγκράτειας και της λιτότητας, την ματαιότητα των αισθητικών απολαύσεων.

Όσοι έχουν έρθει σε επαφή με την ολλανδική κουλτούρα και νοοτροπία, πιθανώς να χαμογελάσουν ειρωνικά. Οι αφίσες αυτές αντικατοπτρίζουν με μεγάλη σαφήνεια ακριβώς αυτή την κουλτούρα και νοοτροπία, οι οποίες είναι βαθειά επηρρεασμένες από τη χειρότερη εκδοχή του προτεσταντισμού, τον καλβινισμό. Πρόκειται για μια χαώδη διαφορά μεταξύ γερμανικού και λατινικού κόσμου, των δύο κόσμων που χωρίζει, σε γενικές γραμμές, γεωγραφικά ο Ρήνος. Ο προτεσταντισμός γενικά δεν έπιασε πολύ στον λατινικό κόσμο, ενώ έκανε μεγάλο σουξέ στον γερμανικό -αφήνω στους εθνολόγους να εξηγήσουν το γιατί, οι δικές μου ερμηνείες είναι καθαρά εμπειρικές και δε μας πολυαφορούν εδώ.

Ο προτεσταντισμός, τον οποίο η γράφουσα θεωρεί πολύ χειρότερο από τον καθολικισμό, τον οποίο δεν έχει και σε καμιά μεγάλη υπόληψη, αποτελεί μεγάλη όσο και κακή επιρροή στην κουλτούρα του δυτικού κόσμου. Πιθανώς να βγάλω μπόλικη χολή, αλλά έχω παραδέιγματα. Η Ολλανδία, μια κατεξοχήν προτεσταντική χώρα, έχει τις λιγότερες αργίες και ημέρες άδειας για τους εργαζόμενούς της (εντός ΕΕ, τουλάχιστον). Στην Ολλανδία δεν είναι αργία η Πρωτομαγιά (ούτε καν bank holiday, όπως στη Βρετανία, για παράδειγμα), ενώ αντιθέτως είναι τα γεννέθλια της Βασίλισσας Βεατρίκης (παραμονή Πρωτομαγιάς). Στην Ολλανδία, όπως και σε πολλές προτεσταντικές χώρες, τα σπίτια δεν διαθέτουν κουρτίνες και πατζούρια: πρόκειται για προτεσταντικό κατάλοιπο, σύμφωνα με το οποίο, “ένας καλός χριστιανός δεν έχει τίποτα να κρύψει από τον έξω κόσμο”.

Υπό το πρίσμα της θεοποίησης της εργασίας και της αντίληψης για τη ζωή ως αέναου αγώνα για συσσώρευση πλούτου, ο προτεσταντισμός πήγε χεράκι-χεράκι με τον καπιταλισμό και βρήκε έναν αγαστό συνεργάτη στο πρόσωπο του (νεο)φιλελευθερισμού. Οι συνδέσεις είναι πολύ προφανείς, νομίζω, και ξεπερνούν το φολκλόρ κλισέ που θέλει πχ τους Ολλανδούς (αλλά και γενικότερα τους προτεστάντες) τσιγγούνηδες.

Στέκομαι λίγο σε αυτή τη λογική που θέλει τον “άνθρωπο” να περνά τη ζωή του εργαζόμενος σκληρά, με στόχο να προσφέρει στην κοινωνία, αλλά κυρίως να συσσωρεύσει πλούτο. Βάζω τη λέξη “άνθρωπος” σε εισαγωγικά, γιατί ακριβώς όλοι οι άνθρωποι τελικά δεν εργάζονται εξίσου σκληρά και δεν αποκομίζουν κέρδη ευθέως ανάλογα της εργασίας που προσφέρουν και του κόπου τους. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει, κι όσο τα χρόνια περνούν και ειδικά στην περίοδο της κρίσης, αυτό το γεγονός καθίσταται ολοένα και πιο φανερό. Τις προάλλες μου έλεγαν για μια κοπέλα που έχασε τη δουλειά της, επειδή ο εργοδότης την αντικατέστησε μια κάποιον άλλο εργαζόμενο που δέχτηκε να δουλεύει χωρίς να πληρώνεται. Για την ψυχή της μάνας του. Ή για να πάει στον Παράδεισο ίσως, αν το δούμε προτεσταντικά, και μάλλον θα πάει μια ώρα αρχύτερα.

Στέκομαι, λοιπόν, σε αυτή τη λογική και αδυνατώ να αποφύγω ορισμένους συνειρμούς. Στην παρούσα συγκυρία, εκτός από την προφανή ταξική αντιπαράθεση/σύγκρουση/πόλεμο/όπωςθεςπεςτο, θαρρώ πως διεξάγεται σε δεύτερο και λιγότερο αναγνώσιμο επίπεδο, μια άλλη σύγκρουση: ιδεολογική. Είναι λογικό: καθε σύγκρουση έχει την υλική και την ιδεολογική πλευρά κι αυτές οι δυο είναι φυσικά αλληλεμπλεκόμενες και αλληλοεξυπηρετούμενες. Αυτή η θεωρητική/ιδεολογική σύγκρουση, τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα επίπεδο που μπορούμε να το ονομάσουμε “σκοπό ή νόημα της ζωής” [οκ,αν σου'ρθαν στο μυαλό οι Monty Python, καλώς καμωμένο :) ]: ζούμε γιατί; Εκτός δλδ από το προφανές, επειδή μας έφεραν οι γονείς μας στον κόσμο, ζούμε Χ χρόνια και επιθυμούμε αυτά να τα ξοδέψουμε με ποιον τρόπο; Μπορείς να πεις πως αυτό είναι ένα υποκειμενικό ερώτημα. Εγώ θα έλεγα πως είναι ένα πολιτικό/ιδεολογικό ερώτημα, που επίσης ενέχει στοιχεία υποκειμενισμού. Ο προτεσταντισμός, ας πούμε, λέει πως ζούμε για να μαζέψουμε λεφτά, κι όσο πιο πολλά μαζέψουμε, τόσο πιο εύκολα θα ανοίξουν για μας οι πόρτες του Παραδείσου. Ο καπιταλισμός λέει ένα παρόμοιο πράγμα, χωρίς την θρησκευτική αφήγηση περί μεταθανάτιας ζωής. Υπάρχει και η αντίληψη που λέει πως ζούμε σε κοινωνίες και άρα, ζούμε με στόχο να συντηρούμε και να βελτιώνουμε τις συνθήκες αυτών των κοινωνιών: πολύ vague η λογική, μήπως να ορίζαμε την κοινωνία και τον ρόλο του καθενός από τα μέλη της;

Η προσωπική μου αντίληψη, την οποία θα έθετα και σε δοκιμασία, αλλά πάντως είναι ένα αμάλγαμα ιδεολογικού, επιθυμητού και, ενδεχομένως, φαντασιακού, λέει περίπου πως ζούμε για να ζούμε καλά, ζούμε για να έχουμε ποιότητα ζωής, ζούμε για να δημιουργούμε και να προσφέρουμε, ζούμε για να προχωράμε τον κόσμο μπροστά (ναι, πολύ vague θα μου πεις, το “μπροστά” είναι και ευρύ και υποκειμενικό). Κρατώ το “να ζούμε καλά, με ποιότητα ζωής”, που επίσης εμπεριέχει υποκειμενισμό, αλλά πάντως σίγουρα αποκλείει τον τρόπο και τις συνθήκες ζωής ενός πολύ μεγάλου μέρους του πλανήτη. Πάντως, δεν ζούμε για να δουλεύουμε. Δεν ζούμε για να μαζεύουμε λεφτά. Δλδ, οκ, κάποιοι το κάνουν: ρωτήστε πόσο πλούτισαν οι ψυχολόγοι τους.

Η εργασία σίγουρα αποτελεί μέσο (αυτο)πραγμάτωσης και αξία κοινωνική, αλλά όλα αυτά τίθενται υπό ορισμένο πρίσμα και ιδεολογική αναφορά. Αλλιώς γίνεται αντιληπτή η αξία της εργασίας στην μαρξιστική θεώρηση και αλλιώς στην καπιταλιστική (τι σου είπα τώρα). Σε κάθε περίπτωση πάντως, τόσο η αξιολόγηση της εργασίας, όσο και ο σκοπός της, αλλά κυρίως το ποιος καρπώνεται και κεφαλαιοποιεί τα προϊόντα και τα κέρδη της, είναι ένα κεντρικό ιδεολογικό/πολιτικό ζήτημα: η απάντηση που δίνω εγώ, είναι προφανώς μαρξιστική. Παράλληλα, πηγαίνοντας το θέμα ακόμα πιο πέρα, δεν βρίσκω καθόλου κακή την προοπτική η ποσότητα της εργασίας να μειώνεται προοδευτικά, αυξάνοντας τόσο την ποιότητά της, όσο και την απόλαυση του ανθρώπου που την ασκεί, χάρη για παράδειγμα, στα τεχνολογικά επιτεύγματα ή σε μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κοινωνική οργάνωση.

Προς συζήτησιν όλα αυτά, πιθανά. Ο στόχος του ποστ που ξεκίνησε από κάποιες προπαγανδιστικές αφίσες των 50s στην Ολλανδία και κατέληξε σε μια κουβέντα περι υπεραξίας (ουσιαστικά αυτό είναι το κεντρικό θέμα), ήταν οι αυριανές εκλογές. Προφανώς. Όσο κι αν η παρατήρησή μου της ελληνικής κοινωνίας αυτές τις μέρες και όχι μόνο, μού υποδεικνύει πως πιθανά ο κόσμος δεν είναι έτοιμος ή δεν έχει την διάθεση να κουβεντιάσει θεωρητικά/ιδεολογικά, κι όσο κι αν με θεωρήσεις στη γκοζμάρα μου, εγώ νομίζω πως ποτέ δεν είναι άκαιρο να κουβεντιάζουμε σε ιδεολογικό επίπεδο. Τουναντίον. Νομίζω επίσης, πως ακόμα και αν αυτή η κάλπη τέξεται θετικά αποτελέσματα για την αριστερά (με το ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο τοποθέτησα την αριστερά στο άνωθι λινκαρισμένο ποστ), αυτό δεν δηλώνει απαραίτητα πως όλος αυτός ο κόσμος που στοιχήθηκε αριστερά, έχει λυμένα και αυτά τα ιδεολογικά ζητήματα. Δουλειά της αριστεράς να τα ανοίξει και να προωθήσει την συζήτηση, να κατέβει από την έδρα της και να τα κάνει τάληρα. Να ζυμώσει, να κουβεντιάσει, να καβγαδίσει, να πείσει. Να προτείνει το όραμά της και το πρότζεκτ της, απενοχποιημένα και με παρρησία, αφού “έτσι κι αλλιώς, η γη θα γίνει κόκκινη”. Και επιμένω πάρα πολύ σε αυτό: να τα κάνει τάληρα.

Γιατί η αυτονόητη αλήθεια, που σαφέστατα τοποθετείται αριστερά, είναι πως αυτός ο τόπος, όχι αποκλειστικά ο δικός μας (να το συζητήσουμε και αυτό το “δικός μας”), ο κάθε τόπος υπάρχει για να δίνει ζωή στους ανθρώπους του, για να τους προσφέρει τις αναγκαίες συνθήκες να δημιουργούν ομορφιά, να ποιούν έργο, να πλάθουν ποίηση, να ζυμώνουν όραμα, να φτιάχνουν χαρά, να καταστρώνουν προοπτικές. Να ζούν, να δημιουργούν και να αγαπούν. Αυτόν τον τόπο, τον κάθε τόπο, τον κάθε δικό μας τόπο, δεν τον χαρίζουμε έτσι εύκολα.

Γιατί κείνοι που’ναι ποιητές, το χώμα που πατούν το προσκυνούνε*.

*Παραφθορά, με περισσό θράσσος, του στίχου του αγαπημένου Μάνου Ελευθερίου.

Καλή ψήφο λοιπόν και με τη νίκη

Θεμιστοκλέους και Καντακουζηνού

οι δρόμοι τρέχουν χιαστί

Σήμερα ανακάλυψα ένα κομμάτι ομορφιάς στο σπασμένο μωσαϊκό του πεζοδρομίου, στη Θεμιστοκλέους, απέναντι από την Καντακουζηνού. Κάποτε έλεγα πως ο πιο όμορφος δρόμος του κόσμου είναι η Πανεπιστημίου, στο ύψος της Βιβλιοθήκης και της Κοραή. Τα τελευταία χρόνια αγαπώ τη Θεμιστοκλέους. Κρίμα που δε φωτογράφισα τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο, είχα πάλι αργήσει στο ραντεβού μου και δεν προλάβαινα.

Απόψε βγήκα με αγαπημένους φίλους, παιδικούς, από κείνους που δεν χρειάζεται να εξηγείς, τα πιάνουν με τη μία. Λέγαμε πως αναβάλλουμε πράγματα από φόβο να τα ζητήσουμε ή από αμέλεια, ή κι από τα δύο. Σήμερα ανέβαλα να τους πω πως τους αγαπώ. Το σ’αγαπώ το αναβάλλω πάντα. Κι ίσως να μην κάνω και λάθος.

Τις προάλλες βρέθηκα σε γειτονιές που’χα χρόνια να δω και μ’επιασε μια συγκίνηση και μια στενοχώρια. Ίσως κανείς να μην αγαπά την Αθήνα, όσο εγώ, ίσως κανείς να μην χαλιέται τόσο πολύ που τη βλέπει να μαραζώνει και να ξοδεύεται άδικα κι ανώφελα. Θυμώνω με αυτούς που φέρονται στην Αθήναμου με αυτό τον χυδαίο και ασεβή τρόπο. Η Αθήνα είναι από τις πόλεις που τους αξίζει σεβασμός και υποκλιση και καραρισπέκτ, επειδή ανέχεται όλους αυτούς που τη βιάζουν χωρίς ντροπή και χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Ακόμα και στη γωνία Στουρνάρη και Ζαΐμη, εκεί δίπλα στους ξέχειλους κάδους με την δυνάμει τροφή για άστεγους, ακόμα και εκεί, η Αθήνα δεν χάνει τη γοητεία της. Γιατί δίπλα ακριβώς είναι η Μπουμπουλίνας και το Πολυτεχνείο κι όποιος δε νιώθει ρίγος στη Μπουμπουλίνας, δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει και δεν του αξίζει βλέμμα.

Πόσο σπουδαία τα βλέμματα που διασταυρώνονται πάνω από ρακοπότηρα που τσουγκρίζουν. Η ουσία είναι ο δρόμος που περπατάς και που δεν καταλήγει πουθενά, είπε ανάμεσα σε δυο γουλιές ουΐσκυ. Llevo en el alma un camino / destinado a nunca llegar. Από τον πλήρη έλεγχο στην αυταπάτη απουσίας ελέγχου, η απόσταση είναι μονάχα ένα γύρισμα του κέρματος.

Η Θεμιστοκλέους. Ένα στενό με τίποτα το αξιόλογο, εκτός από ένα σουβλατζίδικο, ένα ουζερί κι ένα καφενείο που κλείνουν μέσα τους πάνω από μια δεκαετία κεφαλαιοποίησης συναισθημάτων και ανάσες οινοπνεύματος. Ένα στενό με σπασμένα στενά πεζοδρόμια. Τα πεζοδρόμια της Αθήνας, αυτά με τους σαράντα πόντους φάρδος είναι όμορφα ρε. Γκρινιάζουν όλοι γι’αυτά τα στενά πεζοδρόμια, δε νιώθουν πως τα βερολινέζικα βουλεβάρτα δεν κολλάνε, δεν μπορούν να ταιριάξουν σε δρόμους που κουβαλάνε στα ντουβάρια τους επουλωμένες πληγές από σφαίρες κάποιου Δεκέμβρη. Μας πήραν την Αθήνα, νανού-νανού, μονάχα για ένα μήνα. Το θυμάσαι, όχι;

Σήμερα μας την ξαναπαίρνουν την Αθήνα, γιατί τους αφήνουμε; Γιατί τους αφήνουμε να μας πάρουν τα παιδικά μας χρόνια και τις όμορφες στιγμές μας και τα σχέδιά μας; Επαναλαμβάνομαι σχεδόν αυτιστικά λέγοντας πως την κουβαλάω μέσα μου αυτή την πόλη, με τα στενά της πεζοδρόμια, τα σπασμένα της πλακόστρωτα, τα αποτσίγαρα στα παρτέρια και τις μπαρουτοκαπνισμένες γωνιές. Μα την κουβαλάω με χαρά και συγκίνηση και με μια ελαφρότητα βασανιστική όσο και λυτρωτική. Η Αθήνα είναι μια πόλη αγαπησιάρικη, χαριτωμένη και επιβλητική, που τραβάει στα άκρα, καπριτσιόζα, που-κάνει-αυτό-που-θέλει-ο-κόσμος-να-γυρίσει-ανάποδα. Γι’αυτό τη γουστάρω.

Σ’ένα αυτοκίνητο, σε χωματόδρομους νησιών, λεωφόρους αθηναίικες, στην εθνική, την παραλιακή ή τη Συγγρού, με ταχύτητες μικρές ή μεγάλες, αναλόγως τα κέφια. Αναλόγως το τραγούδι που τραγουδάμε. Πόσο εύκολα πιάνουμε το τραγούδι ρε. Και τι καθηλωτικό ρίγος, τι απόλυτος αισθησιασμός, τι εθισμός ο Βαμβακάρης. Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες τα φύλλα της καρδιάς. Όλο το μελόδραμα, η χαρμολύπη και η υπερβολή που χαρακτηρίζει το συλλογικό μας ασυνείδητο και την συλλογική μας μνήμη συμπυκωμένο σε πέντε στιχάκια. Κι εμείς που τραγουδάμε χρόνια τώρα, ανταλλάζουμε κασσέτες και cd και ανείπωτα και ανέγγιχτα, πλάνητες μες τα χρόνια που περνούν και μας αγγίζουν γλυκά, αφήνωντας χνάρια τρυφερά, εμείς ενώνουμε τους δρόμους, τα χέρια και τα νοιαξίματα και προχωράμε. Γιατί, πώς αλλιώς;

Αν σταθείς στην κορυφή του Συντάγματος, γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Πανεπιστημίου, απέναντι από τα λουλουδάδικα, δεν βλέπεις πού τελειώνει η λεωφόρος -αυτή η πανέμορφη λεωφόρος που’χει την ατυχία να κουβαλάει το όνομα μιας μονάρχισσας. Έτσι κι εμείς, δεν ξέρουμε πού τελειώνει ο δρόμος, αλλά δεν έχει και σημασία, γιατί αγοράσαμε καινούρια παπούτσια και λέμε να τα λιώσουμε ψάχνοντας την άκρη που ξέρουμε πως δεν θα βρούμε, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί θα περνάμε καλά, γιατί όλα θα πάνε καλά, γιατί δεν γίνεται να πάνε αλλιώς.

Γιατί δεν θα σταματήσουμε να τραγουδάμε.

Στην Α. και στον Π., ξέρουν αυτοί γιατί.

Βαστίλλη: γκιλοτίνες και παντεσπάνια

Ξημερώνει Πρωτομαγιά. Ξενυχτάω διαβάζονταις αυτό, αυτό και αυτό. Κάθομαι να γράψω, μπας και βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Το περιστατικό που αναφέρει η μπ. και τα σχόλια στο ποστ της ecpoir, μου έχουν προκαλέσει μια όχι ελαφρά στομαχική διαταραχή.

Δύο ποστ νωρίτερα, χτες το μεσημέρι στην εκπομπή του Βυτίου στο μπαμπλ και σε κάθε συζήτηση που ανάβει αυτές τις μέρες εν όψει εκλογών, μιλώ με πάθος υπέρ της  συμμετοχής στις εκλογές, υπέρ της στήριξης προς την Αριστερά. Αναφέρομαι σε μνημονιακό και αντιμνημονιακό πολιτικό κόσμο, σε ταξική πόλωση, σε αντιθέσεις που οξύνονται. Ωραίες ορολογίες, σπουδαίες φιλοσοφίες, ακαδημαϊκή προσέγγιση, ψύχραιμη, όσο μπορώ εγώ να είμαι ψύχραιμη (όχι πολύ).

Και μετά έρχεται η κοινωνία και η πραγματικότητα και σου τρίβουν τις αλήθειες τους στη μούρη, σου λένε “πάρε να’χεις να πορεύεσαι”. Περάσαμε δυο χρόνια και βάλε να καταδικάζουμε τη βία του γιαουρτιού. Περάσαμε την “θρησκευτική κατάνυξη” του Πάσχατου. Φρίττουμε συχνά ενθυμούμενοι πως κάποτε στη χώρα μας, ο κόσμος έκλεβε ένα καρβέλι ψωμί και συχνά ο φούρναρης καταχέριαζε τον κλέφτη. Αναρωτιέμαι όλες αυτές οι (ασχέτως γένους) κυράτσες που περνάνε τις κυριακές τους στην εκκλησία, όλοι αυτοί οι καθως πρέπει κυρΠαντελήδες, οι φιλήσυχοι πολίτες, όλοι αυτοί που ζουν ανάμεσά μας, υπερθεματίζουν άραγε της αυτοδικίας του νοικοκύρη προς τον επίδοξο κλέφτη; Όλοι αυτοί καταγγέλλουν “τη ρωσίδα πουτάνα που δεν ενημέρωσε τους πελάτες της ότι ήταν οροθετική”, που “το’κανε επίτηδες για να μεταδώσει τη μιζέρια της”.

Προσπαθώ να κατανοήσω τους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται στα αντανακλαστικά των νοικοκυραίων, την αναλγυσία, τη φιλαυτία και το φιλοτομαρισμό τους. Προσπαθώ να φανταστώ σε τι οικογένειες μεγάλωσαν όλοι αυτοί που σκέφτονται έτσι, τι άκουσαν στη γειτονιά, τα σπίτια και τον περίγυρό τους. Η ελιτίστική πλευρά μου μού θυμίζει τον Αλτουσέρ που μιλά για ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Οι ιδεολογικοί είναι χειρότεροι, πάντα το πίστευα αυτό. Τους πολεμάς πιο δύσκολα. Σκέφτομαι πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους θα επιβεβαιώσουν τον Αλτουσέρ, ψηφίζοντας χρυσαύγουλα. Κοιτάζω έκπληκτη τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των μικροαστικών και χαμηλότερων στρωμάτων. Σκέφτομαι σε ποιο παράλληλο σύμπαν ζω στην πραγματικότητα εγώ, σε σχέση με ανθρώπους που ζουν 8 χιλιόμετρα μακριά μου.

Ξαναδιαβάζω το ποστ του Βυτίου. Δε με πείθει σαν λύση ο αναχωριτισμός, όχι μονάχα επειδή είναι ελαφρώς “παρτάκικη” αντίδραση, αλλά κυρίως επειδή το τέρας μπορεί να έρθει να σε βρει όπου κι αν πας. Ακόμα κι αν δεν έρθει αυτοπροσώπως, η ηχώ του θα σε φτάσει μέσω δικτύων, καλωδίων και οθονών. Ξαναδιαβάζω τα σχόλια στο ποστ της ecpoir και εξοργίζομαι για μια ακόμα φορά, αλλά κατόπιν στέκομαι ενεή μπροστά στην άβυσσο που με χωρίζει από ανθρώπους που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο. Αδυνατώ να πιστέψω πόσο υποκριτικά λοβοτομημένη είναι αυτή κοινωνία. Η αποδόμηση του κοινωνικού ιστου, η αποσύνθεση της κοινωνίας προφανώς έχει φτάσει πολύ βαθειά. Από την άλλη, κάποιες αντιλήψεις απλά δεν ξεκόλλησαν ποτέ από την Λάρισσα της δεκαετίας του ’50. Κι από την τρίτη, σε συνθήκες οριακές, σε συνθήκες πόλωσης, σε συνθήκες όπου ενεργοποιούνται τα άκρα, προφανώς ενεργοποιούνται και ακραία ένστικτα, αντιδράσεις που μας θυμίζουν το ζώο που μια ζωή προσπαθούμε να ξεπεράσουμε, αλλά συνήθως δεν.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πριν από 126 χρόνια, κάποιοι άνθρωποι στο Σικάγο σκοτώθηκαν διεκδικώντας το οχτάωρο. Το οποίο έχουμε ήδη κηδεύσει, πολύ πριν επισφραγιστεί η κηδεία του διά νόμου. Μέσα σε αυτά τα 126 χρόνια, κατακτήθηκαν δεκάδες εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, τουλάχιστον στον “πολιτισμένο δυτικό κόσμο” (στον οποίο αναρωτιέμαι αν δικαιούνται να ανήκουν ορισμένοι από αυτούς που σχολίασαν στο ποστ της ecpoir: άραγε επικαλούνται και τους παρθενώνες αυτά τα άτομα; άραγε τους ενοχλούν τα τζαμιά και οι μουσουλμάνοι, επειδή αυτοί δε σέβονται τις γυναίκες τους; αλλά φυσικά άλλο το στεφάνι μας και άλλο η πουτάνα, το ξέχασα, σόρρυ). Σε κάθε περίπτωση, πλέον έχουμε φτάσει στο σημείο όπου εκχωρούμε κάθε έννοια δικαιώματος, σίγουρα εργασιακού, προφανέστατα και ατομικών ελευθεριών. Έχουμε φτάσει στο σημείο που ακόμα και η ίδια η αστική δημοκρατία γελάει με την κατάντια της και τσαλαπατά το ίδιο της το Σύνταγμα.

Έχουμε όμως φτάσει και στο σημείο που δεν έχουμε πια δικαίωμα να μιλάμε για την περιβόητη αλληλεγγύη που τάχαμου επιβίωνε τουλάχιστον στην δική μας τη χώρα. Ειδικά βέβαια, για ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες, δεν είμαι πολύ σίγουρη αν αυτή υπήρξε ποτέ. Απλά αυτούς τους λεκέδες τους κάλυπτε καλά η θρησκόληπτη και ηθικοπλαστική υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας, που βάζει την οικογένεια στο επίκεντρο μεν, αλλά μόνο τη δικιά της. Τώρα ο εχθρός μου είναι ο μετανάστης, ο κλέφτης, η πουτάνα, ο εργάτης χωρίς χαρτιά, ο έγκλειστος της Αμυγδαλέζας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο ιδιωτικός υπάλληλος, ο άλλος άνεργος που διεκδικεί τον ίδιο άθλιο μισθό με μένα, ο γείτονας που δεν εμπιστεύομαι πια.

Τώρα εχθρός μου είναι μάλλον ο εαυτός μου. Να σταθώ να τον κοιτάξω κατάμουτρα. Να θυμηθώ να τον φτύσω κιόλας. Λίγο πριν λιντζάρω αυτόν που κλέβει ένα καρβέλι. Λίγο πριν διαπομπεύσω την πουτάνα -που δεν έχει καμία σχέση φυσικά με τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Λίγο πριν ξεσκίσω τις σάρκες του μελαχροινού ζητιάνου. Λίγο πριν απομείνω εντελώς μόνος και απροστάτευτος. Λίγο πριν το παιδί και το εγγόνι μου έρθουν να μου ζητήσουν τα ρέστα.

Λίγο πριν να πάω να ψηφίσω. Ή λίγο πριν δεν πάω. Δυο ποστ πριν έλεγα πως πρέπει να πάμε να ψηφίσουμε αριστερά. Αν μη τι άλλο, εξακολουθώ να πιστεύω στις αξίες και το ήθος της αριστεράς που βάζει στο κέντρο της τον άνθρωπο, που δεν θα πει “η ρωσίδα πουτάνα οροθετική”, θα πει “η Τατιάνα”. Γιατί οι άνθρωποι έχουν όνομα. Και πες με ρομαντική και ιδεαλίστρια. Ε, είμαι.

Εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε την Κυριακή. Πιστεύω ακόμα πως από σήμερα ως την Κυριακή πολλά ακόμα θα συμβούν. Διόλου τυχαίες οι Αμυγδαλέζες και οι οροθετικές έξι μέρες πριν τις εκλογές. Το σύστημα παίζει τα τελευταία του χαρτιά. Και με μερικά κομμάτια της κοινωνίας έχει δουλέψει αρκετά καλά τόσες δεκαετίες, ώστε αυτά τα χαρτιά να πιανουν. Η λοβοτομή έχει λειτουργήσει και τώρα πλέον, είναι σημαντικότερη η ρωσίδα οροθετική και οι 600 πιθανά μολυσμένοι πελάτες της από τις επόμενες περικοπές, από την αποσύνθεση του συστήματος Υγείας και το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Τώρα το θέμα είναι να ξεφορτωθούμε τις ξανθιές πουτάνες και τους μελαμψούς εργάτες που μας λερώνουν. Δεν είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει. Αυτοί είναι.

Επιδιώκω τα καλύτερα. Αναμένω όμως τα χειρότερα. Αυτά που θα μας λερώσουν ακόμα πιο βαθειά, αν δεν σταθούμε κοντά στον διπλανό μας, αν δεν δράσουμε, ε.π.ι.τ.έ.λ.ο.υ.ς.

πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή
(Μάνος Ελευθερίου)