κλικ
Κούγιας mix, μια απάντηση στα “περί ποιοτικών χαρακτηριστικών”!, από το Χάρη και τις αγελάδες του Το προξενειό του Φώτη, του Λασκαράτου primomarzo2010 ούτε δεκάρα στον Άγιο Πειραιώς Το νησί των καταρραμένων, από τον Τσαλ Ανώτατη ιδιωτική εκπαίδευση στην Τουρκία, από την CynicalΑγαπητοί και αξιότιμοι αναγνώστες,
εδώ και μερικούς μήνες, θα το έχετε παρατηρήσει, πως το βλογ χτυπήθηκε από την κρίση. Όχι την οικονομική -άλλωστε πρόκειται για μη κυβερνητικό/μη κερδοφόρο βλογ-, αλλά από την κρίση της έλλειψης χρόνου και της έλλειψης έμπνευσης. Στην αρχή δεν ήταν ανησυχητικό το φαινόμενο, άλλωστε δεν είναι παράλογο να μην έχεις χρόνο ή έμπνευση ή και τα δύο για κάποιο χρονικό διάστημα. Αποδείχθηκε πως το βλογ είναι σαν την ξένη γλώσσα: άμα το αφήνεις, σε αφήνει.
Μην πανικοβάλλεστε, αξιέραστοι αναγώστες: δεν το κλείνουμε το μαγαζί. Απλά, δραττόμεθα της ευκαιρίας, ένεκα που μπήκε ο καινούριος χρόνος και που είθισται να γίνονται απολογισμοί και να λαμβάνονται αποφάσεις, τέτοιες μέρες, για να θέσουμε έναν προβληματισμό. Τις πταίει; Και γιατί;
Ο προβληματισμός ενσκύπτει δεδομένου ότι ο περονόσπορος δεν έχει χτυπήσει μόνο τούτο το μαγαζί. Τα περισσότερα βλογ που γνωρίζω και διαβάζω έχουν πάρει την κατιούσα. Φθίνουν. Κείμενα ανεβαίνουν αραιά και πού, γενικώς κάνει μια βαρεμάρα και μια νύστα στη βλογόσφαιρα. Θυμάμαι προ διετίας, τότε που είχε γίνει ο χαμός με τα κινήματα των βλογερς (χα χα χα), με το κοινωνικό ρεύμα (είχαμε ρεύμα), με τις πορείες διαμαρτυρίας και άλλα τέτοια ηρωικά. Τότε που πρετεντέρηδες και ευαγγελάτοι ωρύονταν από δημοσίου βήματος ότι το ίντερνετ είναι επικίνδυνο και εγκληματικό, ότι βλάπτει και τα λοιπά: μόνο ότι προκαλεί καρκίνο δε μας είχαν πει. Τότε, λοιπόν, ήμασταν την μόδας.
Μάλλον πέρασε η μόδα. Μάλλον βαρέθηκε ο κόσμος. Μάλλον όσοι άρχισαν τα βλογ (σα να λέμε τα ν@ρκωτικά) για να βρουν φίλους ή γκόμενο, τους βρήκαν (μπράβο παιδιά, να τους χαίρεστε), οπότε πλέον ασχολούνται με τους φίλους και το γκόμενο και πού να βρουν χρόνο να γράψουν; [και καλά κάνουν, εδώ που τα λέμε!] Όσοι άρχισαν το βλόγιν για να κάνουν την επανάσταση, μάλλον ξέμειναν από πυρομαχικά. Όσοι το άρχισαν από περιέργεια, την ικανοποίησαν και…
ωπ! εδώ είμαστε. Προσωπικά ανήκω στην τελευταία κατηγορία. Ομολογώ πως τις περισσότερες απορίες μου τις έχω λύσει, πως πέρασα καλά, πως έμαθα ένα σωρό πράγματα. Αλλά δε νομίζω πως το βλόγιν έπιασε την τελική του ταχύτητα, ούτε πως οι ανταγωνιστές του (φέησβουκ, τουΐτερ κλπ) θα νικήσουν, κυρίως επειδή εξυπηρετούν άλλο στόχο και απευθύνονται σε άλλο κοινό. Άρα, καλά κάνουν και υπάρχουν (ή μάλλον καθόλου καλά δεν κάνουν, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα), αλλά το βλόγιν άλλους στόχους εξυπηρετεί και άλλο είναι το κοινό του. Όσο για την τελική ταχυτήτα, για το αν δλδ έπιασε τα όριά του και έκλεισε τον κύκλο του, χμ… το πρώτο αυτοκίνητο ever είχε τελική ταχύτητα τα 7 χλμ/ώρα. Σήμερα, τα συνήθη αυτοκίνητα έχουν 250 χλμ/ώρα -θαρρώ λοιπόν πως ο κόσμος εξελίσσεται μεν, το βλόγιν έχει ακόμα ψωμί δε. Θα το δούμε.
Εγώ πάντως λέω να μην το κλείσω το μαγαζί. Απλά, άμα λείψω για πολύ, από βαρεμάρα θα είναι, no worries, θα επανέλθω.
=> Αυτό πρέπει να είναι το πρώτο ποστ που γράφτηκε ποτέ για να δηλωθεί πως ένα βλογ ΔΕΝ κλείνει!
O Louis Calaferte, ένας μάλλον παραγνωρισμένος και αδικημένος Γάλλος συγγραφέας επανέρχεται στην θεατρική επικαιρότητα 15 χρόνια μετά τον θάνατό του. Γεννήθηκε στο Τορίνο το 1927 και έζησε στο Παρίσι, τη Λυών και τη Ντιζόν. Έγραψε ποίηση, πρόζα και θέατρο, έκανε ραδιόφωνο και σκανδάλισε την ηθικολογική μεταπολεμική γαλλική κοινωνία με το έργο του Septentrion: αυτό θεωρήθηκε πορνογράφημα και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας είχε ήδη διακριθεί στα θέατρα του Παρισιού και της Angers. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα χωριό κοντά στη Ντιζόν παρέα με την οικογένεια και τους φίλους του.
Το έργο του γενικά χαρακτηρίζεται από αισθησιασμό, πρωτοτυπία, καινοτομία και μια γλυκόπικρα μελαγχολική διάθεση με ψίγματα από ρετρό. Του αρέσει να ανακατεύει φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία με βασικό στόχο το αποτέλεσμα να προκαλεί αισθητική απόλαυση.
Εμείς είδαμε το Je veux qu’on me parle στο Public και σχηματίσαμε την κάλλιστη δυνατή εντύπωση για τον συγγραφέα. Επί μιάμιση ώρα παρακολουθούμε μικρά (το πολύ τρίλεπτα) αυτοτελή επεισόδια, βγαλμένα από μια τρελή, αληθινή, σκληρή και παράλογη καθημερινότητα. Κυριαρχεί ο σαρκασμός και ο κυνισμός, με επαρκείς δόσεις χιούμορ και ειρωνικής διάθεσης. Και όλα αυτά μέσα από μια μελαγχολία, σαν αυτή που προκαλεί συνήθως το χαμόγελο του κλόουν. Όχι τυχαία αυτό, καθώς η παράσταση είναι δομημένη με βάση τις συνταγές του καμπαρέ και του τσίρκο. Δυνατή μουσική παιγμένη σαν από λατέρνα, έντονα χρώματα σαν από παιδική χαρά, ακροβατικά, χορός, γκροτέσκα κινησιολογία, χειρονομίες και μια διάχυτη έξαλλη διάθεση. Η υπερβολή στα άκρα της -αν είναι δόκιμη η έκφραση, αλλά κι αν δεν είναι, μάλλον αποδίδει το νόημα.
Ποιο είναι το θέμα; Η ίδια η ζωή. Ποια είναι η ουσία; Η καθημερινότητα, οι διπλανοί μας άνθρωποι. Ποιος είναι ο στόχος; Το γέλιο. Αλλά όχι μόνο, το γέλιο και το δάκρυ: οι τραγικότερες όψεις την ανθρώπινης φύσης παρουσιασμένες με διάθεση σκωπτικότητας και γελοιοποίησης -ακριβώς αυτό που κάνει ο κλόουν. Και βγαίνοντας από την άιθουσα, ο θεατής έχει χορτάσει γέλιο -εκτός κι αν αναγνώρισε τον εαυτό του στη σκηνή.
Τα πιο χαρούμενα σκηνικά υπογραμμίζουν ακριβώς τη θλίψη, όσο και η μουσική που θυμίζει λούνα παρκ. Πανέμορφα είναι και τα κοστούμια, ενώ η σκηνοθεσία είναι σφιχτή και δεμένη, αξιοποιεί την λογική του βίντεο κλιπ μαζί με ιδέες από το καμπαρέ και το τσίρκο. Πολλά εύσημα στους ηθοποιούς -ακόμα περισσότερο γιατί παίζουν καμιά σαρανταριά ρόλους ο καθένας, και μάλιστα ρόλους απαιτητικούς και δύσκολους: όχι μόνο λόγω κειμένου, αλλά κυρίως επειδή το κείμενο θα ήταν εντελώς αναποτελεσματικό και λειψό χωρίς την κίνηση, τον χορό, το τραγούδι και τα βλέμματα.
Η παράσταση ξεκίνησε από την Αβινιόν, έκανε ένα πέρασμα από το φεστιβάλ της ίδιας πόλης (σπουδαία υπόθεση!), μάλλον κυκλοφόρησε και σε άλλα γαλλικά στέκια, και τώρα (ως τις 13 του Φλεβάρη) φιλοξενείται στο Βρυξελλοχωριό μας. Να πάτε.
[εδώ το πρόγραμμα από το θέατρο Halles της Αβινιόν]
Πριν από 2-3 εβδομάδες έλαβα στο μέηλ μου ένα λινκ που με οδηγούσε εδώ:
Πρόκειται για το εξής πολύ ενδιαφέρον κόνσεπτ: Στο θέατρο Public δέχονται σε ετήσια βάση πολλές προτάσεις για καινούριες παραγωγές κι έχουν δημιουργήσει μια Επιτροπή Ανάγνωσης που απαρτίζεται από την διεύθυνση του θεάτρου, βασικούς συντελεστές και συνεργάτες του, αλλά και εξωτερικούς ηθοποιούς, σκηνοθέτες, φιλολόγους και άλλους σχετιζόμενους με το θέατρο άμεσα ή έμμεσα. Οι άνθρωποι αυτοί διαβάζουν τις προτάσεις που λαμβάνουν, τις αξιολογούν και κάνουν τις επιλογές τους για την επόμενη σεζόν.
Κάποιες από τις προτάσεις-σενάρια, όμως, εκείνα που τους εντυπωσιάζουν περισσότερο, τα επωνομαζόμενα “coup de coeur”, σκέφτηκαν να τα προτείνουν και στο κοινό, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε αυτό να συμμετάσχει στην διαδικασία οργάνωσης και προγραμματισμού της επόμενης σεζόν.
Τα κείμενα αυτά, λοιπόν, παρουσιάζονται με την μορφή της ανάγνωσης (για την ακρίβεια, μέρος των κειμένων). Χωρίς σκηνικά και κοστούμια, σε μια απλή σκηνή και με την ελάχιστη σκηνοθεσία/κινησιολογία, οι ηθοποιοί διαβάζουν το κείμενο-σενάριο. Ένας από αυτούς μάλιστα διαβάζει τις σημειώσεις-υποδείξεις του σεναριογράφου, ώστε το κοινό να μπορεί να αντιληφθεί καλύτερα την μορφή που θα έχει το κείμενο όταν θα μεταμορφωθεί σε θεατρική παράσταση.
Η είσοδος είναι -προφανώς- δωρεάν, χρειάζεται μόνο οι θεατές να δηλώσουν την συμμετοχή τους, για λόγους οργάνωσης, επιλογής της κατάλληλης αίθουσας κ.λπ. Οι αντιδράσεις του κοινού και η συζήτηση ή τα σχόλια που ενδεχομένως ακολουθούν την ανάγνωση, προοικονομούν τρόπον τινά τον αντίκτυπο που θα έχει η παράσταση και βοηθούν τους συντελεστές/οργανωτές του θεάτρου να την τοποθετήσουν αντίστοιχα μέσα στην ακόλουθη σεζόν και να διαμορφώσουν μια πιο ολοκληρωμένη εντύπωση για το κοινό στο οποίο απευθύνεται.
Το πρώτο απόσπασμα που παρακολουθήσαμε ήταν η πρώτη πράξη από την παράσταση « Sins of the Mother » (Αμαρτίες της μητέρας) του Israël Horowitz. Ο Horowitz γεννήθηκε το 1937 στην Μασσαχουσέτη και ανέβασε την πρώτη του παράσταση στη Βοστόνη, σε ηλικία μόλις 17 ετών. Ανήκει στο ρεύμα του αμερικάνικου ρεαλιστικού θεάτρου, που έχει επηρεαστεί από τον Ιονέσκο και τον Μπέκετ. Τα κείμενά του από ακρίβεια, λιτότητα, ρεαλισμό, συναισθηματισμό και πυκνή συνοχή, με ένα ιδιαίτερο, μάλλον μαύρο χιούμορ να τα διαπερνά. Έχει διακριθεί πολλές φορές σε διεθνή φεστιβάλ και κερδίσει πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων Έμμυ και Όμπυ, ενώ στα έργα του έχουν πρωταγωνιστήσει σπουδαίοι ηθοποιοί, όπως ο Αλ Πατσίνο, η Νταϊάν Κήτον, ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ και η Τζέην Μπίρκιν.
Στο Sins of the Mother, παρακολουθούμε την επιστροφή του Ντάγκυ στην πόλη όπου ζούσε η μητέρα του ανήμερα των γεννεθλίων της. Η μητέρα του έχει πεθάνει πρόσφατα, αλλά εκείνος την είχε γνωρίσει ελάχιστα, καθώς μεγάλωσε με τη γιαγιά του -η ίδια η μητέρα του απέφευγε να έχει επαφές μαζί του. Κατά την επιστροφή του στην πόλη της μητέρας του, ο Ντάγκυ γνωρίζει ανθρώπους του περιβάλλοντός της, γεγονός που του αποκαλύπτει πολλά στοιχεία για την ίδια, τον χαρακτήρα και τη ζωή της, στοιχεία άγνωστα ως τότε σε αυτόν.
Το δεύτερο απόσπασμα ήταν μέρος της πρώτης πράξης από την παράσταση « Wulpen » του Pierre-Paul Hammesse. Για τον συγγραφέα δεν μπόρεσα να βρω πολλές πληροφορίες, αλλά η παράσταση αναφέρεται στο εξής θέμα: το Wulpen είναι ένα φλαμανδικό ψαροχώρι σε παρακμή. ΟΙ κάτοικοί του βουλιάζουν στη μιζέρια και την κατάθλιψη, καθώς το χωριό έχει χάσει εντελώς την παλιά του αίγλη και οικονομική ευρωστία, εξαιτίας του γεγονότος ότι η θάλασσα έχει αποτραβηχτεί υπονομεύοντας τις δραστηριότητές τους. Ξαφνικά, ένα βράδυ, φτάνει στο χωριό ένας νεαρός που δηλώνει την επιθυμία να μεταβεί στο κοντινό “καταρραμένο” νησί. Οι κάτοικοι θεωρούν το νησί αυτό υπεύθυνο για όλες τις δυστυχίες τους και κανείς δεν τολμά να πάει εκεί. Όσο το δοκίμασαν, άλλωστε, δεν επέστρεψαν ποτέ. Ο ξένος προσπαθεί να τους πείσει πως οι δυστυχίες τους θα πάψουν, αν κάποιος πάει στο νησί και δοκιμάσει να φανερώσει το μυστήριο με το οποίο αυτό είναι συνδεδεμένο, όμως οι κάτοικοι τελικά μοιάζουν βολεμένοι στην παρακμή και το φόβο τους.
Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός στο Zeeland της Ολλανδίας, μάλλον υπήρχε ένα νησί με αυτό το όνομα, το οποίο εξαφανίσητκε για πάντα τον 16ο αι.
Σε γενικές γραμμές, και οι δυο παραστάσεις μας φάνηκαν ενδιαφέρουσες και θα πάμε να τις δούμε στην ολοκληρωμένη τους μορφή -ιδιαίτερα εκείνη του Horowitz. Η διαδικασία της ανάγνωσης ήταν πολύ ελκυστική, καθώς βάζει τον θεατή στον πειρασό να εικάσει ποια σκηνικά και κοστούμια θα ταίριαζαν με το κείμενο που παρακολουθεί, πώς θα έβαζε ο ίδιος τους ηθοποιούς να κινηθούν στην σκηνή και να χρωματίσουν τις φωνές τους, τι φωτισμούς θα επέλεγε και ποια μουσική θα αναδείκνυε το πνεύμα του κειμένου. Το πείραμα γενικά είναι πολύ επιτυχημένο, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι είναι η τρίτη φορά που το θέατρο οργανώνει μια τέτοια δημόσια ανάγνωση και κάθε φορά το ενδιαφέρον του κοινού είναι μεγαλύτερο.
Προφανώς στα υπέρ της προσπάθειας είναι πως όλοι ηθοποιοί -γνωστοί μας από άλλες παραστάσεις- ήταν πολύ καλοί και έμοιαζαν κατάλληλοι για τους ρόλους που υποδύθηκαν.
Προς το παρόν, αναμένουμε την επόμενη σεζόν.
Θέλημα Θεού ο σεισμός στην Αΐτή, σύμφωνα με τον τηλευαγγελιστή Pat Robertson. Οι αϊτινοί, λέει, είχαν υπογράψει συμβόλαιο με τον διάβολο, για να καταφέρουν να αποτινάξουν τον αποικιοκρατικό ζυγό, εξού και τώρα τιμωρούνται. Γι’αυτό το λόγο πέφτουν πάνω τους οι “εφτά πληγές του Φαραώ”: δεν τους έφτανε που είναι η πιο φτωχή χώρα του κόσμου, τους έριξε κι ένα σεισμό ο Μεγαλοδύναμος, για να μάθουν να κάνουν ανίερες συμμαχίες και να ζητάνε ανεξαρτησίες.
Στον κώδικα ηθικής του ακροδεξιού αμερικάνου, προφανώς αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα, και έτσι οι αϊτινοί του 21ου αι. πληρώνουν ακόμα τις αμαρτίες των προπαππούδων τους. Στον κώδικα λογικής του “σοφού πρωτοπόρου των media”, ο νόμος και η τάξη του Θεού και των ισχυρών δεν πρέπει να διασαλεύονται επ’ουδενί τωι λόγωι, Κι όποιος τολμήσει να κουνήσει ρούπι, να ξέρει πως ο θεός τιμωρός θα τον εντοπίσει και θα του ρίξει όλα τα κακά της γης πάνω του: σεισμούς, λοιμούς, καταστροφές. Για να μάθει να φέρεται. Ως γνωστόν, το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο και, αν τυχόν το ξεχάσατε, ο σοφός τηλεπαρουσιαστής/συγγραφέας είναι εκεί να σας το θυμίζει. Με δυο κουβέντες, μη ζητάς πολλά πολλά, ποιες ανεξαρτησίες, ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα: κάνε μια προσευχή, πες 10 πατερημά, μετάλαβε, εξομολογήσου, νήστευε -και ο Θεός είναι μεγάλος, σε παρακολουθεί και θα σε ανταμείψει (αν όχι σε αυτή, τότε σίγουρα στην άλλη ζωή). Κι ευτυχισμένο το 1328!
Το ζήτημα δεν είναι ο Πατ. Αυτός υπάρχει, για να κάνει μια δουλειά, την οποία προφανώς κάνει πολύ καλά. Κι αυτό, κυρίως επειδή έχει περισσό θράσσος και αμετροέπεια -χωρίς αυτά τα χαρίσματα, το βρίσκω δύσκολο να ξεστομίζει κανείς ανερυθρίαστα τέτοια τέρατα, και μάλιστα από δημόσιο βήμα. [Και, απροπό, μην πιστέψει κανείς πως ο Πατ και οι όμοιοί του είναι βλάκες -αντιθέτως, πιστεύω πως είναι πανέξυπνοι και δαιμόνιοι.] Το ζήτημα είναι περισσότερο πως υπάρχει κόσμος που πιστεύει αυτά τα τέρατα, που θεωρεί λογικό το επιχείρημα “καλά κάνουν και ψοφάνε, αφού είναι αμαρτωλοί”! [Και αυτοί, μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνοι.]
Κι αν πάμε λίγο πιο πίσω στο συλλογισμό, το ζήτημα είναι πως ένα ολόκληρο σύστημα έχει εργαστεί σκληρά για πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα εκατομμύρια λοβοτομημένους ηλιθίους που πιστεύουν όποια μπαρούφα ειπωθεί από τηλεοράσεως -κι ακόμα ευκολότερα αν αυτή ξεστομιστεί στο όνομα ενός θεού. Ενός θεού τιμωρού που σπέρνει σεισμούς, φτώχεια και αρρώστιες αβέρτα χτυπώντας αμαρτωλούς και λοιπούς ανάξιους. Πόση διαφορά έχει αλήθεια ο θεός του Πατ από τον Αλλάχ του Μπιν Λάντεν; Πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον αμερικάνο που πιστεύει ότι “καλά πάθανε οι Αϊτινοί, αφού έχουν ξεφύγει από το δρόμο Του” και το μέσο μουσουλμάνο που υποστηρίζει μια Τζιχάντ ενάντια σε ένα γελοιογράφο; Καμία, απολύτως καμία. Αμόρφωτοι, αστοιχείωτοι, μειωμένης νοημοσύνης -και άρα φανατισμένοι και εύκολα χειρίσιμοι, και οι μεν και οι δε.
Η δουλίτσα του συστήματος ξεκινά από νωρίς. Από το εκπαιδευτικό σύστημα -ή και πιο πριν, από το σπίτι, που φυσικά διαπαιδαγωγήθηκε από το ίδιο σύστημα κλπ κλπ, φαύλος κύκλος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από ελληνικό σχολείο της επαρχίας (Β’ Γυμνασίου):
-Κυρία, η Αϊτή είναι πολύ μακριά από εδώ?
-Ναι, ρε παιδιά, από την άλλη πλευρά της γης σχεδόν, ανάμεσα στην Βόρεια και την Νότια Αμερική… Μην ανησυχείτε, είναι πολύ μακριά από εδώ.
-Α, δηλαδή είναι κοντά στην Πελοπόννησο, ε? Γιατί κυρία ο Γιώργος, που ήταν στο κρεβάτι του, κατάλαβε το σεισμό…
Μεγαλώνοντας, γιατί να μην είσαι πεισμένος πως οι σεισμοί, οι πόλεμοι και οι πανδημίες είναι θέλημα Θεού, πώς όσοι τους τυχαίνουν τέτοια φριχτά το αξίζουν -και καλύτερα να ακολουθείς την τακτική “πίστευε και μη ερεύνα”;
ΥΓ. Το ποστ αφιερώνεται εξαιρετικά στη Σοφία.
Το Μόλενμπεκ είναι μια γειτονιά των Βρυξελλών. Σε τι διαφέρει το Μόλενμπεκ από τις άλλες συνοικίες; Είναι αυτό που κάποιοι θα ονόμαζαν “γκέτο”. Στην πραγματικότητα, είναι μία από τις γειτονιές όπου είναι εγκαταστημένοι πολλοί μετανάστες, κυρίως από τις αραβικές χώρες. Αυτό έχει δημιουργήσει μια σημαντική “παραφιλολογία”, περί “επικίνδυνης συνοικίας” και πληθώρας άεργων νεαρών (κυρίως δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών) που ζουν παρασιτικά εκμεταλλευόμενοι το βέλγικο κράτος. Η παραφιλολογία είναι γνωστή και θα μπορούσε να προσαρμοστεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλάζοντας μερικά επίθετα και εθνικότητες.
Ο Nabil Ben Yadir είναι γεννημένος και μεγαλωμένος στο Μόλενμπεκ και η μαμά του τον έμαθε από μικρό να αγαπάει το σινεμά. Η μαμά του είχε ένα παράπονο: ότι στις ταινίες, συνήθως, οι ομοεθνείς της ήταν πάντα οι κακοί, οι τεμπέληδες και οι απατεώνες. Ο Nabil λοιπόν, αποφάσισε να κάνει μια ταινία, που να παρουσιάζει την πραγματικότητα του Μόλενμπεκ στις αληθινές της διαστάσεις, με τα θετικά και τα αρνητικά. Θέλησε να δείξει πως ναι, υπάρχουν πολλοί αργόσχολοι νεαροί άραβες στις “κακόφημες” συνοικίες των Βρυξελλών. Αλλά, γιατί; Πόσο από μερίδιο της ευθύνης είναι δικό τους και τι ρόλο παίζουν τα κλισέ; Υπάρχει τρόπος να ξεφύγει ένας τέτοιος νεαρός από τη μοίρα που έχει προκατασκευαστεί γι’αυτόν πριν καν από τη γέννησή του;
Ο Nabil πάνω από όλα πάντως, έφτιαξε μια απολαυστική κωμωδία, με όλα τα απαραίτητα συστατικά για να είναι επιτυχημένη: χιούμορ, καταστάσεις, γκριμάτσες, ρομάντζο, λίγο δράμα, ενδιαφέροντες χαρακτήρες και έξυπνοι διάλογοι. Παράλληλα, κάνει ένα σχόλιο για τις μικρές κοινότητες των μεταναστών (αράβων στο Βέλγιο εν προκειμένω), χωρίς να τους χαρίζεται, παρουσιάζοντάς τους στις αληθινές τους διαστάσεις, με τα όμορφα και με τα αρνητικά τους. Δεν χαρίζεται φυσικά ούτε και στους ντόπιους (Βέλγους).

Είναι αλήθεια πως η ταινία είναι πιο εύληπτη για κάποιον που ζει ή έχει ζήσει στο Βέλγιο (ή έστω στη Γαλλία). Με μια σύντομη διαδικασία αφαίρεσης πάντως, οι Barons θα μπορούσαν να είναι οποιοδήποτε μετανάστες σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή μεγαλούπολη.
Ψάξτε τους!

































