Το ξέρω πως είχατε την ευκαιρία να τους απολαύσετε και εν Αθήναις -αν την χάσατε… χάσατε!
Εγώ τους είδα πριν από λίγες ημέρες εδώ και πραγματικά συγκλονίστηκα. Οι άνθρωποι παίζουν χωρίς παρτιτούρες, από κλασικά κομμάτια Bizet, Strauss, Brahms, Mahler και Liszt μέχρι τσιγγάνικες μελωδίες των Βαλκανίων (Mesecina από το Underground αν θυμάστε) -με το ίδιο πάθος, την ίδια ένταση, τον ίδιο σεβασμό και αγάπη στην μουσική.
Στην μουσική που είναι ενιαία και έχει ψυχή και… ναι, μπορεί μια ολόκληρη αίθουσα μιας κλασικής μουσικής σκηνής να χειροκροτάει όρθια και ρυθμικά υπό τους ήχους του Bizet, όπως και υπό τους ήχους ενός ανώνυμου τσιγγάνικου ρυθμού.
Αυτό που ένιωσα εγώ είναι πως σε αυτήν την ορχήστρα από τον βιρτουόζο πρώτο βιολί, μέχρι το τελευταίο μπάσο, είναι όλοι ίσοι, παίζουν με μια ψυχή και μπούσουλάς τους είναι η αγάπη για τις μουσικές τους -και για τα βιολιά και τα κλαρινέτα. Ούτε υποψία της αυστηρής ιεραρχίας που επικρατεί σε μια κλασική ορχήστρα!
Φανταστείτε μία αίθουσα τύπου “Φίλων της μουσικής” του Μεγάρου Μουσικής… σε τρελό κέφι, σε κατάσταση οργιώδους γλεντιού: αυτό το κατάφεραν οι απίστευτοι μουσικοί της Τσιγγάνικης Συμφωνικής Ορχήστρας της Βουδαπέστης.
Διαβάστε τις εντυπώσεις του Xνουδιού από τα 100 τσιγγάνικα βιολιά -δεν έχω να προσθέσω λέξη! Ούτε κι εγώ το πίστευα πως ήμουν τόσο τυχερή!
__________________________________________________
Ακούμε:
1. Georges Bizet, Carmen (solist: Sandor Buffo Rigo)
2. Aram Khatchaturian, Sabre dance (solist: Jozsef Csocsi Lendvai)
3. Johann Strauss, Radetzky March (solists: Sandor Buffo Rigo & Jozsef Csocsi Lendvai)
4. Johannes Brahms, Hungarian Dance #5 (solist: Florian Lakatos)
Η περίοδος του Μεσοπολέμου, και ειδικότερα η δεκαετία του ‘30, είναι μια περίοδος πυκνή και γεμάτη πολύ σημαντικά γεγονότα, στην Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτές τις μέρες που όλοι θα θυμηθούν το Μάη του ‘68 -και καλά θα κάνουν, κλείνουν και 40 χρόνια-, έχει ενδιαφέρον να κοιτάξουμε και λίγο παλιότερα, εποχές εξίσου ταραγμένες και κρίσιμες.
Εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης και κρίσης αφενός και της ανόδου των φασιστικών καθεστώτων αφετέρου, τα λαϊκά κινήματα αναζωπυρώνονται. Στην Ελλάδα, η απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου (για δεύτερη φορά) και η κινητικότητα από πλευράς Μεταξά με στόχο την εγκαθίδρυση στρατιωτικού καθεστώτος (όπερ και εγένετο), οδηγούν στο μαζικό κίνημα του ‘35, το οποίο έχει κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Οι εργάτες στις Σέρρες οργανώνουν αντιπολεμική απεργία, ενώ οι κινητοποιήσεις των σταφιδεργατών στην Κρήτη πνίγονται στο αίμα.
Το ταραγμένο αυτό κλίμα οδηγεί στα γεγονότα του Μαΐου του ‘36. Στις 29 Απρίλη του 1936, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κατεβαίνουν σε απεργία ζητώντας (το αυτονόητο
την εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Το παράδειγμά τους ακολουθούν καπνεργάτες άλλων πόλεων: του Βόλου, της Δράμας, της Ξάνθης και της Καβάλας, ενώ οι αυτοκινητιστές της Θεσσαλονίκης απεργούν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους καπνεργάτες.
Αντιγράφω από τον Ριζοσπάστη της 30ης Απριλίου:
Στην απεργία πήραν μέρος 40.000 καπνεργάτες. Τις επόμενες μέρες ακολουθούν συγκρούσεις. Στις 9 του Μάη οι χωροφύλακες αρχίζουν επιθέσεις στις συγκεντρώσεις των απεργών. Οι αυτοκινητιστές είχαν κατέβει σε απεργία αλληλεγγύης στην Εγνατία. Για να αμυνθούν στήνουν οδοφράγματα.
Οι χωροφύλακες χτυπάνε «στο ψαχνό». Πρώτος νεκρός ο Τάσος Τούσης. Ακολουθούν άλλοι τέσσερις. Αντί για σημαίες υψώνονται μαντίλια βουτηγμένα στο αίμα. Οι διαδηλωτές φωνάζουν: «Κάτω οι δολοφόνοι, να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά». Λίγο πιο πέρα οι χωροφύλακες πυροβολούν άοπλο πλήθος. «Απολογισμός»: 20 νεκροί, 300 τραυματίες. Το απόγευμα γίνεται νέα διαδήλωση, τη νύχτα η κυβέρνηση Μεταξά στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις από τη Λάρισα και τέσσερα αντιτορπιλικά.
Την επόμενη μέρα η κηδεία των θυμάτων είναι πραγματικός παλλαϊκός ξεσηκωμός. Στο νεκροταφείο συγκεντρώνονται 150.000 άνθρωποι. Στις 11 του Μάη κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 του Μάη πανελλαδική απεργία. Οι καπνέμποροι υποχωρούν στις περισσότερες οικονομικές διεκδικήσεις. Η κυβέρνηση Μεταξά αρνείται να ικανοποιήσει τα πολιτικά αιτήματα. Ο Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος απ’ τα γεγονότα, γράφει τον «Επιτάφιο». Στις 10 του Μάη ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη συγκλονιστική φωτογραφία, όπου απεικονίζεται μια μάνα να θρηνεί καταμεσής του δρόμου το νεκρό παιδί της. Ο νεκρός είναι ο Τάσος Τούσης.
Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου που μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκε από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση -το ποίημα που ενέπνευσε αυτή η φωτογραφία, είναι το πασίγνωστο πια:
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνωΣτο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένηςΚαι μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκιαΚαι μου ‘λεγες πως όλ’ αυτά
τα ωραία θα ν’ δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας
Πηγές:
- Ελεύθερο Βήμα, 02.05.2006
- Πολιτικό Καφενείο, 10.05.2006
- Ριζοσπάστης, 30.04.2008
Διαβάστε ακόμα:
Πριν από κανένα μήνα, το μαγαζάκι αυτό (μαζί με το πρώην) συμπλήρωσαν δυο χρόνια ύπαρξης και κυκλοφορίας στα διαδικτυακά νερά. Επειδή βαριέμαι τις κοινοτυπίες πια, δεν θα αναφερθώ σε όσα κέρδισα και έμαθα -ούτε και σε τυχόν δυσάρεστα. Αυτά πλέον είναι αυτονόητα και τετριμμένα. (Σε κάθε περίπτωση, αυτό εδώ το ποστ με εκφράζει και με καλύπτει).
Πάντως, οφείλω να αναφέρω ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω εκ του σύνεγγυς και ιδίοις όμμασι (και “πλήκτροις”) πως, στα πλαίσια του εικονικού κόσμου των pixels και των mbps, διαμορφώνονται καταστάσεις όπως εκείνες της μη εικονικής ζωής. Άλλωστε, η διάθεση για επικοινωνία βρίσκει πολλούς δρόμους: τα καφενεία, τα γράμματα, τις τέχνες, αλλά εν τέλει, και τα pixels. Όπως πολλάκις μου δόθηκε η αφορμή να παρατηρήσω, σχολιάζοντας αλλού ή κουβεντιάζοντας διά ζώσης, “εδώ”, όπως και “εκεί”, απαντώνται κάθε λογής συμπεριφορές, χαρακτήρες και προσωπικότητες. Όπως σε μια σχολική τάξη ή σε έναν εργασιακό χώρο, έτσι και εδώ, ενδημεί κάθε καρυδιάς καρύδι. Ομοίως, είναι ανέφικτο να ταιριάξουμε όλοι με όλους και να συμφωνούμε σε όλα. Εξού και άλλοτε συμφωνούμε, άλλοτε περνάμε καλά, άλλοτε ψυχραινόμαστε, άλλοτε τσακωνόμαστε και πάντοτε προσθέτουμε και αφαιρούμε.
Ομολογώ πάντως, ότι δυο χρόνια μετά, συστήνω το blogging ανεπιφύλακτα σε όλους τους μη μυημένους: το συστήνω σαν ένα όμορφο ταξείδι στο άγνωστο, μια περιπέτεια με λίγους κινδύνους και πολλές εκπλήξεις.
Δεδομένου του γεγονότος ότι είμαι πολυσχιδής προσωπικότητα (τσκ! ψωνάρα!), και ασχολούμαι με πολλά άλλα πράγματα εκτός από τούτο το μαγαζάκι, ο χρόνος δεν αφθονεί. Εξού και το μαγαζάκι κάνει pause και μπαίνει σε ρυθμούς rallentis -κυρίως λόγω τριών επικείμενων ταξειδιών.
Έτσι, ήρθε η ώρα για μία σιέστα! Θα τα λέμε, αναλόγως της διαθέσιμης σύνδεσης και του διαθέσιμου χρόνου!
Καλά να περνάτε!
Όταν ήμουν παιδί σιχαινόμουν το Πάσχα. Ήταν συνδεδεμένο με πολλούς καταναγκασμούς στους οποίους καμία όρεξη δεν είχα να υποκύψω. Έπρεπε να φορέσω ρούχα που δεν μου άρεσαν, να μεταλάβω, να νηστέψω (ενώ το σπίτι ήταν γεμάτο με τσουρέκια και λαμπροκούλουρα) -και, το χειρότερο, να υπομείνω μια ολόκληρη Κυριακή με βάρβαρες σούβλες -που μου θύμιζαν τον Αθανάσιο Διάκο-, κλαρίνα και συγγενείς εξ αγχιστείας τους οποίους έβλεπα μια φορά τον χρόνο και με αγκάλιαζαν με λιγδιασμένα χέρια. Το κακό σε όλα αυτά ήταν κυρίως ότι “έπρεπε”.
Επίσης, δεν μου άρεσαν τα βαμμένα αυγά, γιατί ήταν πάντα σφιχτά και μύριζαν χημική μπογιά, ενώ εγώ τα προτιμούσα μελάτα ή τηγανητά με ψωμάκι βουτηγμένο στον κρόκο. Καθώς οι διατροφικές μου επιλογές είναι εξαιρετικά περιορισμένες, προφανώς σιχαίνομαι τα συκωτάκια και τα εντόσθια -οπότε ακόμα και το τέλος της νηστείας δεν το περίμενα με ιδιαίτερη ανυπομονησία -εκτός από τα κουλουράκια.
Ακόμα, μισούσα τα βαρελότα. Έβρισκα ότι όλη αυτή η πολεμική ατμόσφαιρα ήταν εντελώς αντιφατική με το υποτιθέμενο πνεύμα αγάπης, κατάνυξης και χαράς. Τα είκοσι λεπτά που περνούσαμε μπροστά στην εκκλησία μέχρι να ακούσουμε το “Χριστός Ανέστη”, να φιληθούμε και να φύγουμε, ήταν μαρτυρικά.
Πάνω από όλα, όμως, δεν χωρούσε στο μυαλό μου η αντίφαση της απέραντης θλίψης και μαυρίλας με την οργιώδη ανοιξιάτικη χαρά των ανθισμένων δέντρων, του ήλιου και των πουλιών που κελαηδούσαν χαρούμενα μες στην ζεστή μέρα. Την στιγμή που όλη η φύση είναι μες στην καλή χαρά, γιατί εμείς έπρεπε να θρηνούμε την εβδομάδα των Παθών; Και, όταν επιτέλους αυτή τελείωνε αναστάσιμα, γιατί εμείς έπρεπε να βρισκόμαστε εν μέσω καπνών από μπαρούτι και πολεμικών ιαχών;
Το Πάσχα ήταν η χειρότερη γιορτή και οι πιο αντιπαθητικές διακοπές -και όλη αυτή η μιζέρια ίσα που αντισταθμιζόταν από τα δώρα, τα καινούρια παπούτσια και την λαμπάδα -που και αυτά έπρεπε να τα καμαρώνω κρυφά, χωρίς να τα χαίρομαι επί μία μαρτυρική και νηστευτική εβδομάδα.
Μεγαλώνοντας, συνέχιζα να αντιπαθώ το Πάσχα, αλλά κατόρθωσα τουλάχιστον να αποφεύγω αρκετά από τα αντιπαθητικά και καταναγκαστικά έθιμα. Πάτησα πόδι για την μετάληψη και υποχωρούσα μόνο για τη νηστεία της Μεγάλης Παρασκευής.
Σιγά σιγά, άρχισα να εκτιμώ την Μεγάλη Παρασκευή, ιδιαίτερα από την στιγμή που έμαθα αρχαία και το κείμενο δεν ήταν πια ακαταλαβίστικο. Οι μελωδίες ηχούσαν όμορφα στα αυτιά μου, κι ας ήταν λυπητερές. Έτσι κι αλλιώς, κι εγώ κυρίως λυπητερή μουσική άκουγα. Παρέμενε βέβαια το μαρτύριο της μπαρουτοκαπνισμένης Ανάστασης, αλλά τουλάχιστον πλέον ένιωθα μια σχετική συγκίνηση στο άκουσμα του “θανάτω θάνατον πατήσας”.
Την πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να διαβάσω τα Εγκώμια σε τυπωμένο χαρτί και να αφιερώσω λίγο χρόνο να σκεφτώ τι ακριβώς λένε, βίωσα κάτι σαν αποκάλυψη. Τα Εγκώμια είναι ένα από τα ωραιότερα κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ. Στα μάτια μου το θρησκευτικό στοιχείο παραμεριζόταν, έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, γιατί στο προσκήνιο έρχονταν οι αναγωγές προς τις προχριστιανικές παραδόσεις και τους αρχαίους μύθους (η νεκρανάσταση της Περσεφόνης, η χαρά από την αφύπνιση της φύσης), και κυρίως το πανέμορφο κείμενο και το βαθύτερο νόημα. Η ουσία δεν ήταν πια, για μένα, το δράμα του Θεανθρώπου. Η ουσία ήταν η αναφορά σε νοήματα πανανθρώπινα, που ξεφεύγουν από τα στενά θρησκευτικά πλαίσια: η προδοσία, η αμφισβήτηση του πατέρα/Θεού, η πικρία, η ανθρώπινη διάσταση και τα συναισθήματα, το δράμα της μητέρας που βιώνει την θανάτωση του παιδιού της με έναν τόσο φριχτό τρόπο. Τα Εγκώμια έμοιαζαν σχεδόν… αιρετικά! Είχα πλέον ένα σημαντικό κίνητρο να εντριφύσω λίγο περισσότερο στο θέμα, κι έτσι ανακάλυψα το Τροπάριο της Κασσιανής και την Ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης. Συνέλαβα τον εαυτό μου να αδημονεί για την περιφορά του Επιταφίου.
Φέτος, είναι η δεύτερη φορά που κάνω Πάσχα εκτός Ελλάδας -και η πρώτη χωρίς την οικογένεια. Φέτος, λοιπόν, το Πάσχα μου λείπει. Η Μεγάλη Παρασκευή δεν είχε και τόση μεγαλοσύνη -και ήταν ηλιόλουστη. Ο Επιτάφιος, ίσα που βγήκε από την εκκλησία, έφτασε ως την γωνιά του δρόμου και μαζεύτηκε πάλι πίσω. Η Ανάσταση πάλι ήταν χωρίς ατμόσφαιρα μεν -αλλά και χωρίς βεγγαλικά δε. Και η σημερινή μέρα θα είναι -ευτυχώς- τουλάχιστον χωρίς σούβλες.
Φέτος, το Πάσχα μου έλειψε -και σχεδόν δεν το πιστεύω…
Χρόνια Πολλά -και του χρόνου σπίτια μας!
O Paul Klee γεννήθηκε στο Münchenbuchsee, κοντά στην Βέρνη στα 1879. Παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του Lilly Strumpf, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Felix, και έζησε μεγάλο μέρος της ζωής στο Μόναχο, πόλη που αποτελούσε καλλιτεχνικό κέντρο στα χρόνια της Belle Epoque -αλλά και στο Βερολίνο και στην Ελβετία. Ταξίδεψε πολύ, στο Παρίσι, στην Ιταλία, στην Αίγυπτο, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Γερμανία, ενώ σχετίστηκε και με σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ο Kandinsky (οι δυο τους, μαζί με τον Feininger και τον Jawlensky αποτέλεσαν την ομάδα των Blaue Vier).
Ο πατέρας του ήταν μουσικός και έτσι ο Klee μεγάλωσε μέσα στην μουσική, τέχνη που τον επηρρέασε βαθιά.
Ο ίδιος αγαπούσε πάρα πολύ το θέατρο, το τσίρκο, τον χορό, την μουσική και τα θεάματα. όλα αυτά αποτυπώνονται τόσο στην τέχνη του, όσο και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την ζωή. Ένιωθε πως η καθημερινότητα ήταν ένα πάλκο, μια σκηνή θεάτρου, οι άλλοι άνθρωποι ηθοποιοί, τα γεγονότα και οι καταστάσεις θεατρικά έργα και ο ίδιος θεατής που παρακολουθεί την παράσταση και αποτυπώνει τις εντυπώσεις του στην ζωγραφική.
Για τον λόγο αυτό, πολλά από τα έργα του αντλούν την θεματολογία τους από το θέατρο, το τσίρκο, τον χορό ή και τις διασημότητες του κινηματογράφου της εποχής. Παράλληλα τα έργα του διαπνέονται από μια μουσικότητα: διαθέτουν ρυθμό και μελωδία, πολλά από αυτά είναι απεικόνιση μουσικής.
Η αγάπη του για το θέατρο αποτυπώνεται στους πίνακες που απεικονίζουν μάσκες ή έχουν εμπνευστεί από αυτές. Ένδειξη αυτής τις αγάπης είναι και οι μαριονέτες που κατασκεύασε για τον Felix. Οι μάσκες, ιδιαίτερα προς το τέλος της ζωής του, αποτελούν σύμβολο της καταστροφής του ανθρώπινου σώματος, της υλικής υπόστασης του ανθρώπου: η μάσκα είναι το “ψεύτικο” καμουφλάζ του “αληθινού” προσώπου. Αντίστοιχα, οι μαριονέτες τους απεικονίζουν φανταστικά όντα (όπως το ηλεκτρικό φάντασμα) ή και αληθινά πρόσωπα, όπως φίλους του ή ακόμα και τον ίδιο.
Τον συγκινούσε πολύ ο χορός -ήταν λάτρης της χορεύτριας Palucca, της οποίας τις παραστάσεις παρακολούθησε συχνά. Από αυτές εμπνεύστηκε για να δημιουργήσει πίνακες με θέμα τον χορό. Ο χορός και οι ακροβάτες (”το θράσσος των ακροβατών”) αντιπροσωπεύουν για τον Klee “το ρίσκο του ανθρώπου - δημιουργού” -ιδιαίτερα το salto mortale, από το οποίο έλαβε το έναυσμα για να φτιάξει έναν πίνακα με θέμα την καταιγίδα. “Ο χορός και η πάλη είναι οι δυο ουσιαστικές φάσεις του θεάματος”. Εξίσου τον εντυπωσίαζαν και όλα τα θεάματα του τσίρκο. Συνδυάζοντας αυτά με το θέατρο, δημιούργησε αρκετούς πίνακες με θέμα ήρωες θεατρικών παραστάσεων ή μύθων, όπως τον Γάιδαρο από το “Όνειρο θερινής νυκτός” ή τον Άμλετ.
Ο κινηματογράφος είναι το μοντέρνο θέαμα της εποχής και ο Klee τον παρακολουθεί συστηματικά και εμπνέεται από τα αστέρια του. Ο γιος του αναφέρει πως ο Klee θαύμαζε τον Charlie Chaplin και δεν έχανε καμία ταινία του. Μάλιστα, έχει δημιουργήσει μια σειρά από σκίτσα εμπνευσμένα από κινηματογραφικούς αστέρες -ένα από αυτά αποτυπώνει τον Charli. Κάποια από τα σκίτσα αποτελούν απόπειρα παραλλαγών του ίδιου προσώπου σε διάφορες εκφραστικές ή συναισθηματικές καταστάσεις και θυμίζουν (ή προοιωνίζουν) έντονα τα πορτρέτα του Andy Wharhol.
Η περίοδος κατά την οποία δίδαξε στο Bauhaus, μαζί με τον Kandinsky, στην Βαϊμάρη, το Βερολίνο και το Dassau τον επηρρέασε βαθιά. Συμμετείχε στις γιορτές και τις εκδηλώσεις που οργάνωνε η Σχολή, συχνά έφτιαχνε τις προσκλήσεις για τις γιορτές αυτές και παρακολουθούσε όλα τα συνδεδεμένα με αυτή θεάματα. Το Βερολίνο άσκησε σημαντική έλξη στον ζωγράφο, ο οποίος έλεγε ότι “Το Βερολίνο μπορεί να κάνει τα πάντα [...] ακόμα και να ανακατέψει ένα πορνείο με τον Mozart!”. Δίδαξε επίσης και στην Ακαδημία του Düsseldorf.
Η ζωγραφική του Klee εντάσσεται στα ρεύματα του εξπρεσιονισμού, του κυβισμού και του σουρρεαλισμού. Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της, σε κάθε περίπτωση είναι η μουσικότητα. Όπως προαναφέρθηκε, η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ζωή του, από τα παιδικά του χρόνια ήδη. Μεγαλώνοντας και καθώς εξελισσόταν ως ζωγράφος, ο Klee έδειξε ενδιαφέρον και για την “επιστημονική/μαθηματική” άποψη της μουσικής. Συνέλαβε την ιδέα ότι η μουσική αναπτύσσεται με βάση δύο συντεταγμένες, τον χώρο και τον χρόνο. Αυτές οι δυο συντεταγμένες μαζί παράγουν κίνηση -άρα αλλαγή, την οποία θέλησε να αποδώσει με το χρώμα. Η μετάβαση από το ένα χρώμα στο άλλο -και αυτό σε αλλεπάληλες διαδοχές- στους πίνακες του Klee αποκρυσταλλώνει την μουσική έκφραση της ζωγραφικής του. Συχνά χρησιμοποίησε και το μοτίβο της σκακιέρας για τον σκοπό αυτό -αλλά χωρίς να περιορίζεται στην αυστηρότητα των δύο χρωμάτων, αφού “το χρώμα τον είχε κατακτήσει, [...], ο ίδιος είχε γίνει ένα με το χρώμα”.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο μουσικός Pierre Boulez, εξετάζει την ζωγραφική του Klee, στο βιβλίο του Le pays fertil (Η γόνιμη χώρα).
Ο Klee εκδιώχθηκε το 1933 από την Γερμανία, μετά την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, με την κατηγρορία ότι κάνει διεφθαρμένη τέχνη. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, με την οικογένειά του, στο Ticino της Ελβετίας, όπου και πέθανε το 1939, σε ηλικία 61 έτους, από μια θανατηφόρα δερματοπάθεια.
Όλα αυτά, εμείς τα μάθαμε στην εξαιρετική έκθεση του Bozar, Paul Klee - Le théâtre de la vie, την οποία μπορείτε να επισκεφθείτε μέχρι της 25 Μαΐου -μην την χάσετε!
Μερικές από τις ωραιότερες εικόνες του Klee, μπορείτε να θαυμάσετε εδώ (thanks γουγλ!).
*ο τίτλος, διά στόματος Paul Klee.
Είχα πει ότι θα πήγαινα -και πήγα, επειδή οι Σκανδιναβικές χώρες ασκούν εσχάτως μιαν αλλόκοτη έλξη πάνω μου, αλλά κι επειδή είναι πολύ λίγα αυτά που γνωρίζουμε για την Ισλανδία.
Το αφιερωμένο στην Ισλανδία φεστιβάλ του Bozar, περιλαμβάνει, βάσει της ιστοσελίδας και του σχετικού φυλλαδίου πέντε εκθέσεις (διαθέσιμες μέχρι τις 15 Ιουνίου), ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ και αφιερώματα σε Ισλανδούς λογοτέχνες και μουσικούς. Όλα τα events έχουν ήδη παρουσιαστεί, εκτός από το κινηματογραφικό φεστιβάλ (είναι προγραμματισμένο για το τέλος Μαΐου).
Οι εκθέσεις, λοιπόν, δεν είναι πέντε αλλά τέσσερις. Το Water vocal που θα παρουσίαζε έργα τέχνης επηρρεασμένα από το υγρό στοιχείο, δυστυχώς ακυρώθηκε. Η αφιερωμένη στην σύγχρονη Ισλανδική αρχιτεκτονική έκθεση είναι επί της ουσίας παρουσίαση της κατασκευής του Κέντρου Συναυλιών και Συνεδριάσεων του Ρέυκιαβικ (έχει και μακέτα).
To Skal είναι μια μικρή έκθεση των κεράτων στα οποία οι Vikings Ισλανδοί έπιναν το νεράκι τους -ή το αλκοόλ τους. Σε μια μικρή αίθουσα εκτίθενται καμιά εικοσαριά κέρατα διαφόρων τεχνοτροπιών και περιόδων και ένα συνοδευτικό κείμενο ξεναγεί τον επισκέπτη στις τεχνοτροπίες και την χρονολόγησή τους. Φτωχό, όμως, πολύ φτωχό.
Το Dreams of the sublime and nowhere… θα έπρεπε να μας είχε υποψιάσει από τον τίτλο. Πρόκειται για παρουσίαση εικαστικών έργων σύγχρονων Ισλανδών καλλιτεχνών. Τουτέστιν video art, conseptual art και λοιπά μοντερνοειδή κατασκευάσματα που συνδυάζουν κολλάζ, αντικείμενα, φωτογραφίες, προβολές κ.λπ. Δυσνόητα και, ειλικρινά, άνευ λόγου ύπαρξης (και είμαι πολύ επιεικής). Περίπου δέκα ήταν τα “έργα” -απογοητευτικά, ακαταλαβίστικα και κακής αισθητικής.
Αποζημιωθήκαμε από την έκθεση Magicians of nature, στην οποία παρουσιάζονται λίγα έργα τριών αντιπροσωπευτικών Ισλανδών ζωγράφων του 19ου και του 20ου αι. Ο Jóhannes Sveinsson Kjarval (15 Οκτωβρίου 1885 - 13 Απριλίου 1972) επηρρεασμένος από την ισλανδική (πολύ πλούσια) μυθολογία και τον ιμπρεσσιονισμό είναι ο μεγαλύτερος ζωγράφος της χώρας. Στα χνάρια του τοποθετείται η δημιουργία των Kristian Davidsson (δυστυχώς δεν υπάρχει αναφορά ούτε καν στην ισλανδική έκδοση της wiki!) και Georg Gudni. Πολύ αξιόλογοι οι ζωγράφοι και ομολογουμένως ενδιαφέρουσα, αν και μικρή η έκθεση.
Τόσο η ιστοσελίδα όσο και το φυλλάδιο υπόσχονται και αφιέρωμα στα saga, των οποίων δυστυχώς δεν εντοπίσαμε κανένα ίχνος.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το εισιτήριο κοστίζει μόλις 7 ευρώ (για όλες τις εκθέσεις) και πως, η είσοδος είναι δωρεάν για όσους επισκεφθούν πρώτα την συστεγαζόμενη έκθεση για τον Klee. Τα συμπεράσματα δικά σας, εμείς πάντως φύγαμε μάλλον απογοητευμένοι.
Αν παρ’όλ’αυτά το επιθυμείτε, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά ως τις 15 Ιουνίου.
*Ο πρώτος πίνακας είναι του Kjarval και ο δεύτερος του Gudni.

























λεμε τωρα!...