μ’όποιον δάσκαλο καθίσεις

Ετικέτες

Ολόκληρη η συζήτηση που έχει ανοίξει στην ελληνική κοινωνία αυτή τη στιγμή, γύρω από το θέμα της απεργίας των εκπαιδευτικών, αναδεικνύει με γλαφυρότητα τις βαθειές παθογένειες της κοινωνίας αυτής, το διεστραμμένο τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να (δια)χειρίζεται τη ζωή της -τελοσπάντων μεγάλου μέρους της κοινωνίας, για να μην γενικεύουμε. Το αποκορύφωμα κατ’εμέ αυτής ακριβώς της εικόνας είναι αυτό εδώ το group στο fb -και μάλιστα κλειστό και με λογοκριμένα σχόλια. Κάποιοι αυτόκλητοι σωτήρες αποφάσισαν πως οι εξετάσεις θα γίνουν με τον τσαμπουκά τους, πως θα υπερασπιστούν μέχρι αηδίας τη “νομιμότητα”, γιατί μπορούν και γιατί αυτό είναι το σωστό. Η φάση πέρασε λίγο στα ψιλά και αυτό είναι το πρόβλημα: η δημιουργία αυτού του group αναδεικνύει πάρα πολλές προβληματικές πλευρές.

Κατρχάς, τη βαθειά ανοησία και έλλειψη πληθώρας εγκεφαλικών κυττάρων των εμπνευστών της πρωτοβουλίας και όλων των καλοθελητάδων που έσπευσαν να βάλουν το ονοματάκι τους στη λίστα αυτή. Γιατί, άντε και τις έκανες τις εξετάσεις με “εθελοντές επιτηρητές”: πρώτον, ποιος διασφαλίζει την εγκυρότητα των εξετάσεων αυτών, που ευκολότατα μπορεί κάποιος να τις καταγγείλει για αδιαφάνεια, εφόσον η επιτήρηση θα έχει γίνει από μη διαπιστευμένα άτομα. Δεύτερον, άντε και τις έκανες τις εξετάσεις και τις θεωρήσαμε και έγκυρες: ποιος θα διορθώσει τα γραπτά; Ποιος θα βγάλει βαθμούς; Ποιος θα στείλει βαθμολογίες στο Υπουργείο, θα φροντίσει για τις περιπτώσεις επαναβαθμολόγησης κ.λπ. κ.λπ.; Οι εθελοντές επιτηρητές;

Η πρωτοβουλία αυτή, αν δεν δείχνει την αστείρευτη φαντασία που κρύβει η αθεράπευτη ανοησία, ή έστω η βλακώδης μανία μερικών να νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και τα μπορούν όλα, δείχνει πως είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει -κάτι ουδώλως άσχετο με το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και τις βαθειές και ανακυκλούμενες παθογένειες της κοινωνίας μας (με την ευρεία έννοια, όχι μόνο της ελληνικής), στην τελική μια διάχυτη διεστραμμένη αντίληψη για το πώς λειτουργεί μια κοινωνία, για μένα άμεσα σχετιζόμενη με την εξίσου διεστραμμένη εκδοχή του καπιταλισμού που ζούμε.

Και εξηγούμαι: το θέμα των τύπων είναι να γίνουν οι εξετάσεις. Τα υπόλοιπα είναι κυριολεκτικά σταρχίδιατους. Καθόλου δεν τους νοιάζει πόσο έγκυρες θα είναι οι εξετάσεις, πώς θα διεξαχθούν, αν αυτοί οι δόλιοι μαθητές, θα μπορούν να γράψουν στην περίπτωση που έξω από τα εξεταστικά κέντρα πέφτουν χημικά και ξύλο. Καθόλου δεν τους νοιάζει, για ποιο λόγο τελικά θα γίνουν οι εξετάσεις; Με ποιο σκοπό; Να περάσουν “τα άξια παιδιά” στο, χμ, πανεπιστήμιο: σε ποιο πανεπιστήμιο; Αυτό στο οποίο υποτιμάται το εκπαιδευτικό έργο και προκρίνονται οι μπίζνες με τις εταιρίες που φέρνουν φράγκα; Αυτό που κλείνουν τμήματά του κάθε μέρα; Αυτό το ίδιο πανεπιστήμιο που, κόβω το κεφάλι μου, κάτι τύποι σαν αυτούς απονομιμοποιούν και υποτιμούν με κάθε ευκαιρία, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, εκφραζόμενοι με θαυμασμό για τα σπουδαία πανεπιστήμια της Ευρώπης και του Αμέρικα, ή για τα διάφορα Ντηρή, στα οποία κατά πάσα πιθανότητα έχουν και οι ίδιοι σπουδάσει;

Δεύτερο βασικό ζήτημα: αναρωτιέμαι ειλικρινά πόση επαφή έχουν όλοι όσοι εκφράζουν το μένος τους εναντίον των απεργών εκπαιδευτικών, με την εκπαιδευτική διαδικασία και με τον φυσικό και θεωρητικό χώρο της εκπαίδευσης. Αναρωτιέμαι αν έχουν υπόψη τους τι σημαίνει ώρα διδασκαλίας, τι σημαίνει στην ουσία να αναλαμβάνεις την ευθύνη της “διάπλασης” νέων ανθρώπων, τι είναι η γνώση και πώς μεταβιβάζεται και καλλιεργείται, τι είδους ανθρώπους μπορεί να φτιάξει το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα και τι είδους φτάχνει το δικό μας, τι έχει τελικά αξία στην εκπαιδευτική διαδικασία και πώς ιεραρχούνται οι προτεραιότητές της.

Δε θα εξιδανικεύσω τους εκπαιδευτικούς, έχω κι εγώ γνωρίσει κακούς εκπαιδευτικούς, όπως έχω γνωρίσει και εξαιρετικούς -ό,τι δλδ περίπου ισχύει και για τους μηχανικούς, τους δικηγόρους, τους γιατρούς ή τους ΔΥ, σε όλες τις δουλειές κάποιοι κάνουν καλά τη δουλειά τους και κάποιοι όχι, κάποιοι έχουν υπευθυνότητα και συνειδήση και κάποιοι όχι. Με τον ίδιο τρόπο που στην κοινωνία μας, κάποιοι νοιάζονται για το πού σκατά πάει και παλεύουν για να γίνει καλύτερη, ενώ άλλοι νοιάζονται απλά να τη βολέψουν: να βρουν μια θεσούλα να χωθούν, το μεροκάματο να βγαίνει, να πάμε και για κάνα σουβλάκι ρε αδερφέ και να κερδάει ο γάβρος κι όλα τ’αλλα σταρχίδιαμας. Έχω την πεποίθηση πως αυτοί, οι της δεύτερης κατηγορίας, είναι που λυσσάνε για το τωρινό δράμα των μαθητών και κόπτονται για το πόσο σημαντικές είναι οι εξετάσεις. Έχω την πεποίθηση πως είναι οι ίδιοι που θα σου πουν ότι το πρόβλημα της εγκληματικότητας θα λυθεί με περισσότερη αστυνόμευση, και πως με ένα χέρι ξύλο στρώνουν τα παιδιά, και πως άμα κλέβεις την εφορία και δε σε πιάσουν, δε φταις εσύ που έκλεψες, αλλά αυτοί που δε σε έπιασαν. Την πιάνεις τη σύνδεση; Ναι, μπορεί να είναι αυθαίρετη: αλλά αυτό μου λένε τα προσωπικά μου στατιστικά και όση εμπειρία έχω αποκομίσει κουβεντιάζοντας με ανθρώπους.

Το ζήτημά μου είναι πως αυτά τα μαλακισμένα (ναι, ναι, μαλακισμένα, με την literal έννοια της λέξης) που έφτιαξαν αυτό το group στο fb, καθώς και όλοι εκείνοι που σκυλοβρίζουν τους εκπαιδευτικούς (ή οποιονδήποτε άλλον απεργεί, οποτεδήποτε κι αν απεργεί, και για οποιοδήποτε λόγο ή αίτημα) και γουστάρουν με την επίταξη, πιθανολογώ και βάζω και στοίχημα πως δεν έχουν ιδέα ούτε τι λέει ο καινούριος νόμος εναντίον του οποίου απεργούν οι εκπαιδευτικοί, ούτε ποια είναι τα αιτήματα των απεργών, ούτε τίποτα. Γι’αυτούς, το θέμα είναι “να γίνουν οι εξετάσεις”: για ποιο λόγο; με ποιο σκοπό; ποιες ειναι οι εναλλακτικές, αν δεν γίνουν τώρα; Ποσώς τους ενδιαφέρει.

Όπως επίσης ποσώς τους ενδιαφέρει αν αυτά τα σχολειά έχουν θέρμανση και βιβλία, τι σκατά διδάσκονται τα παιδιά, πώς είναι διαρθρωμένο το σχολείο, πάνω σε τι δίνουν εξετάσεις, τι θα πάνε να σπουδάσουν και σε τι λογής εκπαιδευτικά ιδρύματα, αν οι εκπαιδευτικοί θα ψωμολυσσάνε και θα γυρίζουν σαν περιοδεύων θίασος από χωριό σε χωριό, αλλάζοντας πόστο κάθε καινούρια σχολική χρονιά (και άρα τι είδους σχέση θα μπορούν να χτίσουν με τους μαθητές τους;), αν θα υπάρχουν 45 μαθητές σε κάθε τάξη (τι είδους μάθημα θα κάνεις με 45 παιδιά;)… Γιατί, φίλε, το θέμα είναι να γίνουν οι εξετάσεις: το θέμα είναι να περνάμε μια ζωή εξεταζόμενοι και διαρκώς αξιολογούμενοι: από ποιον; με ποια κριτήρια; για ποιο στόχο; Αδιάφορο, παντελώς αδιάφορο: στο κάτω κάτω, υπάρχουν και τα ΤΠΕ (MCT αν είσαι αγγλοτραφής: τεστ πολλαπλών επιλογών, έτσι αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί στο Αμέρικα. Κι αν αναρωτιέσαι πόσο αξιόπιστα και βάσιμα είναι τα αποτελέσματα μιας τέτοιας αξιολόγησης, άδικα σκας: αυτοί δεν αναρωτιούνται, αξιολόγηση να γίνεται, να “τιμωρούνται” οι “κακοί”, ξες, να κερδάει ο γάβρος κ έτσ’, τα άλλα τι σημασία έχουν;).

Κι ακόμα, ποσώς τους ενδιαφέρει στην ουσία τι είδους σοβαρότατα προβλήματα υπάρχουν στην εκπαίδευση αυτή τη στιγμή, εδώ και πολλές δεκαετίες, από καταβολής εκπαίδευσης εν ολίγοις. Ποσώς τους ενδιαφέρει αν το σχολείο είναι δημιουργικό, αν οι μαθητές το μισούν, ενώ είναι δυνατό να το αγαπήσουν, αν τους δίνει την ευκαιρία να ξεδιπλώνουν τα ταλέντα και τις προσωπικότητές τους. Ποσώς τους ενδιαφέρει αν το απολυτήριο αντικατοπτρίζει και ουσιαστική γνώση, γνώση ακαδημαϊκή, αλλά κυρίως κοινωνική, ή είναι απλά ένα χαρτί για κορνίζωμα. Αδιάφορο αν τα παιδιά αυτά διαλέγουν (εχμ “διαλέγουν”) αν και τι θα σπουδάσουν, τι δουλειά θέλουν να κάνουν, αν θα πραγματώσουν τα όνειρά τους, αν θα βρουν δουλειά ή αν απλά θα προστεθούν στις στρατιές απελπισμένων ανέργων, υποψήφιων για μεταναστάτευση ή κατάθλιψη.

Γιατί γι’αυτού του τύπου τον κόσμο, αξία έχει να ξέρεις τα μονοκοτυλίδονα, να απαριθμείς σε λίγα δευτερόλεπτα τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, να μπορείς να πεις νεράκι την προπαίδεια και τον περιοδικό πίνακα, να κάνεις χρονική αντικατάσταση του τίθημι και να παπαγαλίζεις το κεφάλαιο 16 της εξωτερικής πολιτικής (wink wink). Για ποιο σκοπό; Για να πάρεις καλό βαθμό. Με στόχο τι; Να μπεις σε ένα πανεπιστήμιο ό,τιναναι, να πάρεις ένα πτυχίο, να πας φαντάρος, να βρεις μια δουλίτσα να χωθείς, το μεροκάματο να βγαίνει, να κάνεις και κάνα κουτσούβελο, κι αυτά. Να επιβιώνεις. Μέχρι που θα έρθει η ώρα να ψοφήσεις. Έχοντας αφήσει το τίποτα σαν χνάρι, έχοντας προσθέσει το τίποτα στην δυναμική της ανθρωπότητας.

Γιατί αυτοί οι τύποι, έδωσαν εξετάσεις στη ζωή και απέτυχαν. Μηδέν. Νάδα. Δε φαντάζονται καν πως μπορεί να υπάρχει ένα καλύτερο σχολείο, και μάλιστα χωρίς εξετάσεις, ένα καλύτερο πανεπιστήμιο, μια καλύτερη κοινωνία, μια καλύτερη ζωή στην τελική. Δεν έχουν ιδέα πως παίζει και το ενδεχόμενο να μην είμαστε όλοι εχθροί μεταξύ μας, όλοι εναντίον όλων, αλλά οι μπάντες να είναι δύο. Πώς παίζει το ενδεχόμενο μαθητές και εκπαιδευτικοί να μην είναι εχθροί, αλλά σύμμαχοι. Μαζί με τους γονείς, μαζί με τους φοιτητές, μαζί χμ… με όλα τα παραγωγικά στρώματα της κοινωνίας, να στο πω έτσι, κομμουνιστικά.

Ούτε καν τους περνάει από το μυαλό πως αυτό που ζούμε είναι μια χλαπάτσα που μας κάθισε στο σβέρκο και πως πρέπει να τελειώνουμε μαζί της: όχι τώρα, με την κρίση -και πριν την κρίση, και ασχέτως κρίσης. Πολλώ δε μάλλον δηλαδή τώρα -γιατί ναι, η κρίση είναι ευκαιρία: ευκαιρία να τελειώνουμε μαζί τους.

Όπως και η επίταξη είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία: ευκαιρία να γενικευτεί η απεργία, η αντίδραση στην προϊούσα καταστροφή του κοινωνικού ιστού, της κοινωνίας γενικά. Οι ενδείξεις δεν είναι προς το παρόν υπέρ αυτού του ενδεχομένου, αλλά να έχουμε στο μυαλό μας γενικά πως άλλος δρόμος δεν υπάρχει: κι αν αυτή η ευκαιρία χαθεί, είμαι απόλυτα βέβαιη πως πολύ σύντομα θα προκύψουν και άλλες. Και θα υπάρξει μία, έστω μία, που δεν θα περάσει ανεκμετάλλευτη.

ΥΓ – Έχω υπάρξει μαθήτρια, φοιτήτρια (στο ελληνικό πανεπιστήμιο και σε ξένο) και εκπαιδευτικός. Έχω περάσει την τραυματικότατη εμπειρία των πανελληνίων με δέσμες. Διαθέτω ένα σκασμό χαρτιά -αποδείξεις πως πέρασα με επιτυχία ένα σκασμό εξετάσεις. Σε διαβεβαιώ, με τρόπο απόλυτο και ξεκάθαρο, πως όλα αυτά δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με το αν -αυτό που λένε οι γονείς, αυτό που λέει η κοινωνία- πέτυχα στη ζωή μου.  

ξηρασία

Ετικέτες

IMAG0042

Σιχαίνομαι τον εαυτό μου που μετά από μια υπέροχη βόλτα στου Φιλοπάππου, κι ένα συμπαθέστατο ποτάκι κάπου κοντά στην πλατεία Αβυσσηνίας, παίρνω το δρόμο της επιστοφής, μετρώντας ζωντανά πτώματα τυλιχμένα σε κουβέρτες και μπόχα στις εσοχές της Ερμού και της Αιόλου, μετρώντας μαύρες πόρνες στην Πατησίων, μετρώντας κλειστά μαγαζιά και μαυραγορίτες. Σιχαίνομαι τον εαυτό μου που απλά αποστρέφω το βλέμμα, που δεν ξέρω τι σκατά να κάνω, που δεν ξέρω τι σκατά κάνω γενικώς, που ασχολούμαι με επουσιώδη υπαρξιακά και άλλα, ενώ ο κόσμος απλά αργοπεθαίνει στην Αιόλου και στην Πατησίων.

Σιχαίνομαι που ακόμα είμαι βαθειά πεπεισμένη πως αυτή εδώ είναι η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, αγκαλιάζω με το βλέμμα από τα Τουρκοβούνια ως τον Υμηττό, από το Α’ Νεκροταφείο ως τη θάλασσα. Αγκαλιάζω με το βλέμμα το ποτάμι του τσιμέντου με τις ελάχιστες πράσινες νησίδες και νιώθω για πρώτη φορά μετά από μήνες αγαλίαση, ηρεμία, τρυφερότητα. Είναι ανεξήγητο, το ποτάμι του τσιμέντου που ξεχύνεται από την Πεντέλη ως τον Πειραιά με γαληνεύει. Εκείνη την ώρα που κάτω από το μνημείο του Φιλοπάππου έχει την τέλεια θερμοκρασία, ο ουρανός έχει το πιο σωστό γαλάζιο χρώμα, και αγγίζοντας το απόλυτο κλισέ χαζεύω τον Παρθενώνα και δαγκώνω ένα μικρό κομματάκι ευτυχίας, φυσώντας καπνό και διάφορες επουσιώδεις έγνοιες -εκείνη την ώρα δεν υπάρχει τίποτα που να σκοτεινάζει αυτή τη εικόνα της αθηναϊκής ομορφιάς.

Οι φίλοι μου περιγράφουν εξωπραγματικές πραγματικότητες μετρήσιμες σε τριψήφια ευρώ, προσωπικά αδιέξοδα, γκομενικά κι επαγγελματικά. Τι χρώμα έχει η απόγνωση; Πόσα κιλά απόγνωση αντέχεις; Δοκιμάζουν τις αντοχές μας κι εμείς σφίγγουμε τα δόντια και λέμε πως ακόμα αντέχουμε, 50 ευρώ λιγότερα, ένας φίλος λιγότερος, ένα καλοκαίρι ακόμα χωρίς νησιά. Ακόμα κι έτσι, μπορούμε ακόμα να χαζεύουμε τον τσιμεντένιο αθηναϊκό χείμαρρο καθισμένοι στα βράχια του Φιλοπάππου, καπνίζοντας και συζητώντας αν τελικά είναι ωραίο το Μουσείο της Ακρόπολης, κι αν έπρεπε να γκρεμίσουν τις πολυκατοικίες της Αρεοπαγήτου που χαλάνε τη θέα από το καφέ προς τον ιερό βράχο. Μπορούμε ακόμα να αναρωτιώμαστε πόσες αλήθειες αντέχουμε να πούμε στους αγαπημένους μας ανθρώπους, πόσες υπεκφυγές μετά θα καταφέρουμε να πούμε τρεις απλές λέξεις, πόσες χιλιάδες δισταγμούς μετά θα καταφέρουμε να κάνουμε τη μία και μοναδική ερώτηση που έχει νόημα να κάνεις: “Θέλεις;”.

Περπατώντας προς το Μοναστηράκι, σκέφτομαι τη λέξη “ξηρασία”. Σκέφτομαι πως η ξηρασία του μεσογειακού καλοκαιριού είναι γόνιμη, καρποφόρα και χαρούμενη. Υπάρχει όμως και μια άλλη ξηρασία, αυτή που νιώθεις πως στέρεψες, πως δεν έχεις άλλες ιδέες, πως δεν θα ξαναδημιουργήσεις ποτέ σου τίποτα, γιατί σε φάγαν οι πολλές σκέψεις, τα πολλά νούμερα και οι ογκώδεις φόβοι. Η ξηρασία που σε εμποδίζει να πεις τρεις απλές λέξεις, να κάνεις μια σωστή ερώτηση, και να πάρεις την απάντηση που δεν θες και να είναι εντάξει αυτό. Η ξηρασία η αφόρητη να περπατάς στην πόλη που αγαπάς και να μετράς καταστροφές προσωπικές, κοινωνικές, δικές σου και ξένες -όχι, όχι ξένες, τίποτα δεν είναι ξένο στην Αθήνα, όλα είναι οικεία σ’αυτή την πόλη, όλα δικά σου, δικά μου, δικά μας. Τα κουβαλάμε και τα αγαπάμε, ακόμα και τις καταστροφές. Αλλά γεμίζουμε κι απ’αυτή την ξηρασία της απραξίας, της απονεύρωσης, της σήψης. Αυτή την ξηρασία της αδιέξοδης νιρβάνας που λες και μας έχουν δώσει συλλογικά μορφίνη ή ξερωγώποιο αναισθητικό και δε νιώθουμε. Αυτή η ξηρασία της αναισθησίας είναι η χειρότερη, η πιο φριχτή, το ξερό τίποτα στο νευρικό μας σύστημα. Και θέλω κάπως να πάρω τους δρόμους και να ταρακουνάω κόσμο και να τον ρωτάω “νιώθεις ρε φίλε; νιώθεις τίποτα;”. Κι αν νιώθεις, αυτό που τέλοσπάντων νιώθεις, το μετουσιώνεις σε τι;

IMAG0046

Μόνο που τελικά μένουμε ακόμα με την απορία: τι σκατά κάνουμε;

πίσω από τις γραμμές και τα φαινόμενα που απατούν

Σε διάβασα, λοιπόν, σαν ανοιχτό βιβλίο, που το’χα μπροστά μου κι αρνιόμουν να κοιτάξω πέρα από το εξώφυλλο πεισματικά. Μα δε μπορείς για πάντα να κάνεις πως δεν βλέπεις τα αυτονόητα, τα εντελώς πρόδηλα. Λένε πως την πληροφορία τελικά την μαθαίνει πάντα τελευταίος ο πιο άμεσα ενδιαφερόμενος και μπορώ με πολλή πικρία να πω πως ισχύει, έτσι είναι τις περισσότερες φορές. Γιατί ο άμεσα ενδιαφερόμενος και εμπλεκόμενος, δεν θέλει να μάθει, γιατί είναι βολικές οι ψευδαισθήσεις, ξες.

Σε αυτό το τεράστιο ακατανόητο και μυστηριώδες σύμπαν που είναι ο κόσμος και η ψυχή μας, η μικρή σου κουκκίδα στο χάρτη είναι εντελώς ασήμαντη και κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει αυτό που δεν λες. Όλα τοις μετρητοίς, πίστωση και επιταγές χρόνου τέλος. Έχεις και δίνεις, κι ίσως και να λάβεις, αν δεν έχεις κρίμα φίλε. Όμως για όλους εκείνους που η ζωή είναι ένα μεροκάματο στην Πατησίων, κι αυτό μόνο αν είναι τυχεροί, η κουκίδα τους είναι βράχος και την κουβαλάνε σαν τιμωρία.

Έρχεται Πάσχα και “θα σταυρώσουνε και πάλι τον Άγγελο και το Ληστή”, αλλά ποιος ζει ακόμα στις αυταπάτες, μόνον οι άγγελοι σταυρώνονται πλέον, οι ληστές σουλατσάρουν ανενόχλητοι με ένα μαρτίνι στο χέρι και πράσινη ελιά στην οδοντογλυφίδα και το παίζουν ειδήμονες και σαν εκλεπτισμένοι συνδαιτημόνες μοιράζουν μεγαλόψυχα σχόλια για τη διακόσμηση του δωματίου ή για το τελευταίο δημοσίευμα του συνομιλητή τους, Με χαμόγελο καρχαρία, αλλά οπωσδήποτε με την τέλεια οδοντοστοιχία.  Την ίδια ώρα Σταχτοπούτες και Τομ Σώγιερ μαζεύουν τα κομμάτια και τις στάχτες τους, τα στοιβάζουν σε καφάσια και τα στέλνουν στη Λαχαναγορά έναντι ευτελούς αντιτίμου, όλο και συχνότερα πασπαλισμένου με αίμα και δάκρυ. Οι ζωές τους ατέρμονα πάνω κάτω στις Πατησίων αυτού του κόσμου που όλο και πιο γκρίζες γίνονται, όλο και πιο γκρίζες ζώνες θολές και δυσανάγνωστες, μέσα από το πλάγιο κίτρινο φως.

Οι ζωές μας που μπλέκονται άθελά μας, για να μας μπερδέψουν και να μας αφήσουν με χιλιάδες απορίες. Ερωτηματικά χωρίς καμία τελεία για ζευγάρωμα. Ερωτηματικά βλέμματα και αποσιωπητικά της δυστοπίας. Έρωτες και ερωτήσεις -κοινή ρίζα. Κι αποκρίσεις πουθενά, από – κρίσεις όμως πολλές.

Κι είναι κι εκείνα τα παιδιά που δε θα μεγαλώσουν ποτέ, τα βέλτιστα απεργαζόμενα με σπρέυ και πινέλα, εκείνα τα παιδιά που πάντα σ’όλες τις εποχές γίνονται ολοκάυτωμα όχι από ηρωισμό ή ψώνιο, μάλλον όμως γιατί αλλιώς δεν γίνεται, παρά να παίρνουν τα σπρέυ και τα πινέλα και να πασπαλίζουν με αλληλοεπικαλυπτώμενες δυσδιάκριτες αποχρώσεις τις ασφάλτους των Πατησίων αυτού του κόσμου και τα χωμάτινα μονοπάτια των αρχαίων δασών που καταστρέφονται για να αναγεννηθούν. Μέχρι που καταλήγουν σε μπουντρούμια και σπηλιές που δεν υπάρχουν σε κανένα χάρτη και σίγουρα σε κανένα δελτίο τύπου, υπάρχουν όμως σε κάτι απεγνωσμένες κραυγές που διατρέχουν τα καλώδια μεταμεσονύχτιων τηλεφωνημάτων σαν ερωτήματα και σαν αποκρίσεις, αμείλικτα οπωσδήποτε, όσο και δυο σταγόνες αίμα στη λεπίδα ενός στιλέτου. Κραυγές στις πλατείες του Μάη, χαμηλά ντεσιμπέλ στους δρόμους του κάθε σκληρού Απρίλη, παιδιά γενημένα με μια νομοτέλεια στον αστρικό τους χάρτη, που δεν τους δόθηκε ποτέ η δυνατότητα της επιλογής, που κι αν τους δόθηκε την αρνήθηκαν, αφιερωμένα στους Δεκέμβρηδες όλων των αιώνων.

Σε διάβασα και δε σε κατάλαβα ούτε καν αργά. Ούτε καν τώρα που δε θα σου ξαναμιλήσω, χωρίς να καταλαβαίνω, ξέροντας όμως πως αξία δεν έχει να καταλαβαίνω, αξία έχει αυτό που συμβαίνει, πες το κάτι, πες το και τίποτα ακόμα. Αλλά ακόμα κι αν – τίποτα – , η εικόνα της μεταμεσονύχτιας κραυγής, το αποτύπωμα σαν ξημέρωμα Παρασκευής, σαν υπόσχεση που είπε ψέματα, και σαν συχώρεση που δεν θα έρθει.
Κι όταν οι τελευταίοι πρώτοι θα γινούν κι οι ταπεινοί θα υψωθούν, θα’σαι εκεί μαζί με τα άλλα παιδιά της νομοτέλειας, όμορφος σαν την απελπισμένη σου κραυγή.

by ~TheUnforgiving από το deviantart

για την ουτοπία

εικόνα κλεμμένη από τον @zero_iv

Στις συχνές επισκέψεις μου πλέον στην Αθήνα, ασυναίσθητα πλέον κάνω μια ανατομία της πόλης, των ανθρώπων και των τρόπων με τους οποίους όλα αυτά λειτουργούν. Ζώντας σχεδόν με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί, αναπόφευκτη είναι η καθημερινή επαφή με το “εκεί”, όσο κι αν η ματιά είναι έντονα φιλτραρισμένη από το “εδώ”.

Κινούμαι σε πολύ συγκεκριμένα περιβάλλοντα και εξ ανάγκης τα συμπεράσματά μου είναι προφανώς επηρρεασμένα από αυτά. Έχω βρεθεί σε άπειρες κουβέντες σχετικές με την “κοινωνική κατάσταση”, την “οικονομία”, το “κίνημα”, το “χώρο” [ό,τι και αν πιθανά μπορεί να σημαίνει αυτό, ό,τι κι αν πιθανά μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι μιλάμε για “χώρο μας” και “χώρο σας”: μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω πόσο κοστίζουν τα διόδια].

Μια πρώτη εντύπωση είναι πως εξακολουθούμε όλοι μας, μα όλοι μας να λειτουργούμε με αταλάντευτες βεβαιότητες. Όλοι μας, μα όλοι μας, είμαστε σπουδαίοι οικονομολόγοι, ειδικοί κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι, κι ακόμα γιατροί, μηχανικοί, νομικοί επιστήμονες και απ’όλα. Όλοι τα ξέρουν όλα, όλοι έχουν μια αποψάρα να διατυπώσουν με περισσή εμπάθεια, σταθερή φωνή και χωρίς αμφιβολίες.

Πώς διάολο συμβαίνει κι εγώ νιώθω μονίμως άσχετη; Πώς διάολο συμβαίνει και βάζω πάντα ένα “νομίζω” στην αρχή της φράσης μου ή ένα “πιθανά” στο τέλος της; Να φταίει άραγε που εγώ δε νιώθω καν ικανή να κουλαντρίσω τον εαυτό μου, πολλώ δε μάλλον να εξάγω συμπεράσματα και να διατυπώσω συνταγές για το μέλλον της χώρας, της οικονομίας, του κινήματος, την άλλη κοινωνία κι όλα αυτά που μονοπωλούν τις συζητήσεις μας;
Να φταίει άραγε που κοιτάω λίγο γύρω μου και βλέπω τόσο πολύ κόσμο να κινείται μεταξύ χάους και προσωπικής κοσμάρας;
Να φταίει που γενικά είμαι πολύ πιο επιεικής από όσο δείχνω;
Μπορεί να φταίει και το μάλλον χαμηλό μου IQ, ας είναι.

Όπως και νά’χει, εγώ γύρω μου βλέπω μια ρευστότητα, γεγονός που με οδηγεί στο να θέτω εν αμφιβόλωι όλες μου τις βεβαιότητες, να τις ξαναπερνάω από το μικροσκόπιο και να εντοπίζω σημεία που πιθανά μπάζουν, θέλουν κι άλλη επεξεργασία ή ακόμα και αναθεωρήσεις.
Επίσης, κάνω και λάθη.
Κι όπως και νά’χει τρέφω πολύ μεγάλη δυσπιστία προς όλους εκείνους που προσέρχονται στις κουβέντες με ατσαλωμένες σιγουριές, με ύφος επαϊοντα και προτάσεις ειδικού.

Ζούμε ένα πρωτόγνωρο πράγμα. Κρατώ το παρελθόν σαν πυξίδα φυσικά, αλλά σε καμία περίπτωση σαν καρμπόν.

Με τρομάζουν όλες αυτές οι βεβαιότητες, όλες αυτές οι σταθερές στεντόρειες φωνές, αυτή η κεκτημένη ταχυτητα του εκείνων που τα ξέρουν όλα. Βλέπω τις ήττες να έρχονται κατά πάνω μας κι εμείς να αντιδρούμε λες και είναι πυγολαμπίδες.

Είναι σαφές πως οι καιροί ου μενετοί, πως υπάρχουν τα επείγοντα που πρέπει να αντιμετωπιστούν χτες, πως οι εξελίξεις τρέχουν κι όλες αυτά τα δημοσιογραφικού τύπου κενολογίες.

Μήπως όμως ξεχνάμε τα σημαντικά;
Μήπως απλά ξεχνάμε το κεφαλαιώδες;
Και το κεφαλαιώδες, στο φτωχό μου μυαλό που πολλά δεν ξέρει, και για ακόμα λιγότερο κατέχει βεβαιότητες, είναι το εξής: οκ, αυτή την κοινωνία δεν την θέλουμε, την απορρίπτουμε, δεν μας κάνει
Και ποια είναι η κοινωνία που θέλουμε;
Και είμαστε όλοι μας βέβαιοι πως όλοι μας θέλουμε την ίδιου τύπου κοινωνία;
Και, αλήθεια, η κοινωνία που οραματιζόμαστε, χωράει όντως όλους εμάς;

Δυστυχώς πολύ αμφιβάλλω. Και δε σταματάει να με εκπλήσσει το γεγονός ότι καθόλου μα καθόλου δε θέλω την ίδια κοινωνία με ανθρώπους που πίστευα πως ιδεολογικά, θεωρητικά, σε επίπεδο φιλοσοφικών αναφορών, αν θέλεις, είμαι κοντά. Για να μην σου πω κιόλας πως συχνά με βλέπω να δουλεύω για μιαν “άλλη κοινωνία” με ανθρώπους που μάλλον είναι κάπως πιο μακριά από μένα ιδεολογικά [πέρα από τα διόδια που λέγαμε πιο πάνω].

Αυτό που μπορώ να σου πω είναι πως η δικιά μου ουτοπία τους χωράει όλους, με κάθε πιθανή ιδιαιτερότητα, στραβοκεφαλιά, ιδιομορφία που ενδεχομένως κουβαλάνε. Δε με ενδιαφέρει μια κοινωνία φτιαγμένη από μας και τους δέκα φίλους μας, για μας και τους δέκα φίλους μας.

Αυτό που ακόμα μπορώ να σου πω, είναι πως υποθέτω ότι η ουτοπία ορισμένων κατά πάσα πιθανότητα δεν χωράει εμένα. Και πάντως δεν με χωράει μια “ουτοπία” κατασκευασμένη από απόλυτες αλήθειες, μια “ουτοπία” που δεν αμφισβητεί τον εαυτό της κάθε στιγμή, που δεν ψάχνεται, που δεν αποτελεί αντικείμενο ελέγχου σε κάθε της βήμα. Δε με ενδιαφέρει μια “ουτοπία”, στην οποία όσοι θέτουν ερωτήματα και αμφισβητούν απόλυτες αξίες και αλήθειες, τίθενται αυτομάτως απέναντι. Το’χουμε ξαναδεί το εργάκι.

Είναι μάλλον η καταλληλότερη στιγμή για να μιλήσουμε για την ουτοπία. Ας ξεκινήσουμε από την αμφισβήτηση της δικής μας. Υποθέτω πως είναι ο πιο ασφαλής δρόμος.

Ζυρίχη, 9 Μαϊου 2012

[Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από 11 μήνες περίπου στο καπνιστήριο του αεροδρομίου της Ζυρίχης, σε ένα ακόμα τράνζιτ. Ξεθάφτηκε και ήρθε η κατάλληλη ώρα γι'αυτό.]

Σε πόσα ακόμη γαμημένα αεροδρόμια, θα ψάχνεις απεγνωσμένα ένα καπνιστήριο, χαρμανιασμέμη μετά από την πτήση; Πόσες ακόμα πτήσεις θα πάρεις για να νομίζεις πως φεύγεις από κει που δεν έφυγες ποτέ; Πόσες ακόμα νύχτες θα παραμένουν λευκές με ένα βασικό πόνο στο κέντρο της ύπαρξης και στο στομάχι; Πόσες ακόμα νύχτες θα βγάλεις τα σωθικά σου προσπαθώντας  να ξεφορτωθείς αυτά που δεν σου ανήκουν; Πόσα ακόμα όνειρα θα παραμένουν φωτεινά και ανεκπλήρωτα, γιατί δεν έτυχε, γιατί δεν πέτυχε, γιατί απλά δεν ελέγχεις τα πάντα;

Πότε επιτέλους θα το πάρεις απόφαση πως είσαι απλά άλλη μια ψηφίδα στο παζλ των δισεκατομμυρίων ψυχών που οδεύουν σιωπηλά και χωρίς χάρτη προς το χάος της ανυπαρξίας; Και πότε θα πάψεις να ρωτάς;

Μέσα στον κυκεώνα των απαντήσεων που δεν δίνεις, γιατί τις ξέρεις κατά βάθος. Χαμένη και απορημένη παραπατάς ανάμεσα σε δυο καλούπια, κάνεις μια διπλή ζωή και δεν χαίρεσαι καν τις στιγμές που τόσο πολύ θέλησες, γιατί φοβάσαι πως σύντομα θα τελειώσουν. Και μετά οι παλμοί επιταχύνονται, οι χείμαρροι απλά ξεχύνονται και πάντα μα πάντα αναζητάς τη θάλασσα να χωθείς μέσα της όπως σε αμνιακό υγρό. Θα μετανιώνεις που δεν είπες και δεν έκανες αυτά που δεν ξέρεις καν αν ήθελες, αλλά σου υπαγορεύτηκαν από δασκάλους που δεν διάλεξες. Σαν καλή μαθήτρια έγραψες και πήρες άριστα στην ορθογραφία, αλλά κατά βάθος την αμφισβητείς την ορθογραφία, αμφισβητείς τον κανόνα, αμφισβητείς την αυθεντία και αναζητάς εκείνο το λίγο παραπάνω, εκείνο το διαφορετικό που τελικά φοβάσαι πως δεν θα κατακτήσεις και φοβάσαι πως αυτό είσαι ήδη.

Και κολλάς πάντα και κάθε φορά στο ίδιο πάτερν και θες να αλλάξεις τον ψυχαναγκασμό που σε κάνει να επαναλαμβάνεις διαδικασίες και εθιμοτυπικά ανούσια. Και δεν έμαθες ακόμα να λες όχι. Αναλαμβάνεις χιλιάδες υποχρεώσεις, γεμίζεις τα κενά, ξεγελάς με καταπληκτική επιτυχία τους πάντες που νομίζουν πως τα έκανες όλα ολόσωστα, μπράβο, άριστα 10, ενώ ξέρεις πως για άλλη μια φορά απλά έκανες ένα πασάλειμμα, όπως τότε και πάντα για το διαγώνισμα της φυσικής ή της χημείας. Μισή ωρίτσα πασάλειμμα κι έξω απ’την πόρτα, play στο κασετόφωνο και στο ρηπήτ το αγαπημένο τραγούδι για οκτώ συνεχόμενες ώρες. Κι όμως, τελικά το πασάλειμμα πέτυχε και δεν τα πήγες κι άσχημα στο διαγώνισμα. Κι αν καμιά φορά, έκανες κι ένα λαθάκι, οι δικαιολογίες πάντα έτοιμες για σένα, δεν πειράζει, εσύ τα κατάφερες καλά, τη σκαπουλάρισες και πάλι με χαμόγελα απ’έξω και εκατομμύρια τύψεις για τις οκτώ συναπτές ώρες του τραγουδιού στο ρηπήτ, για τις οκτώ συναπτές ώρες απόλαυσης γεμάτης ενοχές.

Ιδεοληψίες. Τελειότητα. Μερικές φορές συνενοχή, τι καλά, είναι κι άλλοι σαν εσένα, τι καλά, δεν είσαι μόνη για λίγο, τι καλά, σε καταλαβαίνουν και σ’εκτιμούν και σου λένε μπράβο. Μωρέ λες και να σ’αγαπάνε; Μπα, αποκλείεται. Σιγά να μην. Μπα αποκλείεται, αφού ουτ’εσύ αγαπάς αρκετά, ουτ’εσύ κάνεις όλα όσα περιμένουν από σένα, ακόμα κι όταν τους ξεγελάς και νομίζουν πως τα κάνεις, εσύ κατά βάθος ξέρεις πως δεν τα έκανες. Κι αντιδράς ανόητα σε ένα ταγέρ, σε ένα μάθημα οδήγησης, εγώ δεν οδηγώ, είμαι συνοδηγός από πεποίθηση, κατά βάθος προτιμώ να με οδηγούν. Να με καθοδηγούν. Να μου υποδεικνύουν.

Αναζητώντας την ουτοπία της ελευθερίας, αναζητώντας την ουτοπία της πληρότητας, από μαθηματικά νάδα, αλλά το θεώρημα της μη πληρότητας το θυμάσαι, το’χες πετύχει σ’ενα βιβλίο και σε είχε τόσο εντυπωσιάσει το όνομά του. Μη πληρότητα. Όχι γεμάτο. Όχι συμπληρωμένο. Μισό; Κάτι παραπάνω; Απλά ατελές. Ατέλειες και αδυναμίες. Μισές δουλειές τελικά. Κι όλα μισιακά. Όλα ατελείωτα, ανολοκλήρωτα, ατελέσφορα τελικά. Και το τέλος ούτε με κυάλια.

Δε βγάζεις νόημα. Δεν βγάζει νόημα αυτός ο κόσμος, Χ πτυχία μετά κι είναι σα να είσαι πρώτη μέρα στην πρώτη δημοτικού. Μου άρεσαν πάντα οι εξισώσεις, μοιάζαν με αναζήτηση της τέλειας ισορροπίας και πάντα μου τα χάλαγε ο άγνωστος Χ, μερικες φορές κι ένας δεύτερος άγνωστο Ψ, όσο πιο πολλοί οι άγνωστοι, τόσο μεγαλύτερη η πρόκληση, κι όσο μεγαλύτερη η πρόκληση, τόσο περισσότερη η αδημονία να τα καταφέρεις και πάλι να λύσεις την εξίσωση και να βρεις πως τελικά ναι, το αποτέλεσμα στην αριστερή πλευρά του ίσον, ισούται με το αποτέλεσμα στην δεξιά πλευρά του ίσον. Ικανοποίηση προς στιγμήν και μετά ξανά μη πληρότητα, μέχρι την επόμενη λυμένη εξίσωση, μέχρι το επόμενο λυμένο άγνωστο θέμα στα αρχαία, μέχρι την επόμενη σχεδόν τέλεια μετάφραση. Ένα ατέρμονο σπιράλ προς το τέλος, μια γενική θολούρα, όπως όταν δε φοράς τα γυαλιά σου, το άγχος όταν δεν βλέπεις.

Για να σ’αφήσουν στην ησυχία σου, αυτό που επαναλαμβάνεις σαν μάντρα από μέσα σου νυχθημερόν, πρέπει να σε αφήσεις εσύ στην ησυχία σου. Ένα άπιαστο go with the flow, ένα αιώνιο ζητούμενο η γαλήνη και η ισορροπία. Πειρασμός να ανοίξεις την ατζέντα και να καταγράψεις υποχρεώσεις, να πάω σούπερ μάρκετ, να βάλω πλυντήριο,  να πληρώσω λογαριασμούς, να περάσω από την τράπεζα, να τελειώσω μια αναφορά, μια μετάφραση, τι βραχνάς οι γεμάτες σελίδες στην ατζέντα, τι βραχνάς το βλέμμα της κι η σπασμένη φωνή της, το νοιάξιμο που τόσο σε πονάει γιατί δεν μπορείς να το επιστρέψεις στο ακέραιο, κι ας μην έχεις μάθει στις αποτυχίες, η μεγαλύτερη αποτυχία στους ώμους σου οι λέξεις που δεν είπες ποτέ, και που βαραίνουν ακόμα πιότερο όσο δεν τις λες. Η θηλειά που στενεύει, τα περάσματα που στενεύουν, οι κασέτες που έγραφες στα 15 και χάριζες, οι λατρεμένες μουσικές, τα στιχάκια που έγραφες στα περιθώρια του βιβλίου των θρησκευτικών ειδικά τα πιο βλάσφημα, η μόνιμη αντίδραση, η στείρα άρνηση (χα, τι μάντρα κι αυτό), πόσο ειρωνικό να νιώθεις εντελώς ακυβέρνητη μες το καθεστώς της ακυβερνησίας, ναι μαλάκα, κάνε την ξύπνια τώρα με τα χαριτωμένα τσιτάτα που πετάς και με το απαράμιλλο αξιοθαύματο χιούμορ, πφφφ, την είπες πάλι την εξυπνάδα σου. Γαμώ.

[δεν βρήκα τίτλο]

Ετικέτες

Ένα λευκό χαρτί. Αν ήμουν παιδί, θα έπαιρνα μαρκαδόρους και θα ζωγράφιζα ένα σπίτι με κήπο πάνω σε ένα λόφο και με θέα στη θάλασσα. Αν ήμουν ερωτευμένη, θα έγραφα χίλιες φορές το όνομα του αγαπημένου μου. Αν ήμουν μουσικός θα χάραζα πέντε γραμμές κι ένα κλειδί του σολ και θα σου σκάρωνα μια μελωδία. Αν ήμουν αρχιτέκτονας, θα έφτιαχνα μια κάτοψη.

Δεν είμαι όμως τίποτα από όλα αυτά. Κι έλαβα οδηγίες να σου να γράψω εφτακόσιες λέξεις για την ομορφιά. Γράφω πάντα αυτόματα και χωρίς θέμα, κι όσο για να περιοριστώ σε αριθμούς και μάλιστα αριθμούς λέξεων -λέω να τετραγωνίσω τον κύκλο καλύτερα, πιο εύκολο. Και δεν είμαι ούτε συγγραφέας, ούτε ποιητής, ούτε στιχάκι. Είμαι απλά ένας άνθρωπος που περπατά μέσα στους δρόμους μιας γκρίζας πόλης, δρασκελώντας ξαπλωμένες ζωές στα πεζοδρόμια, περνώντας πλάι από μαγαζιά στολισμένα με λαμπιόνια και γιρλάντες, αποστρέφοντας το βλέμμα από τοιχοκολλημένες διαφημίσεις ανταλλάξιμης ομορφιάς, ευτυχίας και εκπλήρωσης, κοιτώντας φάτσες σκυθρωπές, που περπατούν κι αυτές και πάντα φτάνουν στα ίδια αδιέξοδα, παράλληλα με μένα, αλλά όχι μαζί. Απέναντι μάλλον και όχι δίπλα. Όλοι κάπου πάνε, όλοι κάπου θέλουν να φτάσουν, αλλά κανείς δεν ξέρει πού και έχουν όλοι βγει στους ίδιους αυτούς δρόμους χωρίς χάρτη.
Κι όπως παρατηρώ αυτό το αλλοπρόσαλο γαϊτανάκι του αποπροσανατολισμού και της αγκύλωσης, σκαλίζω την επιφάνεια, και βρίσκω την ατόφια δυστυχία και το χάος. Κάτω από κουβέρτες στρωμένες σε δρόμους γκρίζους και παγωμένους, μέσα σε μπαρ κι εστιατόρια γεμάτα πλαστικοποιημένα μενού, σερβιτόρους και πελάτες. Τα παγωμένα χαμόγελά τους και τα άδεια μάτια της υπαλληλοσύνης.
Δε ξέρω να σου πω για ομορφιά, ζω σε έναν άσχημο κόσμο. Ά-σχημο, χωρίς σχήμα. Ά-μορφο, χωρίς μορφή. Προκάτ και προβλέψιμο και επαναλαμβανόμενο. Και μάλλον το ωραίο είναι το αντίθετο από τους γκρίζους δρόμους που περπατάμε, από τα ψεύτικα λαμπιόνια και τις φτηνιάρικες γιρλάντες, από τις ψεύτρες διαφημίσεις και τα πλαστικά φαγητά.
Και μάλλον όλοι αυτοί οι άνθρωποι που άσκοπα περπατάνε, δρασκελώντας τους ζωνταντούς νεκρούς, τους απελπισμένους ανθρώπους και τα χαμένα παιδιά, ψάχνουν αυτό. Ψάχνουμε το σχήμα, τη μορφή. Ψάχνουμε δρόμους τεθλασμένους,, το φως της οβάλ φλόγας ενός κεριού, το ζεστό ψωμί.

Νιώθουμε, αντιλαμβανόμαστε και ορίζουμε εξ αντανακλάσεως, ονοματίζοντας το αντίθετο. Από τη μια η ομοιομορφία των στολών, από την άλλη η πολυχρωμία ενός πανό. Η προβλέψιμη εικόνα της τηλεόρασης απέναντι στο αυθόρμητο παιδικό γέλιο. Η τυποποιημένη χριστουγεννιάτικη γιρλάντα απέναντι στα κουλούρια που φτιάχνει η μάνα μας. Ο νεκρός ανούσιος λόγος και το ζωντανό τραγούδι. Τα έγγραφα γεμάτα άψυχους αριθμούς και η ψυχές αυτών που αγωνίζονται.

Με ρωτάς: ομορφιά; Απαντώ διαισθητικά, αυθόρμητα σου αραδιάζω χύμα λέξεις: η θάλασσα όταν φυσάει, τα χρώματα στο καλειδόσκοπιο, η ζωή που ανασαίνει, η αγάπη που νιώθουμε, το τελευταίο τσιγάρο πριν κοιμηθώ, ο ζεστός καφές το πρωί, το χαμόγελό σου, τα μάτια μας που λάμπουν όταν δημιουργούμε, οι ιδέες σου που πάντα με ενθουσιάζουν, μια σημαία κομμένη σε σχήμα μισοφέγγαρου, ένας τοίχος βαμμένος πορτοκαλί ή ροζ, οι πόρτες της φυλακής που σπάμε, ένα σύνθημα που φωνάζουμε όλοι μαζί μέσα σε ένα κλειστό γήπεδο, τα τραγούδια του Αγγελάκα, το σχολικό μου ημερολόγιο, οι πρώτες μας κασέτες, οι φωνές μας που σμίγουν στο δρόμο και στις συναυλίες.

Κι ακόμα: ανακάλυψα στην πόλη μου ένα τόσο δα στενάκι, στολισμένο με γκράφιτι. Σε μια εσοχή του τοίχου, ένα ζευγάρι που αγαπιέται. Αυτό μονάχα είναι η ομορφιά κι αυτό μονάχα είναι η σημαία μας απέναντι στο θάνατο που σκορπίζουν απλόχερα.

Δεν ξέρω να σου πω για την ομορφιά. Ζω σε έναν ά-σχημο κόσμο. Ξέρω μονάχα να σου πω αυτό που με ρωτάς, είναι η μοναδική απάντηση.

Κι ήρθε ο καιρός να πάψουμε να ετεροκαθοριζόμαστε. Ήρθε ο καιρός να πάψουμε να ορίζουμε εκ του αντιθέτου. Ο καιρός να αποκτήσουμε σχήμα και μορφή, να ορίσουμε εμείς τους δρόμους που θα βαδίσουμε πλάι-πλάι, “ήρεμα και απλά”, να πάψουμε να ψάχνουμε, αλλά να αποφασίσουμε να επιλέγουμε.

Θες να σου πω για ομορφιά. Σου λέω να’ρθεις κι εσύ μαζί μου, να πιαστούμε από το χέρι. Να επιλέξουμε να φτιάξουμε εμείς την ομορφιά. Να δώσουμε μορφή στην ομορφιά που θέλουμε να ζούμε.

Η συνεισφορά μου στο μπαχάρ* 4

all you want

Island breezes, and your travel-shop teases,
And all you want is a raise, yeah,
For all of the sunshine,
Better make you be mine,
Forever and no more,
All you do is play guitar and the melody for me, melody, melodies…

You’re .. My .. Life.

And you don’t even boast of your extra-fine life or your flash ship upholstery,
All I can recollect – ‘You better wear your best white dress’

Your .. Whole .. Life ..

Χτες κατέβηκα τις κυλιόμενες του μετρό σαν να έμπαινα σε μια καταπακτή. Στα αυτιά μου έπαιζε αυτο. Χτύπησα εισιτήριο στο σημείο your whole life και κατέβηκα μερικές κυλιόμενες ακόμα και μπήκα σε ένα βαγόνι και κάθησα και άρχισα να περιεργάζομαι τους ανθρώπους γύρω μου, τραγουδώντας τους στίχους από μέσα μου, αν και συνήθως τραγουδώ κανονικά. Και μετά έπαιξε αυτό, αλλά για πρώτη φορά δε με έφτιαξε. Κι απέναντί μου, δυο στάσεις μετά ήρθε και κάθισε ένα παιδί, λιγνό με κοντά κατσαρά μαλλιά και κάτι φλούο πορτοκαλί ψείρες στα αυτιά που κατέληγαν σε μία από τις τσέπες του γαλάζιου αντιανεμικού μπουφάν του. Το τζην του είχε κάτι λεκέδες, σαν από γράσσο και στα χέρια του σχηματίζονταν έντονες κάτι γαλάζιες φλέβες. Τις κοίταζα και νόμιζα πως άκουγα το σφυγμό του. Καθόταν σκυφτός κι είχε το πιο θλιμμένο βλέμμα του κόσμου. Ξαφνικά, έσκυψε ακόμα περισσότερο το κατσαρό κεφάλι και το έχωσε μέσα στις παλάμες, αυτές με τις έντονα διαγραφόμενες φλέβες. Έμεινε έτσι για λίγο, σε μια θανατερη ακινησία, μετά ξανασήκωσε το κεφάλι και κοίταζε το κενό και δεν ήταν υγρά τα μάτια του κι αυτό μου φάνηκε να μην κολλάει καθόλου με τη φάση. Και ξανά το κεφάλι μέσα στις παλάμες, δυο και τρεις φορές, και τότε παρατήρησα πως στη μία παλάμη έσφιγγε νευρικά ένα χαρτομάντηλο και τότε κατάλαβα πως όντως έκλαιγε, αλλά εγώ δεν το είχα αντιληφθεί, μάλλον γιατί και το δικό μου βλέμμα ήταν θολό, μάλλον γιατί ήμουν κι εγώ χαμένη μέσα στο δικό μου τριπ, αυτό της Rapunzel με το νησιώτικο αεράκι και το λευκό φόρεμα, αυτό της καταπακτής.

Μια στάση πριν να κατέβω, ήθελα να σηκωθώ από τη θέση μου, να πάω να καθίσω δίπλα του, να τον αγκαλιάσω και να του χαϊδέψω τα κατσαρά και να του πω πως ό,τι κι αν είναι δεν αξίζει, να του πω “κοίτα γύρω, κι εγώ και όλοι εδώ μέσα έχουμε κάτι νησιώτικα αεράκια να μας βασανίζουν, αλλά μην κλαις, ή έστω κλάψε αν το θες, αλλά δεν είσαι μόνος”, όλο μαλακίες, δεν ξέρω, να έβρισκα να του πω δυο κουβέντες, για να τις ακούσω κι εγώ, απλά μια αγκαλιά ας πούμε ξερωγώτι.

Όμως έφτασε το τρένο στη στάση μου. Και κατέβηκα από το βαγόνι, και στα αυτιά μου ζουζούνισε αυτό. Και δεν πρόλαβα να του πω τίποτα, και δεν πρόλαβα να του δώσω αυτή τη γαμημένη αγκαλιά, και μια μέρα μετά σκέφτομαι πως αυτές οι καταρραμένες αντιστάσεις μας πρέπει να καούν και να μην ξαναϋπάρξει το δεν πρόλαβα να σε αγκαλιάσω γιατί έφτασα στον προορισμό μου και πως τέλοσπάντων, αν έχεις έναν άνθρωπο με το κατσαρό του κεφάλι μέσα στις παλάμες απέναντί σου, ποιος γαμημένος προοορισμός είναι σημαντικότερος τελικά;

σκάβει από μέσα τον πλανήτη

Ετικέτες

Solitude -το κοιτάς με συνοδεία αυτο. -εικόνα [και πάλι] κλεμμένη από τον @zero_iv

Είμαι τόσο πολύ χρεωμένη που τρεις ζωές δεν φτάνουν να ξεπληρώσω. Απόψε ακούω αυτό στο ρηπήτ, δεν ξέρω πόσες φορές, πάνω από δέκα ήδη. Διαβάζω και ξαναδιαβάσω τους στίχους και νιώθω μια ζεστασιά, παρά τη θλίψη. Είναι αλλόκοτο πώς μια κουβέντα μπορεί να σε σκοτώσει ή να σε σώσει. Αλλόκοτο. Όσο αλλόκοτες είναι και οι συναισθηματικές μεταπτώσεις. Όσο αλλόκοτοι είμαστε οι άνθρωποι τελικά.

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω εκείνους που πιο πολλά αξίζουν, να υποφέρουν. Εκείνους που επιλέγουν να πράττουν τα όμορφα πράγματα, τα λιγοστά έστω όμορφα πράγματα που μας περιβάλλουν. Εκείνους που που ξέρουν να χαμογελούν, να λένε ευχαριστώ και συγγνώμη και να τα εννοούν. Εκείνους που τα μάτια τους λάμπουν πυρετικά στο άκουσμα ενός στίχου και που τρέμουν από οργή μπροστά σε ένα ξεριζωμένο δέντρο, μπροστά στην αδικία, μπροστά σε αυτό τον τόσο στρεβλά φτιαγμένο κόσμο. Αυτούς που θέλουν μια αλλιώτικη κοινωνία, χτισμένη από ανθρώπους που δεν χρειάζεται να δώσουν διαπιστευτήρια. Που δεν ζητούν από κανένα να απολογηθεί για την διαφορετική του τοποθέτηση. Που δεν κατατάσσουν τους ανθρώπους σε κουτάκια. Που νιώθουν τον πόνο του άλλου ακόμα κι αν χιλιάδες χιλιόμετρα τους χωρίζουν. Εκείνους που τελικά μπορώ να αποκαλώ “συντρόφους“.

Κοιτάζω γύρω μου και σκέφτομαι πως τελικά αυτός ο κόσμος μπορεί και να μην αλλάξει, κι είναι απελπιστικό αυτό το ενδεχόμενο. Και μετά σκέφτομαι πως αν υπάρχουν κάποιοι που γράφουν τραγούδια σαν αυτά, αν υπάρχουν άνθρωποι που δακρύζουν στη θέα ενός άστεγου που ψάχνει στα σκουπίδια, στη θέα ενός παιδιού που σώθηκε από ναυάγιο, στη θέα ενός πληγωμένου ζώου -αν υπάρχουν άνθρωποι που δε δακρύζουν μονάχα γι’αυτά, αλλά προσφέρουν τις λγοστές τους δυνάμεις, τη μηδαμινή τους ύπαρξη στην προσπάθεια για να μην συμβαίνουν αυτά – ε, αν υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι [που υπάρχουν, φυσικά και υπάρχουν, τους ξέρω με τα ονόματά τους τα πραγματικά], απλά δεν γίνεται να μην αλλάξει αυτός ο κόσμος.

Η απόσταση τελικά μπορεί και να μηδενιστεί, αφού η αγάπη σκάβει από μέσα τον πλανήτη και τρέχει με ταχύτητα φωτός στα λαγούμια, διαπερνά κοιτάσματα και βράχια.  Στο λέω πως είναι δυσκολα. Το ξέρω πως “οι άνθρωποι πόσο είναι κακοί“. Το ξέρω πως φοβάσαι. Το ξέρεις πως φοβάμαι.
Όμως, όπως μου’πε και η φίλη μου, μέσα από τις χαραμάδες περνάει το φως. Υπάρχει το φως.
Υπάρχει η αγάπη.
Την ακούω.
Ακούω τις χαρές σου ακούω τις λύπες σου.
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα.
Και δεν ακούω τις σκέψεις μου.

“έγραφε σαν μη λέει τίποτα”

29 Ιανουαρίου

Μιλούσε σωπαίνοντας

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Άντον Τσέχωφ, στα 1860.
Έγραφε σα να μη λέει τίποτα.
Και τα είπε όλα.

Eduardo Galeano, Los Hihos de los dias (Τα παιδιά των ημερών)

Το τελευταίο βιβλίο του Eduardo Galeano έχει τη μορφή ημερολογίου, περιλαμβάνει μία σύντομη ιστορία για κάθε ημέρα του χρόνου. Στα χέρια μου έφτασε σαν δώρο γενεθλίων φέτος από αγαπημένο φίλο, με τον οποίο περνάμε το μισό καιρό μας καβγαδίζοντας. Για να “εξασκήσω τα καστιγιάνικά μου”, όπως μου έγραψε στην αφιέρωση, κάνοντάς με να χαμογελάσω πολύ.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι η ιστορία της ημέρας των γενεθλίων μου και το διαβάσαμε μαζί προχτες, ενώ προσπαθούσε να με πείσει να πάω για ύπνο επιτέλους, ο ίδιος αυτός φιλος.

Μου αρέσουν τα σύμβολα και οι συμπτώσεις -που ποτέ δεν είναι συμπτώσεις. Σημαδιακό που γενήθηκα την ίδια μέρα με ένα ρώσο συγγραφέα -κι ας μην είναι ο αγαπημένος μου ο Τσέχωφ. Σημαδιακό που αυτόν επέλεξε για την ιστορία του ο Γαλεάνο. Για μένα σημαδιακό. Σημαδιακό ακόμα και που η όψη του συγγραφέα που επέλεξε να σχολιάσει είναι ο τρόπος “ομιλίας”, τα εκφραστικά του μέσα. Έχω ένα θεματάκι με την ομιλία, το λόγο, την έκφραση. Μιλώ πολύ, γρήγορα, έντονα και διαλέγοντας πολύ προσεκτικά τις λέξεις μου, συνήθως. Ναι, είμαι γλωσσοκοπάνα.

***

Και κανείς δεν καταλαβαίνει. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως όσο σημαντικό είναι να ξεσκαλώσεις και να αρχίσεις να μιλάς, να εκφράζεσαι, άλλο τόσο σημαντικό είναι και να μάθεις να το βουλώνεις όταν πρέπει, Κανείς δεν καταλαβαίνει πως η γαμάτη υπερδραστηριότητα είναι η άλλη όψη της απραξίας ή της νωθρότητας, όψεις κι οι δυο του ίδιου νομίσματος, απέλπιδες απόπειρες να γίνεται η ζωή υποφερτή. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως το να έχεις πολλούς και καλούς ανθρώπους γύρω σου, να σε φροντίζουν και να σε νοιάζονται είναι υπέροχα καταπληκτικό -αλλά δεν είναι αρκετό. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως δεν ωφελεί να νιώθεις ασφάλεια επειδή υπάρχουν άλλοι που έχουν όλη την καλή διάθεση να σε στηρίξουν, πως αυτό είναι εν τέλει αναπηρία. Γιατί αυτό που χρειάζεται απαραιτήτως για να λογίζεσαι αυτάρκης ενήλικος είναι να ξέρεις, να μπορείς, να αντέχεις να στηρίζεσαι μόνος σου. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως ακόμα κι όταν μοιάζεις να το’χεις, μπορεί στην τελική να μην το’χεις και τόσο. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως τελικά η μοναξιά και η απομόνωση δεν είναι το ίδιο πράγμα, αλλά πως η λεπτή γραμμή που τις χωρίζει είναι δυσδιάκριτη τόσο όσο μια κλωστή. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως είναι δυνατόν να περιτριγυρίζεσαι από δεκάδες ανθρώπους, ανθρώπους με τους οποίους έχεις ουσιαστικές, βαθείες, ριζωμένες σχέσεις, αλλά και πάλι, ακόμα και τότε μπορεί να νιώθεις απελπιστικά μόνος. Κανείς δεν καταλαβαίνει πως μικρές και μεγάλες αυθόρμητες τρέλες, που φαντάζουν τόλμη, τσαγανό, όρεξη για ζωή και γαματοσύνη, ενδέχεται τελικά να είναι απονενοημένα άλματα απελπισίας.

Κανείς δεν καταλαβαίνει αυτό που με τόση λιτότητα, ευθύτητα και ομορφιά λέει ο Ρίτσος:

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τίποτα πιο φρικαλέο από το να δεις τη ζωή σαν μια πορεία προς το θάνατο. Ίσως μονάχα, πιο φρικαλέο από αυτό να είναι το να καθιστάς εσύ τη ζωή σου, μια τέτοια πορεία προς το θάνατο. Να την υποτιμάς. Να την εξευτελίζεις.

fuck you anyway

Το παρακάτω είχε γραφτεί πριν από ακριβώς ένα χρόνο, ως έχει. Ένα χρόνο μετά, κι ας έχουν συμβεί τόσα πολλά, που ούτε καν θα φανταζόμουν, είμαστε περίπου στα ίδια και ήρθε η ώρα του να βγάλει το σκοτάδι του στο φως. Just for the record and then archived.  

Έχω μέσα μου ένα τεράστιο άντε και γαμήσου το οποίο απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο σε μένα. Ένα κόμπο στο ύψος του φάρυγγα που μου προκαλεί ακατάσχετο βήχα, γιατί αυτό το άντε και γαμήσου δε λέει να βγει επιτέλους, να πάψει να μου κόβει την αναπνοή. Αν βγω απόψε έξω στο κρύο με το κοντομάνικο, θα με νομίσουν για σαλεμένη, αλλά απλά εγώ θα πέσω μέσα στις χιονιφάδες σαν κομμάτι μαρέγγα μες τη σαντιγύ και αυτό θα είναι ένας κάποιος εξαγνισμός. Από όλα εκείνα τα ανεξέλεγκτα που τους κάνουν να νομίζουν πως τό’χω γενικά. Δε θέλω να τό’χω γενικά, θέλω μια στέρεη βάση και μερικά συγκεκριμένα θέλω, πέντε σταθερές ας πούμε, νά’χουμε να πορευόμαστε.

Αποδοχή, τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να μάθεις να (απο)δέχεσαι κι από το να κάνεις αποδεκτές τις ιδιαιτερότητες που οι άλλοι θαρρούν για ιδιοτροπίες. Ναι, ντάξει, ιδιότροπη και κακομαθημένη, κανένα θέμα, θες να μη μου τα πρήζεις όμως; Πήρα το δρόμο μου, έφαγα τα μούτρα μου, οκ, μου το τρίβεις στη μούρη, κανένα θέμα, το ήξερα, κατέβασε όμως αυτό το δάχτυλο να χαρείς γιατί ξές, παίζει να υψώσω κι εγώ το μεσαίο και να τα μπλέξουμε λίγο τα δάχτυλά μας, κι όχι μόνον αυτά.

Αυτός ο αντιπαθητικός εαυτός που δεν ελεγχέται, που λειτουργεί με τον αυτόματο πιλότο, και μετά τον κακολογείς και λες τι θέλει και δε βυθίζεται σε χειμερία να κάνουμε όλοι τα κουμάντα μας και να μην αγχωνόμαστε ότι μπορεί και να του καπνίσει να κάνει το στραβοπάτημα;

Απόψε σου πρότεινα τσάι με γεύση μήλο ή έστω βανίλια και μου είπες όχι. Όλοι όχι μου λένε ξέρεις, απλά τα όχι των άλλων δε με αγγίζουν καν, περνάνε ξυστά από το πλάι μου και φεύγουν. Πέντε δεύτερα μετά είναι σα να μην έγιναν ποτέ. Με κατηγόρησες σε ανύποπτο χρόνο πως δε σε ήθελα, ενώ, το ξέρεις πολύ καλά, πως ήταν à cöté de la plaque το σχόλιο, πως το θέμα δεν ήταν εκεί. Το ξέρουμε κι οι δυο πως μάλλον δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά αυτό δεν ήταν δίκαιο να μου το προσάψεις.

Το θέμα δεν είναι ούτε εκεί. Το θέμα είναι πως έρχεται μια στιγμή που καταλαβαίνεις πως λέμε τα λάθος όχι και τα λάθος ναι. Είμαστε απλά ψεύτες για να αρέσουμε και τελικά δεν αρέσουμε σε κανέναν και σίγουρα όχι στον εαυτό μας που είναι κι αυτός που μετράει περισσότερο. Θέλω επιτέλους να γίνω αντικοινωνική, στριμμένη και αντιπαθητικιά, να λέω τα λάθος πράγματα και να εκνευρίζω όλον τον κόσμο, να ξεκαυλώσει επιτέλους το δεκατετράχρονο που προσπαθώ να θάψω, γιατί μόνον τότε, μόνον τότε, θα είναι φανερή η αλήθεια.

Το θέμα είναι πως θέλω να γράψω ένα κείμενο γεμάτο χριστοπαναγίες από την αρχή ως το τέλος, όσο χυδαίο μπορεί να είναι ένα κείμενο, όσο χυδαίος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Ν’αφήσω τον κυνισμό μου ελεύθερο να γυροβολήσει, να ρίξει τις βόλτες του, να μπορέσω ανερυθρίαστα και χωρίς καμία τύψη να πω δυνατά πως τους θεωρώ όλους ηλίθιους και πως κανένας, κανένας δεν ξέρει τι του γίνεται και πως όλα είναι ένα τεράστιο, υπέρτατο λάθος. Να σπάσω και να ξεσπάσω και να μη με νοιάζει απλά. Να μη με νοιάζει που χτυπάει το τηλέφωνο και δεν το απαντώ γιατί απλά εκείνη την στιγμή δε γουστάρω ρε φίλε. Άντε και γαμήσου δηλαδή, κανονικά, άντε και γαμήσου.

Στην τελική τελική, καλύτερα έτσι, παρά αυτό το αίσθημα ματάιωσης και θλίψης. Όχι άλλη θλίψη, όχι άλλη μιζέρια, πόσο καλύτερος είναι κυνισμός εν τέλει.